Monday, February 27, 2012

“Ιστορίες του Χαλ” του Γιώργου Μητά

Μπορεί ο αναγνώστης να μπει “κυριολεκτικά” στο κείμενο και να βρεθεί νοητά σε άλλους τόπους; Ναι, αν η γραφή έχει τη δύναμη να απλώσει γύρω γύρω την ατμόσφαιρα των κειμένων και να ζωντανέψει το κλίμα των ιστοριών-της. Συχνά, όταν το διήγημα έχει μεγάλες δόσεις βιωματικότητας γιατί αρδεύεται από τη στιγμή που γεννά την έμπνευση, αυτό το κλίμα είναι πιο έντονο, αρκεί να μην καταντήσει εξομολόγηση και αποτύχει να σταθεί αυτόνομα από τη ζωή του συγγραφέα. Εδώ, ο Μητάς δεν κρύβει το βρετανικό-του παρελθόν που επώασε τα αυγά της φαντασίας-του με εμπειρίες και γεγονότα της εκεί παραμονής-του, αλλά καταφέρνει να στήσει τα σκηνικά-του έτσι ώστε να μη φαίνεται καθόλου το συγγραφικό εγώ. 


Στιγμιαίος καφές με κονιάκ:
Γιώργος Μητάς
“Ιστορίες του Χαλ”
Κίχλη
2011

            Ένας έλληνας βιολόγος φεύγει στη Βρετανία να κάνει μεταπτυχιακά κι εκεί η μεσογειακή ματιά και η πρωτόγνωρη ζωή στα campus και στις μπιραρίες του Χαλ τον οδηγεί στο να παρατηρεί, να στοχάζεται και να ντύνει με ελληνικές λέξεις τις ιστορίες που ζει ή φαντάζεται.
            Κάπως έτσι ο σαρανταπένταχρονος συγγραφέας προσέκρουσε στα ερεθίσματα που τον παρακίνησαν να γράψει, βρήκε τη μοναξιά μήτρα και τροφό της αυτοσυγκέντρωσης, βρήκε το υλικό που έμελλε να το φωτίσει με τον δικό-του προβολέα. Τα τρία εκτενή διηγήματα στηρίζονται δεδηλωμένα στα βιώματα του Μητά στο Kingston upon Hull, στο παγωμένο κλίμα μιας παραθαλάσσιας πολιτείας που κλείνει τους ανθρώπους στα σπίτια και αδειάζει τους δρόμους, όταν το σκοτάδι έρχεται νωρίς και το χιόνι στοιβάζεται γύρω γύρω.
            Η πρώτη ιστορία αναφέρεται στη γηραιά χήρα κα. Ρότζερς η οποία χάρηκε πολύ όταν ο νεαρός Ισπανός που ερχόταν στην Κινηματογραφική Λέσχη δέχτηκε την πρόσκλησή-της για τσάι. Η μοναξιά της βρήκε συνομιλητή. Το ύφος του διηγήματος, το νιώθεις, είναι ζεσταμένο από τη θέρμη του κλειστού χώρου, με τζάκι ή άλλη θέρμανση, από τη θαλπωρή που αγκαλιάζει τις παραγράφους με τις άνετες περιγραφές, ενώ έξω το χειμωνιάτικο βράδυ κάνει ακόμα πιο θελκτικό το ζεστό δωμάτιο. Αυτό το κλίμα με την αντίθεση ζεστού μέσα και ψυχρού έξω κάνει πιο διακριτή την αντίθεση κρύα και μοναχικά γηρατειά vs. ζεστά και ζωντανά νιάτα. Και παράλληλα, η βρετανική ευπρέπεια συναντά την ισπανική εξωστρέφεια και κάνει την επικοινωνία αναγκαία παγοθραυστική συνθήκη της ζωής. Οι δυο ζυγοί της ζυγαριάς θέτουν τους όρους της ιστορίας, κάνοντάς-την να αναγάγει την ανθρώπινη επαφή σε πρώτη προτεραιότητα.
