Wednesday, December 01, 2010

Κρέπα σουτζούκι με μανιτάρια: Μισέλ ΦΑΪΣ

Ξαναδιαβάζοντας το παρελθόν, είτε στο πρόσωπο ενός παρία είτε στα τραγικά γεγονότα του Εμφυλίου, βλέπουμε τη μεταπολεμική εποχή και τον τρόπο που επηρέασε η διχαστική πολιτική το σήμερα. Οι πρώτες γενιές είχαν ζήσει τα γεγονότα, οι επόμενες, σαν αυτή του Φάις, τα παρακολουθούν διά της ιστοριογραφίας, της μαρτυρίας και της φαντασίας.

O Mισέλ Φάις, εβραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1957. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ σήμερα βιοπορίζεται από την κριτική λογοτεχνίας (Ελευθεροτυπία), την επιμέλεια λογοτεχνικών σειρών (Πατάκης) και τη διδασκαλία λογοτεχνικής γραφής (ΕΚΕΒΙ). Το 2000 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για την συλλογή διηγημάτων "Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες". Βιβλία-του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, στα ισπανικά, στα ιταλικά και στα αγγλικά, ενώ έργα-του έχουν δραματοποιηθεί επί σκηνής. Έχει πραγματοποιήσει δυο ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας στην Αθήνα ("Ύστερο βλέμμα", 1996 και "Η πόλη στα γόνατα", 2002, "Χώρος Τέχνης «24»") ενώ συμμετείχε στην Fotosynkyria (Θεσσαλονίκη, 2003). Το 2006 συμμετείχε στην ομαδικές εκθέσεις: "Γ.Μ. Βιζυηνός" (Μάιος) και "Καλοκαίρι, μια συνάντηση" (Οκτώβριος) στον Χώρο Τέχνης «24». Συνεργάστηκε στο σενάριο με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο ("Delivery", 2004, Επίσημη Συμμετοχή Φεστιβάλ Βενετίας και Μόντρεαλ).


Τα λογοτεχνικά βιβλία-του αντλημένα από τη biblionet.gr:

- “Πορφυρά γέλια” (Μυθιστόρημα), Αθήνα, Πατάκη 2010.
- “Το κίτρινο σκυλί” (Μονόλογος), Αθήνα, Πατάκη, 2009.
- “Ελληνική αυπνία” (Μυθιστόρημα), Αθήνα, Πατάκη, 2004.
- “Το μέλι και η στάχτη του Θεού” (Μυθιστόρημα), Αθήνα, Πατάκη, 2002.
- “Aegypius monachus” (Αφήγημα), Αθήνα, Καστανιώτη, 2001.
- “Απ' το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες” (διηγήματα), εικονογράφηση Χρόνη Μπότσογλου, Αθήνα, Καστανιώτη, 1999.
- “Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου” (Μυθιστόρημα), Αθήνα, Καστανιώτη, 1994.
- “Το σύνορο” (ποίηση), Αθήνα, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι., 1983.


