Saturday, February 04, 2012

ΔΙΗΓΗΜΑ: Πόσα μπορεί να κάνει σήμερα;

Η εντύπωση που αφήνει ένα διήγημα φαίνεται μικρή και συχνά υπολείπεται σε σχέση με το μυθιστόρημα. Το λάθος, νομίζω, είναι του αναγνώστη –και καμιά φορά του συγγραφέα- που βλέπουν το διήγημα ως εν σμικρύνσει μυθιστόρημα, αν και η θεωρία του διηγήματος εστιάζει πιο πολύ στο ζενίθ της έντασης που προέρχεται από την εικονοπλασία των ιδεών παρά από την πολυπλοκότητα της δράσης. 

Συρροή συλλογών   δ ι η γ η μ ά τ ω ν:
πόσο βαριά είναι η μικρή ιστορία;
(μεταξύ ποιητικής πυκνότητας και μυθιστορηματικής πολυπλοκότητας)

            Μέσα στο φθινόπωρο-χειμώνα του 2011 κυκλοφόρησαν πολλές συλλογές διηγημάτων, καμία από τις οποίες δεν παίρνει βαθμό κάτω του μετρίου (εννοώ όσες ξεχωρίζουν), γεγονός που δείχνει πόσο ψηλά στέκει το ελληνικό διήγημα. Σε αντίθεση με το μυθιστόρημα που θέλει πανοραμική άποψη και συνθετική ικανότητα μεγάλου βεληνεκούς, το διήγημα ποντάρει στο πυκνό, στο μικρό που γίνεται μεγάλο, στο απλό που χτυπά καίρια και στοχευμένα. Και σ’ αυτό ο Έλληνας μάλλον είναι παραδοσιακά πιο καλός.
            Ιδού μερικές από τις συλλογές στις οποίες θα μπορούσε κανείς να καταφύγει (με αλφαβητική σειρά): 

-         Ιωάννα Καρυστιάνη, “Καιρός σκεπτικός”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011.
-         Γιώργος Μητάς, “Ιστορίες του Χαλ”, Κίχλη, 2011.
-         Ηλίας Λ. Παπαμόσχος, “Ο μυς της καρδιάς”, Μεταίχμιο, 2011.
-         Γιώργος Σκαμπαρδώνης, “Περιπολών περί πολλών τυρβάζω”, εκδόσεις Πατάκη, 2011.
-         Περικλής Σφυρίδης, “Το πάρτι και άλλα διηγήματα”, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011.
-         Έρση Σωτηροπούλου, “Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα”, εκδόσεις Πατάκη, 2011.
-         Βασίλης Τσιαμπούσης, “Σάλτο μορτάλε”, Μεταίχμιο, 2011.
-         Κοσμάς Ι. Χαρπαντίδης,Κρυφές αντοχές”, Μεταίχμιο, 2011.


Το διήγημα, ως κείμενο περιορισμένου αριθμού λέξεων, “οφείλει” να πει την ιστορία-του σύντομα, να περάσει το μήνυμά-του ευθύβολα και να προλάβει να αφήσει το στίγμα-του για το μέλλον. Δηλαδή γράφεται έτσι ώστε να μην ξεχαστεί στην επόμενη σελίδα, αλλά ούτε και να φορτωθεί με μυθιστορηματικά άγη, προκειμένου να μην φανεί λίγο. Την πιο βαθιά αίσθηση για το τι είναι και τι επιδιώκει το διήγημα την έλαβα από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη σε βιντεάκι που κυκλοφορεί στο youtube:

            Η βασική-του θέση , που εμένα προσωπικά με έπεισε για το τι είναι ικανό να κάνει το περιφρονημένο από το κοινό διήγημα, είναι ότι η μικρή ιστορία ξεκινά από μια ριζική ιδέα, που γίνεται η αφορμή, το ορυκτό με άλλα λόγια από το οποίο πλάθεται το διήγημα. Αυτό που μετράει είναι η φωταγώγηση του ελάχιστου και του ασήμαντου το οποίο αποκτά άλλο βάρος, και του αποβλητέου από την καθημερινότητα που αποκτά άλλο νόημα. Ο διηγηματογράφος πρέπει να βρίσκεται σε ένα είδος “λογοτεχνικής διαθεσιμότητας του βλέμματος”, ώστε να δώσει χρώμα στο μικρό και να ανάψει τον δικό-του σπινθήρα σ’ αυτό που συλλαμβάνει για να μπορέσει να μεταδώσει τον δικό-του παλμό στον αναγνώστη.
            Στην ουσία είναι δύσκολο να αξιολογήσεις το διήγημα αν δεν σταθείς σε συστατικά-του, τα οποία δεν βρίσκονται αποκλειστικά σ’ αυτό αλλά εκεί αποκτούν πυκνότητα και ένταση. Η ενότητα του υλικού, στηριγμένη σε έναν χώρο, έναν χρόνο ή ένα πρόσωπο, απαιτεί συγγραφική οικονομία που να βασίζεται στην εστίαση, στην παράλειψη, συχνά στην αποσιώπηση, στην πύκνωση, στην έμφαση… Είναι μια συμπιεσμένη ένταση που κάποτε εκρήγνυται σε μια ηχηρή κορύφωση ή που αφήνει φορτία συμπυκνωμένα, ώστε βραδυφλεγή να σκάσουν αργότερα στο μυαλό και στην ψυχή του αναγνώστη.
            Όπως είπε και ο Σκαμπαρδώνης, το αυτοβιογραφικό ερέθισμα είναι σύνηθες, ερέθισμα το οποίο αναγκάζει τον συγγραφέα αλλά και μετέπειτα τον αναγνώστη να ξαναδεί το καθημερινό και παραγκωνισμένο και σε μια συνεχή ανάγνωση να εισπράξει την ίδια αίσθηση, διανοητική ή ψυχολογική, που είχε συνταράξει και τον δημιουργό. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει εικονοπλαστική δύναμη που να μπορεί να συλλαμβάνει, να αποτυπώνει και να εκπέμπει μια πυρηνική ιδέα, η σχάση της οποίας θα δώσει τη μικρή έκρηξη που χρειάζεται.
            Το διήγημα συχνά από εξιστόρηση αλληλουχίας γεγονότων μετατρέπεται σε εκμυστήρευση των διαδρομών του νου, πιο πολύ δηλαδή της συνείδησης που προσλαμβάνει τον κόσμο και νοηματοδοτεί κάθε συμβάν περνώντας-το από το δικό-της πρίσμα και φωτίζοντάς-το με τα δικά-της φώτα. Σ’ αυτό, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η γλώσσα, άλλοτε με την ακρίβειά-της κι άλλοτε με την εκζήτησή-της, που πλησιάζει συχνά την ποίηση και τους πυκνούς συνυποδηλωτικούς-της τρόπους.
            Τέλος, αυτό που συχνά θέλγει αλλά και αιφνιδιάζει είναι η δυνατότητα του διηγήματος να χαμαιλεοντίζει, να ελίσσεται και να προσαρμόζεται σε ποικίλες φόρμες, όπως η αφήγηση, η επιστολή, η περιγραφή, η εξομολόγηση, η φωτογράφηση, ο στοχασμός, η ανάμνηση, το δοκίμιο, η ποιητική αναπαράσταση κ.ο.κ. Γι’ αυτό, άλλοτε αρέσει ανάλογα με τις προσδοκίες του αναγνώστη κι άλλοτε φαίνεται ρηχό ή άστοχο. Το ζητούμενο είναι πάντα ποιον κραδασμό θα καταφέρει να δημιουργήσει, ώστε στις λίγες σελίδες-του να ρίξει το βέλος-του όπου πρέπει.
Και έχει μόνο μια ευκαιρία…
Πατριάρχης Φώτιος 

5 comments:

Pellegrina said...