            Στη δεύτερη ιστορία ο τυφλός συμφοιτητής Ντόναλντ του έλληνα αφηγητή πέφτει θύμα του έρωτα κι όλοι αναρωτιόμαστε πόσες ελπίδες έχει να ζήσει κι αυτός τουλάχιστον το φιλί που επιδιώκει. Τόσο ο αφηγητής όσο και ο σκωτσέζος τυφλός φίλος-του βρίσκουν δυσκολίες εγκλιματισμού και γι’ αυτό η προσέγγιση, έστω και αραιά και πού, είναι λογική. Κι οι δυο σε μια ξένη πόλη ξέρουν καλά ότι η φοιτητική ζωή και το νέο περιβάλλον είναι πιο κρύα, αν δεν σε τρέφουν ζεστές ελπίδες για συντροφιά και έρωτα. Τελικά μπορεί να γίνει η τύφλωση εμπόδιο στον έρωτα και το αναμενόμενο φιλί να καλύψει το κενό; Ο Μητάς χειρίζεται τη γλώσσα με άνεση, με άνεση που κρύβει δουλειά, με περιγραφική επάρκεια, με αφηγηματική ζέση. Η γραφή-του σε τυλίγει, σε παρασέρνει στη σκοτεινή και παγερή Βρετανία, σε μυεί στην ατμόσφαιρα του Χαλ και του Χάμπορ, των δρόμων και των συνθηκών-του. Χωρίς η ιστορία να καλπάζει, έχει αυτό που χρειάζεται κάθε σωστό διήγημα, τον ρυθμό και την εσωτερικότητα να αφήσει εντυπώσεις και ίχνη.
Η τρίτη και τελευταία ιστορία αφορά στη συγκατοίκηση ενός Τούρκου φοιτητή, του Αζίζ, με τον βρετανό σπιτονοικοκύρη-του, τον Στηβ, που έχει να καυχάται για το πολυταξιδεμένο παρελθόν-του. Γενικότερα η πολυτάραχη ζωή-του έρχεται σε αντίθεση με τον μετρημένο Αζίζ και το κέρασμα μπίρας με το οποίο τον δελεάζει δεν έρχεται ποτέ. Τελικά ο αινιγματικός Στηβ (που φέρνει στον Λάζαρο της “Μαύρης μπίρας” του Βασίλη Δανέλη) κρύβει έναν ολόκληρο μυστικό κόσμο πίσω από τα αληθοφανή άλλοθι, ενώ ο ίδιος βασανίζεται από το νυχτερινό-του κρυφτό. Πώς μπορεί κανείς να καταλάβει ποιοι καημοί ελλοχεύουν πίσω από το ανέμελο πρόσωπο και τον εξωστρεφή χαρακτήρα κάποιου;
Ο Μητάς διυλίζει το αγγλικό τοπίο με το ελληνικό πρίσμα θέασης του κόσμου. Μάλιστα σε κάθε ιστορία-του θηλυκώνει έναν μεσόγειο, με νοοτροπία ζεστή και εκδηλωτική αλλά διστακτική όσο κινείται σε άξενο τόπο, με έναν βρετανό, που δείχνει επηρεασμένος από την ομίχλη, το κρύο και την επίδραση της μπίρας ή του τσαγιού, αλλά στην ουσία είναι το ίδιο μόνος, ανασφαλής και κλονισμένος με τον αλλοεθνή πόλο του ζεύγους. Τα διηγήματά-του διαβάζονται μονορούφι όχι επειδή τρέχουν την υπόθεσή-τους με κινηματογραφική ταχύτητα, αλλά επειδή στήνουν ένα θεατρικό σκηνικό, τόσο εξωτερικό όσο και εσωτερικό, και τραβούν μέσα-τους τον αναγνώστη και τις προσδοκίες-του. Ο κόσμος δεν έχει να αντιμετωπίσει τόσο το παγερό τοπίο όσο την παγωνιά της ψυχής, αν δεν βρεθεί κανείς να κεράσει μια κούπα τσάι, ένα φιλί ή μια ζεστή χειραψία. Ο καθένας στην απλή καθημερινότητά-του έχει βαθύτερους καημούς, που αναταράσσουν τον βυθό της ύπαρξής-του με δυσέφικτες επιθυμίες ή ανομολόγητα βάρη.
[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο In2life στις 19.1.2012]
Πατριάρχης Φώτιος