Βασικά γνωρίσματα της πεζογραφίας-του
1. Συνδυάζει μοντερνιστικά και μεταμοντερνιστικά στοιχεία, αφού εναλλάσσει σκόπιμα οπτικές γωνίες και μεταφέρει το νόημα του κειμένου από ψηφίδα σε ψηφίδα μέσα στο λογοτεχνικό-του σύμπαν. Στην ουσία θέτει την αποδόμηση ως συνιστώσα αρχή των έργων-του, μέσα στα οποία ο αναγνώστης αναζητεί εναγωνίως το κέντρο του νοήματος χωρίς εύκολο αποτέλεσμα.
2. Σ’ αυτό συντείνουν και οι φορμαλιστικές δοκιμές-αλχημείες, από τις απόπειρες σύνθεσης ενός μυθιστορήματος μέσα στο μυθιστόρημα («Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου») ως τα ντοκουμέντα ως αρχειακό υλικό στη βιογραφία του Τζούλιο Καΐμη και τη θεατρικότητα του «Κίτρινου σκυλιού» που γίνεται δομική αρχή στα «Πορφυρά γέλια».
3. Η έννοια της ταυτότητας και της ετερότητας στοιχειώνει τα βιβλία-του. Η εβραϊκή-του συνείδηση μέσα στην ελληνική κουλτούρα, η βαλκανικότητα της γενέτειρας Θράκης, η αριστερή σκοπιά απέναντι στις άλλες ιδεολογίες που συστήνουν το ελληνικό και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Αλλά και ατομικό επίπεδο η προσωπική-του ζωή διασταυρώνεται με πρόσωπα και τύπους, ειδικά στα διηγήματα, όπου η ατομική ταυτότητα ξεφεύγει από το μέσο όρο.
4. Οι χαρακτήρες-του μέσα στο πλαίσιο του προηγούμενου προβληματισμού είναι άνθρωποι συχνά περιθωριακοί που ζουν έναν σύνθετο βίο ιδιωτείας και δημοσιότητας. Ο βραδύγλωσσος ήρωας της «Αυτοβιογραφίας», ο ιδιόρρυθμος πένης εβραίος Τζούλιο Καΐμη, η βουλγάρα καθαρίστρια που δέχτηκε επίθεση με οξύ, ο τρελός άυπνος Βιζυηνός συνθέτουν το εικονοστάσι χαμένων «ηρώων» που δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τα σταυροδρόμια στα οποία τούς έριξε η μοίρα.


Μια γνώμη για το τελευταίο-του βιβλίο:

Ένα γαρύφαλλο εν ανοίᾳ
        Τα “Πορφυρά γέλια” (εκδόσεις Πατάκη, 2010) εντάσσονται στη μόδα της εποχής που αναμοχλεύει τον Εμφύλιο, ξαναδιαβάζει την ιστορία και προσπαθεί να βρει τα λάθη, ημέτερα και σφέτερα, να αποδώσει ευθύνες, συνήθως συλλογικές, και να ξεθάψει τις αποσιωπημένες έριδες και κατηγορίες, ώστε να πλησιάσει το παρόν από το δρόμο του παρελθόντος. Παράλληλα, σε ένα μικρό σημείο ενθέτει και την άλλη μόδα των καιρών-μας που είναι η τύχη των Εβραίων στον Πόλεμο. Απ’ αυτή την άποψη θα έλεγα ότι έχουμε πήξει στην εμφυλιολογία και έχουμε γεμίσει με διακηρύξεις για το δίκιο της μίας πλευράς ή για την αδυσώπητη μνήμη της ιστορίας. Ωστόσο, το εγχείρημα του Φάις δεν είναι μονότονο.
        Ο λογοτέχνης επιλέγει να δώσει στο πρώτο μισό του κειμένου-του θεατρική δομή με διαλόγους, κοφτές στιχομυθίες, μισοτελειωμένες φράσεις και σκηνικές οδηγίες. Η επιλογή αυτή κάνει πιο γρήγορο το έργο, αλλά ο βασικός στόχος είναι άλλος: ο συγγραφέας θέλει να θέσει σε διαλεκτική βάση τις απόψεις της αριστερής πλευράς και να τις αφήσει να κονταροχτυπηθούν στο πλατό του σήμερα. Έτσι, ο εγγονός ξεστομίζει τα απανωτά “κατηγορώ” του απέναντι στην άλλοτε σταλινική, απ’ ό,τι φαίνεται, γιαγιά-του, την περίφημη Κόκκινη δασκάλα, η οποία τώρα βρίσκεται σε άνοια και δεν μπορεί να αρθρώσει λογικές προτάσεις αλλά απαντά με παραληρηματικές φράσεις, αν και προς το τέλος του πρώτου μέρους αναλαμβάνει την απολογία της ιδεολογίας-της.
       Κάθε πλευρά του «διαλόγου» αντικατοπτρίζει μια στάση απέναντι στα γεγονότα του τότε, αφού ο εγγονός κάνει σκληρή αυτοκριτική, όντας ο ίδιος αριστερός, αλλά πλέον με την απόσταση των 70 ετών μπορεί να ψέγει ελεύθερα και ανώδυνα, πάντα όμως με την αγανάκτηση που συσσωρεύουν τα πλείστα «γιατί», οι πρακτικές και οι στρατηγικές. Το μένος-του δεν στρέφεται τόσο εναντίον των δεξιών αντιπάλων, όσο εναντίον των αλληλομαχαιρωμάτων που διέλυσαν την ομοιογένεια της Αριστεράς. Από την άλλη, η γιαγιά ζει ακριβώς στη φάση που ζουν όσοι έχουν εμμείνει στην ορθόδοξη κομουνιστική γραμμή, που δεν σκέφτονται, δεν αναλογίζονται τις ευθύνες-τους, δεν πήραν το μήνυμα του αλεξάνδρειου «Κιβωτίου» και, μέσα στη σύγχυση αλλά κυρίως στην αμνησία-τους, αρνούνται να δουν με καθαρότερο μυαλό τις εξελίξεις του Εμφυλίου, μετρώντας λάθη, εγκλήματα και αστοχίες.
       Παράλληλα, οι αντιθέσεις που διατρέχουν το κείμενο δεν περιορίζονται στη σύγκρουση γιαγιάς και εγγονού. Στην τηλεόραση ακούγεται η φωνή του Στάθη, γιου της γιαγιάς, ο οποίος σαν άλλος τηλεοπτικός πλασιέ βιβλίων ευαγγελίζεται την έλευση του ξανθού γένους του Πούτιν, δηλαδή άλλη μια εναπόθεση των ελπίδων του λαού-μας στους Ρώσους, που έμμεσα παραπέμπει στις ελπίδες των κομουνιστών στη σοβιετική βοήθεια. Συνάμα, στο κασετόφωνο παίζουν ενίοτε αποσπάσματα από τη σύγκρουση Διονύσου και Πενθέα από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, μια σύγκρουση που εδράζεται στην πάλη της εξουσίας με τους επαναστάτες.
      Στο δεύτερο μισό του μυθιστορήματος συναντάμε τρεις επάλληλες αφηγήσεις, των οποίων τα μέρη εναλλάσσονται με μερική τακτικότητα. Από τη μία, είναι ο «φτερουγισμένος παππούς» αλλά και ο «δαίμων του παππού» που διηγείται αναμνήσεις από τον Εμφύλιο. Πρόκειται στην ουσία για μαρτυρίες από την εποχή εκ μέρους ενός απλού στρατιώτη που κατεβαίνει από το βουνό και ψάχνεται ανάμεσα στο ατομικό και το κομματικό. Από την άλλη, έχουμε το «καυλωμένο εγγονό» ο οποίος εκφέρει έναν ψυχαναλυτικό λόγο με δυο γκόμενές-του, με στοιχεία παραλόγου, με ατμόσφαιρα ονείρου όπου η οπτική γωνία αλλάζει συχνά, το σκηνικό μεταφέρεται εδώ κι εκεί, με μικρά επεισόδια μιας εσωτερικής αυτοανάλυσης. Τέλος, και ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι, είναι οι λόγοι της «γιαγιάς που ξεχάστηκε» οι οποίοι πλάθουν αλτχαϊμερικά σενάρια και φανταστικέ ιστορίες σε μια Ελλάδα όπου έχει επικρατήσει η Λαοκρατία και ο Ζαχαριάδης θεωρείται μέγας ήρωας και ηγέτης. Μέσα εκεί φαίνονται οι κομουνιστικές ακρότητες που θα είχαν επιβληθεί μετατρέποντας την κοινωνία σε μια παράτα πομπώδους ρητορείας και ισοπεδωτικής ομοιογένειας.
       Στην ουσία ο Φάις επιχειρεί μια απομυθοποίηση του Ζαχαριάδη και του «κομμουνιστικού ονείρου» ανατρέποντας πολλές πίστεις για το σοσιαλιστικό μέλλον και το σταλινικό παρελθόν. Η επίθεσή-του έρχεται τόσο από τους ίδιους του οπαδούς-του που βλέπουν τη διάψευση ως την αναπόφευκτη εξέλιξη στους στόχους-τους, όσο και από τους νεότερους που ξαναδιαβάζουν την ιστορία, την πραγματωμένη και την απραγματοποίητη, κρίνοντας τις προθέσεις και τις λύσεις, καυτηριάζοντας τον δογματισμό και δείχνοντας τη μονομέρεια της υποταγής όχι τόσο στην ιδέα, όσο στα πρόσωπα που υποτίθεται ενσαρκώνουν απόλυτα και αναντίρρητα την ιδέα.
         Αυτό το βιβλίο εντέλει μού άφησε την ίδια γεύση του ανολοκλήρωτου που μου άφησαν και τα προηγούμενα έργα του Φάις. Όχι επειδή δεν μπόρεσε ο συγγραφέας να το "τελειοποιήσει", αλλά επειδή είναι στις προθέσεις-του να το αφήσει στη συσσώρευση που ποτέ δεν ολοκληρώνει το παζλ. Δεν παρακολουθούμε χαρακτήρες αλλά τύπους, δεν βλέπουμε πλοκή αλλά μόνο αποσπασματική δομή, δεν βλέπουμε εξέλιξη ιστορίας αλλά πιο πολύ ατμόσφαιρα και ένα ποτ-πουρί ιδεών που καρφώνονται απανωτά στο μυαλό του αναγνώστη. Το θέμα της αριστερής κριτικής δεν είναι φυσικά αμελητέο, αλλά πιο πολύ αυτό προβάλλεται στην ιδεολογική-του βάση ή σε μέσω μιας εγκεφαλικής κατασκευής παρά σε μια αισθητική αντιμετώπιση της λογοτεχνίας. Ο μεταμοντερνισμός εντέλει εξαρθρώνει τη λογοτεχνία για να δείξει την εξάρθρωση της σημερινής κοινωνίας. Από την άλλη, αυτή η (μετα)μοντερνιστική κρυπτικότητα, η οποία αφήνει τη γεύση του ελίτ, που πετάει τον αναγνώστη στη θάλασσα και τον αφήνει να πνιγεί ή να σωθεί μόνος-του, θέλει πολλή συζήτηση. Ίσως επανέλθω.
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