Σημερα μπαίνω στο μπλογκ ως μαθητρια και μονο, και ..ζητιανεύω γνώμες:

Δεν ξερω να γραφω διηγήματα. Αν κανεις τον κόπο να δεις το μπλογκ μου (http:/niovilyri.wordpress.com) εχω γραψει (δηλ. εχω αναρτήσει, ασε τις κατ οικον ..δοκιμες) τέσσερα, εκ των οποίων μονο τα δυο μπορείς να τα πεις, με την αυστηρή έννοια, διηγήματα: το 'Αγάπη, Σέμη" και το "Τα χρώματα της νύχτας" (τα άλλα δυο, που ονομάζω διηγήματ, ειναι αφηγήσεις με μπόλικη πλοκή, το ένα μάλλον θα πήγαινε για νουβέλα αν ειχα υπομονη να το αναπτύξω (το 'Αμόρε") και το άλλο, Η κούκλα και το άλογο, ειναι στην ουσία κατι σαν παραμύθι-αλληγορία. Και ερχομαι στο προσωπικό προβλημα: αυτά τα δυο που εχω αναρτησει είναι γιατι εχουν θεματα που για μενα τουλάχιστον, ε ι ν α ι "μεγάλα": Η Τέχνη (το ένα) και η σχεση γονιού και παιδιού 9το άλλο). Το προσωπικό προβλημά μου ειναι οτι δνε μπορώ να βρω θέματα για διηγήματα γιατι ολα τα θέματα μου φαινονται, τελικά, ασημαντα: το γεγονός και μόνο της συγγραφής ενός διηγήματος, δηλ. η μεγέθυνη του μικρού, το νιώθω ως μια μορφή..υστερίας (ψυχική κατάσταση στην οποία οι Έλληνες διαπρέπουν) Γι αυτο και οσα διηγήματα κι αν διαβάσω, και ασχετα από την ανγνωστική απόλαυση της στιγμής (πρόσφατα απόλαυσα τον 'Θαλάσσιο δαίμονα' από τη συλλογή του Σκαμπαρδώνη) δεν μου μένει τίποτα. Τι εχω γιατρέ μου;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Είμαι πολύ ετερόφωτος για να μιλήσω, πόσω μάλλον για να σου δώσω ...φαρμακευτική αγωγή.
Κι εγώ μέχρι πριν από λίγο καιρό έπασχα από την ίδια ασθένεια, αφού δεν έβλεπα στο διήγημα τίποτα βαθύ και ουσιαστικό. Σαν διάβασα όμως μαζεμένα κείμενα υψηλής αξίας, όπως κάποια από αυτά που θα παρουσιάσω, και είδα το βλέμμα του Σκαμπαρδώνη να συλλέγει και να επεξεργάζεται το καθημερινό, άρχισα να βλέπω αλλιώς τη μικρή ιστορία, χωρίς -τ' ομολογώ- να έχω συλλάβει απόλυτα -στα περισσότερα διηγήματα- την ψυχή-τους.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

κανένας αυτόφωτος;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Το ερώτημα που τίθεται είναι:

"Γιατί να διαλέξω μια συλλογή διηγημάτων, ετερόκλητων, που δεν θα κρατήσουν τόσο στο μυαλό-μου, και όχι ένα μυθιστόρημα;"

Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

α) Γιατί τα διαβάζεις και σκόρπια, με όποια ταχυτητα θελεις

β) Γιατί καλύπτει διάφορα ανθρωπινα θέματα, αρα σε πλουτίζει

γ) Γιατί, ακριβώς αυτό που είπες, η αξία τους ειναι στη μεγέθυνση του μικρού,οπότε διευκολύνει να μεγεθύνουμε και τα δικά μας "μικρά". Στο κατω κατω δεν ειμαστε ολοι ήρωες μυθιστορημάτων!! (Αναφερομαι στον τυπικό αναγνωστη, που συχνά αναζητά την "ταύτιση")

δ) Γιατι μπορεί να απολαύσουμε ποικίλους πειραματισμούς σε είδη γραφής (ενας σε καθε χωριστό διήγημα), που στο μυθιστόρημα μας ξενίζουν μαζεμένοι

ε) Γιατί μπορέι να εντοπίσουμε ιδέες για την ανάπτυξη μιας λεπτομέρειας, που στο μυθιστόρημα χάνονται. Γιατί ο συγγραφέας μπορεί να αναπτύξει (ουσιαστικές) λεπτομέρειες, που στο μυθιστόρημα κρίνει σκόπιμο να τις παραλείψει, αν και έχουν αφ εαυτές αξία

στ)(χιούμορ)Γιατί πιο ευκολα γράφουμε κι εμείς ένα διήγημα, για να το δημοσιεύσουμε σε περιοδικά ή να παρουμε μερος σε διαγωνισμούς και να γινουμε γνωστοί!:)