Sunday, December 12, 2010

“Τα χαρούμενα αγόρια της Ατζαβάρα” του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν

Το βιβλίο αυτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα διπλής ερμηνείας: μίας που θα προϋπέθετε λεπτομέρειες από τη ζωή του συγγραφέα και μιας άλλης που αγνοεί τα βιογραφικά στοιχεία και εξηγεί το κείμενο ανεξάρτητα από αυτά.

Καφές στιγμής (ζεστός ζεστός):
Manuel Vázquez Montalbán
“Los alegres muchachos de Atzavara”
1987
Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν
“Τα χαρούμενα αγόρια της Ατζαβάρα”
μετ. Τ. Ψαρρής
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

“Τα αγόρια της Ατζαβάρα” και “Οι νέοι της Σιδώνος”

          Το μυθιστόρημα του γνωστού ισπανού συγγραφέα διαδραματίζεται σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό έξω από τη Βαρκελώνη, την Ατζαβάρα, την οποία πλούσιοι αρχίζουν σταδιακά να αναπαλαιώνουν, ώστε να περνάνε εκεί τις διακοπές-τους, μακριά από τη βαβούρα ενός πολύβοου θερέτρου και αφημένοι στις ιδιορρυθμίες της ζωής-τους. Το κείμενο στηρίζεται σε τέσσερις οπτικές γωνίες ισάριθμων ανθρώπων, οι οποίοι αποτυπώνουν ο καθένας με τον τρόπο-του τα περιστατικά, την ατμόσφαιρα, το κλίμα του καλοκαιριού του 1974, όταν ο Φράνκο ήταν άρρωστος, πριν δηλαδή από την οριστική-του έξοδο από την εξουσία.
          Ο Πάκο βρέθηκε στην Ατζαβάρα κατά λάθος, καλεσμένος του φίλου-του Βιθέντε, παιδιά κι οι δύο της φτωχογειτονιάς Λα Φαμπικέττα. Λαϊκός νέος, αμάθητος σε κύκλους πλουσίων και έμπλεος περιέργειας αλλά και δέους σε όσα συμβαίνουν εκεί αφηγείται την έκπληξή-του, όταν ανακαλύπτει όχι τόσο έναν τρόπο ζωής τρυφηλό και χλιδάτο όσο ότι ο Βιθέντε είναι ομοφυλόφιλος, επίσημος εραστής του εμπόρου κοσμημάτων Ράφα. Η δεύτερη αφήγηση έρχεται από την Μόντσε, σύζυγος του Κάρλος, η οποία μετά τα σαράντα συμμετέχει σε ελεύθερες σχέσεις, έχει μάλιστα μόνιμο εραστή, και στην Ατζαβάρα βρίσκει τον κύκλο μέσα στον οποίο αφήνεται στην ελευθεριότητά-της. Η τρίτη αφήγηση ανήκει στον συγγραφέα Μιγιάς, ο οποίος εντάσσεται στους παντρεμένους της παρέας, που βρέθηκαν στην Ατζαβάρα, χωρίς να συμμερίζονται το ξεσάλωμα των άλλων, αλλά εντέλει τόσο ο ίδιος μένει και δεν μένει εκτός του κλίματος, ειδικά αφού η γυναίκα του Ιρένε φλερτάρει και συνουσιάζεται με άλλους άνδρες. Τέταρτη και τελευταία οπτική γωνία είναι αυτή της Πάκι Σανθ, κόρης πλούσιας αλλά χρεωκοπημένης οικογένειας που έφερε στην Ατζαβάρα τρεις νεαρούς που καθάριζαν αυτοκίνητα στα φανάρια.
          Αν κάποιος με πληροφορούσε ότι ο Μονταλμπάν είναι ομοφυλόφιλος, θα με ανάγκαζε να δω το έργο υπό άλλο πρίσμα. Αυτή η πληροφορία θα οδηγούσε την ανάγνωση σε μονοπάτια που θα διαμόρφωναν εκ των προτέρων τη δική-μου αναγνωστική πορεία και την ερμηνεία του όλου κλίματος. Επίτηδες, λοιπόν, δεν έψαξα να βρω τα βιογραφικά του ισπανού συγγραφέα, για να συγκρατήσω μόνο την κριτική που απορρέει μέσα σε όλο το κείμενο, είτε από τους συμμετέχοντες όπως η Μόντσε, είτε από τους παρατηρητές όπως ο Μιγιάς, απέναντι στην τρυφηλότητα μιας ομάδας που γλεντάει και πολιτικολογεί με την ίδια άνεση.
Εγώ δηλαδή εξέλαβα το έργο με την καβαφική στάση απέναντι στους Νέους της Σιδώνος. Όλοι αυτοί οι ομοφυλόφιλοι γλετζέδες, οι ιμερόεσσες γυναίκες, οι λάγνοι κάτοικοι της αλληγορικής Ατζαβάρα (μιας άλλης Σιδώνος δηλαδή), τα ελευθεριάζοντα ζευγάρια κ.ο.κ. ζουν το παρόν και βολεύονται με τον πλούτο και τις σαρκικές-τους απολαύσεις. Παράλληλα, πιο πολύ φιλοσοφώντας παρά μεριμνώντας πραγματικά για τις εξελίξεις, συζητάνε για την κατάσταση του Φράνκο, αλλά δεν τους νοιάζει ουσιαστικά γι’ αυτόν, ίσα ίσα που μπορεί και να βολεύονται με την πολιτική κατάσταση που συντηρεί τα κεκτημένα-τους.
             Ο συγγραφέας Μιγιάς το εκφράζει περιεκτικά: Όλοι αυτοί οι αργόσχολοι πλούσιοι είχαν κατά βάση αριστερά και αντιφασιστικά αισθήματα, αλλά στην πράξη απλώς εύχονταν ή προσαρμόζονταν στις επερχόμενες αλλαγές παρά τις επιδίωκαν. Νιώθω ότι πατώ σε ασταθές έδαφος κι όλη η ανάλυσή-μου να είναι η δική-μου στάση παρά του Μονταλμπάν και γι’ αυτό θα ήθελα να δω πως το αντιμετώπισαν το κείμενο άλλοι.
          Το βιβλίο δεν μπορώ να πω ότι με καθήλωσε, γιατί η ιστορία υστερεί σε σχέση με την ατμόσφαιρα, σε σχέση με τους χαρακτήρες που δείχνουν την τρυφηλή-τους διάθεση. Ωστόσο συνειδητοποίησα το σχέδιο του μυθιστορήματος και ικανοποιήθηκα από την ατζαβαρική αλληγορία.
Πατριάρχης Φώτιος