11 comments:

Snowball said...

Ωραίο τίτλο έχει το post! :)

Συχνά η κριτική του πρόσφατου παρελθόντος του τόσο έντονα πολιτικά φορτισμένου οδηγεί διά μέσου της εις άτοπον απαγωγής στην (απολίτικη) θέση του "κανένας καλός" ή στην λογική του τρίτου δρόμου, "ένας άλλος (καπιταλιστικός) κόσμος είναι εφικτός", ότι λέει και η Α.Μ ο πρωθυπουργός μας και ξεραινόμαστε στο γέλιο...

Όπως και να έχει, έχω βαρεθεί αφάνταστα την εμφυλιολογία και το διαρκές ψείρισμα της ιστορίας του τι θα μπορούσε να κάνει και δεν έκανε η Αριστερά, τα πως και τα γιατί...

Το παρόν και το μέλλον βάζουν επιτακτικά ζητήματα αλλά κάποιοι επιμένουν να αναλώνονται σε μοιρολόγια ή περισπούδαστες αναλύσεις...

Την ευχή σου Δέσποτα...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Χιονόμπαλα,
συμφωνώ, όπως φαίνεται και σε όσα γράφω στο ποστ, στο ότι η χιονοστιβάδα εμφυλιολάγνων κειμένων που ξανά και ξανά θυμιατίζουν ή καταριούνται τακτικές τού τότε, προκαλεί λίγο ή πολύ κορεσμό. Και μέχρις ενός σημείου έπρεπε να ανοίξει το θέμα, αλλά έχω γενικά κουραστεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι καταδικάζω a priori τέτοια έργα, αφού πάντα περιμένω κάτι το ιδιαίτερο.

Όσο για το "απολίτικο" του εγχειρήματος, όντως το "όλοι φταίνε" σημαίνει "δεν έχει κανένας δίκιο, επομένως δεν ασχολούμαι". Όμως η επάνοδος της λογοτεχνίας στην πολιτική δείχνει πως το πεδίο ξαναζωντανεύει κι αυτό είναι ευοίωνο.
Την ευλογία-μου, τέκνο-μου.
Πατριάρχης Φώτιος

Snowball said...

Α priori δεν καταδικάζω αλλά ομολογώ ότι είμαι αρνητικά προκατειλημμένος...