Υ.Γ. Θα τολμούσα να πω ότι είναι το καλύτερο βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου για το 2011 και θα χαιρόμουν πολύ να το δω να βραβεύεται στη σχετική κατηγορία βραβείων. Οψόμεθα όμως τους ειδικούς…

8 comments:

Pellegrina said...

Εχοντας διαβάσει λίγο, συφωνω΄οτι ειναι πολύ ωραία γραφη (και θεμα)

Αλλη μια ρηξικέλευθη (μετά την πρόταση για κριτικές ανέκδοτων εργων) πρόταση προς πα΄σης φυσεως ειδικούς: να τολμήσουν σ υ γ κ ρ ί σ ε ι ς ανάμεσα σε "επώνυμους" και "ασημους" συγγραφείς. Συγκεκριμένα και ..επώνυμα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Σου θυμίζει κάτι ο Μητάς;
Ή η πρότασή-σου αφορμάται από αλλού;
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Από το λίγο που διάβασα ο Μητάς (ή Μήτας;)οντως μου θυμίζει κάπως, γραφές συγχρονες αγγλοσαξωνικές. Αλλα αυτο δεν ειναι μειονεκτημα και μαλιστα για νεο, επίσης μπορέι να επηρεαζομαι σπό την γεωγραφική τοποθετηση το θεματος.Εχω διαβασει λιγες σελιδες και μου φανηκε πραγματι καλό. Η πρότασή μου αφορμάται ακριβώς από αυτο: υπάρχουν πολύ καλά γραπτά νεων, καλυτερα από μερικά πολλών καταξιωμένων. Τιποτα πιο συγκεκριμενο.