4 comments:

anagnostria said...

Τι σύμπτωση! Το διαβάζω τώρα (παράλληλα με 2-3 άλλα εννοείται). Ασφαλώς θα γράψω, αλλά δεν ξέρω ποιο απ' όλα όσα διαβάζω θα προηγηθεί.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria,
η ανάρτηση αυτή θα μείνει ανοικτή για δυο-τρεις μέρες τουλάχιστον. Επομένως, αν έχεις σχηματίσει άποψη, θα ήθελα να επανέλθεις για να με βοηθήσεις στα διλήμματά-μου.
Καλή ανάγνωση
Πατριάρχης Φώτιος

anagnostria said...

Αγαπητέ Πατριάρχη, δεν μπορώ ακόμη να έχω ολοκληρωμένη εικόνα, αλλά εκείνο που διακρίνω από όσο έχω διαβάσει είναι μια ειρωνεία. Ακόμη και ο τίτλος ακούγεται ειρωνικός. Πόσο "χαρούμενα" ήταν τα αγόρια της Ατζαβάρα; Πολύ σωστή η αναφορά στους "Νέους της Σιδώνος" αν και το ποίημα εκείνο πάντα μου γεννούσε μια αμφιβολία ως προς το τι ήθελε να εκφράσει ο Καβάφης. Τη μεγάλη αξία της Τέχνης, όπως υποστηρίζουν πολλοί, ή μήπως ειρωνικά το λέει, επιδοκιμάζοντας κατά βάθος το επιτάφιο του Αισχύλου; Αλλά η συζήτηση αυτή μας πάει αλλού. Εγώ πάλι βρήκα ομοιότητες με τον "Υπέροχο Γκάτσμπι" του Φιτζέραλτ, αλλά πολλές σκηνές (π. χ. η προσποίηση ότι απολαμβάνουν τη μουσική, ή η αδεξιότητα του νέου που πρωτομπαίνει στην παρέα τους κ.λπ.) μου θύμισαν ακόμη και σύγχρονες καταστάσεις. Οπωσδήποτε είναι ενδιαφέρον μυθιστόρημα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria,
ευχαριστώ για την άμεση απάντηση. Έχω ακούσει κι εγώ τις σχετικές διαφωνίες για την καβαφική πρόθεση στο ποίημά του. Στην ουσία, τόσο από τους "Νέους της Σιδώνος" όσο και από τα "Χαρούμενα αγόρια της Ατζαβάρα" προκύπτει η ίδια αμφιθυμία, η ίδια ειρωνεία που δεν ξέρει κανείς αν επιδοκιμάζονται ή αποδοκιμάζονται. Αυτό είναι άλλωστε η ΤΕΧΝΗ.
Πατριάρχης Φώτιος