Η επάνοδος της λογοτεχνίας στην πολιτική είναι όντως ενδιαφέρουσα και ελπιδοφόρα (πόσα ρομάντζα στα ράφια επιτέλους?) όσο και λογική λόγω της κρίσης που περνάει η δυτική κοινωνία τελευταία (οι υπόλοιπες βρίσκονται μόνιμα σε κρίση), σε κάθε περίπτωση όμως παίζει ρόλο και το περιεχόμενο και ουχί (sic) μόνο η λεζάντα, προοδευτική και κουλτουριάρα ή πατριωτική και εθνικά περήφανη...

Την ευχή σου Δέσποτα...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Χιονόμπαλα,
κατά βάση συμφωνούμε: έχουμε πήξει από τη μόδα του Εμφυλίου, βλέπουμε με καλό μάτι την πολιτική λογοτεχνία και την επανάκαμψή-της, αλλά δυσανασχετούμε με την ομφαλοσκοπική-της λειτουργία, όταν το περιεχόμενο είναι κατώτερο των πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων που θέλοντας και μη ζούμε σε όλα τα επίπεδα εκτός λογοτεχνίας.
Πατριάρχης Φώτιος

Γιώργο Μπατζιλή said...

Εφόσον ο Μισέλ Φαϊς εμπνέεται απτήν "Γενεαλογία της ηθικής" ασ' κάνει τον κόπο να μιλήσει και για την ηθική των αρχόντων εάν την κατανόησε.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Γιώργο,
πάλι δεν σε πιάνω.
Ωραία παραπέμπεις στον Νίτσε, αλλά δεν καταλαβαίνω
πώς τον συνδέεις με τον Φάις.
Θα ήθελα, σε παρακαλώ, ν' ακούσω περισσότερα.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

"Οι χαρακτήρες-του ...είναι άνθρωποι..περιθωριακοί"
Λείπουν εντελώς οι συστημικοί; Ποιά είναι η ηθική των έσχατων/περιθωριακών;

Γιώργο Μπατζιλή said...

"έχουμε πήξει στην εμφυλιολογία" όπως λες αλλά ποτέ στην ουσία. Εάν μιλά για Ζαχαριάδη οφείλει να μιλά ταυτόχρονα και παράλληλα για Σιάντο και να αναλογίζεται τις τεράστιες διαφορές, αείποτε γραμμένες.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anonyme,
απ' όσο μπορώ να σκεφτώ, ναι, λείπουν οι συστημικοί. Όσο για την ηθική των "έσχατων" δεν είναι αντιδραστική, δεν είναι καθωσπρέπει. Είναι πιο πολύ μια εσωτερική ισορροπία ανάμεσα στο κοινωνικά επιβαλλόμενο και στο εσωτερικά οριστέο.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Γιώργο,
ένα πρόβλημα που έχω με τον λόγο-σου, και συγγνώμη που θα σ' το πω, είναι ότι είναι τόσο λακωνικός, τόσο στηριγμένος στην αυτάρκειά-του που δεν μπορώ να τον καταλάβω. Προσωπικά θα ήθελα ένα μεγαλύτερο σχόλιο που να εξηγεί όσα πιστεύεις και κυρίως να τα αποδεικνύει με συλλογισμό. Αλλιώς με σύντομες ατάκες και φευγαλέες εκφράσεις δεν μπορεί ο ανίδεος -όπως εγώ- να καταλάβει. Δεν είναι σίγουρο ότι ξέρουν όλοι τον Σιάντο, ούτε ότι είναι αυτονόητο ποιος είχε τη σωστή στάση και ποιος τη λανθασμένη.
Αν καταλαβαίνεις τι εννοώ, στήριξε τις θέσεις-σου.
Πατριάρχης Φώτιος

Γιώργο Μπατζιλή said...

Εγώ μάλλον είμαι ο ανίδεος και στηρίζομαι περισότερο στη διαίσθηση με ρίσκο να λέω ασυναρτησίες.
"Οσο για την μη καθωσπρέπει ηθική των έσχατων" υποθέτω πως προσομοιάζει στην προπολεμική νοοτροπία της εποχής που τους παρέδοσε στη φάρσα, αμαχητί και χωρίς ηγέτες, την καλημέρα μου.