υγ: υπάρχουν αντικειμενικά και υποκειμενικά πραγματα: το πιο υποκειμενικο ειναι μαλλον το θεμα: ως μη ουσα "κριτικός" (και αρα υποχρεωμένη ν ακρινω ανεξαρτητως θεματο;) επηεάζομαι θετικα με θεματα από τη συγχρονη ζωή των πόλεων (ενω αρνητικά οταν οι νεοι μιμούνται παλιές γραφές με γειτονίτσες, χωριά του παλιου καιρού κλπ. αυτο ουδεμια σχεση εχει με λογοτεχνικη εκτιμηση: ειμαι παντα μια αναγνωστρια που απολαμβάνω ο,τι γουσταρω!)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Όντως το "θέμα" δεν είναι κριτήριο κρίσης, αλλά ως αναγνώστες συχνά μας επηρεάζει.
Όσο για τη διαπίστωσή-σου ότι υπάρχουν πολλά καλά γραπτά νέων, καλύτερα από καταξιωμένων, δεν υπάρχει αμφισβήτηση. Το ζητούμενο βέβαια πάντα είναι η διάρκεια.
Γι' αυτό, η σύγκριση -ενός προς έναν- δεν θα είνα εύκολο να βγει υπέρ του νέου λόγω ονόματος του παλιού, Κανόνα, προκαταλήψεων κ.ο.κ.
Αλλά φυσικά κάθε τέτοια σύγκριση καλλιεργεί καλύτερα τα αναγνωστικά-μας κριτήρια.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Εχεις ποτέ σκεφτεί σοβαρά αυτή την αξία, τη 'διάρκεια"; Μηπως ειναι μια ακομα μεταφορά της επιθυμίας για ..αθανασία;
Γιατί διάρκεια; γιατι να μην είναι ολα εφήμερα και η διάρκεια να ειναι μόνο μια ατομική επιλογή; (Εσύ φτιάχνεις το δικό σου "αθανατο" κανόνα, εγω τον δικό μου κλπ;)
Θα μου πεις, πως θα συγκροτηθεί ετσι ο πολιτισμός και η παιδεία; μα εκεί ειναι το ζητημα, οτι δεν βλέπω να βελτιώνεται ο άνθρωπος από τα κόρπους των διαφορων αν τη γη "κανόνων". Τα ιδια σκ.. ειναι στο περασμα των αιωνων. τα πληθη (σορι για τον ολοκληρωτισμό, αλλα στην παρουσα φαση/κριση τον πιστευω δυστυχώς)δεν μαθαίνουν τίποτα από τα κόρπους, κανενός πολιτισμού. (Αντίθετα, συχνά αυτά -χωρις να φταινε τα Εργα- γινονται αιτίες μίσαλλοδοξίας)Η βαρβαρότητα και τα πρωτογονα ενστικτα κυριαρχούν. Αρα, τι νοημα εχουν οι συλλογικές διαρκειες και οι αθανασίες; Μήπως απλώς για να φτιάχνουν ενα "εθνος";
Ενταξει, χρειάζεται, αλλα τελικά καταληγει λάθος. Πολύ απλά, δεν ειδα, πρακτικά, σε τι χρησίμευσε στην πνευματική μας ανυψωση ως κοινωνίας το οτι ολοι οι ελληνες σχεδόν διδάχτηκαν πχ αρχαία τραγωδία και παπαδιαμάντη στο σχολείο. Περασε και δεν ακούμπησε. Ψευδαίσθηση ειναι, που οφειλεται στο οτι γι αυτα τα θεματα συζητούν ΜΟΝΟ οσοι, ελάχιστοι, ενδιαφερόνται. Ο κόσμος, ακομα και οι "πτυχιούχοι", (ξερω και πανεπιστημιακούς)γκαγκά. Αλλιώς, πώς τοσο ψέμα, απάτη και μικρότητα παντού; Τι μας διδαξε ο Οιδίποδας για την ευθύνη και την αλήθεια, για τη μοναδικότητα του ανθρώπου;

flamencologio said...

Ο κύριος Μητάς μας διδάσκει υψηλή αισθητική στο βιβλίο του και δικαίως βραβεύθηκε, φίλοι μου! ¨Ημουν συνυποψήφιος και δεν ένιωσα την παραμικρή πικρία, παρ'όλο που το βιβλίο με τα διηγήματά μου "Το Αχτι" (εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011)θα ήθελα πολύ να βραβευθεί! ¨Οσο για τον Οιδίποδα, θα βρείτε ίσως κάποιες απαντήσεις στο ερώτημά σας περί ανθρώπινης φύσεως στη νουβέλα μου "Ένα Τριάρι για τον Οιδίποδα", που θα κυκλοφορήσει, και πάλι από τις εκδόσεις "Φαρφουλάς", εντός είκοσι ημερών από σήμερα...
Με τιμή
Νίκος Ξένιος
εκπαιδευτικός, δρ.φιλ, συγγραφέας

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Νίκο,
συγχαρητήρια ούτως ή άλλως που ήσουν στη μικρή λίστα, πράγμα που δείχνει ότι το πρωτόλειό-σου προσέχτηκε.

Όντως, το βιβλιαράκι του Μητά ήταν αποκάλυψη, οπότε η βράβευσή-του ήταν αναμενόμενη.

Κι επίσης συγχαρητήρια που έχεις το θάρρος (ή και την ταπεινοφροσύνη) να το παραδεχτείς δημόσια. Βεβαίως δεν έχω διαβάσει το δικό-σου, για να κάνω τη σύγκριση.
Εύχομαι καλή συνέχεια στα επόμενα έργα-σου
Φιλικά
Πατριάρχης Φώτιος

flamencologio said...

σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!