Saturday, November 21, 2009

Ελληνικός με ολίγη: Μένης Κουμανταρέας


Ο καλλιτέχνης κι ο στρατιώτης

Ο στρατός στην ελληνική λογοτεχνία λειτουργεί όπως στις αγγλοσαξονικές χώρες το πανεπιστήμιο: δημιουργεί έναν μικρόκοσμο, μια μικρογραφία της κοινωνίας, ορθώνει αρχετυπικούς χαρακτήρες, στήνει μικροσκηνικά που αντανακλούν τη συνολική κοινωνική πραγματικότητα. Με αυτήν τη λογική θα μπορούσαμε να μιλάμε για ελληνικό “στρατιωτικό μυθιστόρημα” (κατά το ομόλογό-του αλλοδαπό πανεπιστημιακό είδος).


“Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά”
εκδόσεις Κέδρος
2009

          Ο Κουμανταρέας έχει προϋπηρεσία στον χώρο λ.χ. με το διήγημα “Δόξα του Σκαπανέα” στην πρώτη-του συλλογή “Τα μηχανάκια” (1962) και φυσικά τον “Ωραίο λοχαγό” (1982), αλλά και άλλες άμεσες και έμμεσες αναφορές. Στο συγκεκριμένο έργο ο στρατηγός σε ένα απομακρυσμένο στρατόπεδο πριν από πολλά χρόνια αποφασίζει με την παρότρυνση της συζύγου-του να φτιάξει το πορτρέτο-του∙ το αναθέτει μάλιστα σε έναν αγγελόμορφο ξανθό στρατιώτη (σκηνογραφία Τσαρούχη), ο οποίος βάζει στο φόντο του πίνακα το κρατητήριο του στρατοπέδου, όπου οι κρατούμενοι σηκώνουν τις γροθιές-τους.

         Η νουβέλα ισορροπεί ανάμεσα στο παραμύθι και στην αλληγορία, καθώς γράφτηκε και διαβάζεται με την απλή (απλοϊκή) πλοκή της λαϊκής αφήγησης, με τη γραμμική εξέλιξη και με τα σαφή περιγράμματα που δεν (συ)σκοτίζουν. Παράλληλα, κάθε στοιχείο της ιστορίας αφήνει προεκτάσεις σε συμβολισμούς που ξεφεύγουν από τα όριά-της και ανοίγουν τον προβληματισμό στη σχέση εξουσίας και τέχνης. Το τρίγωνο στρατηγού, στρατηγίνας και στρατιώτη-ζωγράφου είναι η βάση για πολλές αντιθέσεις, οι οποίες διπολικά θέτουν ζητήματα δύναμης, δημιουργίας και αντίστασης.
         Η βασική αντίθεση είναι αυτή μεταξύ εξουσίας και τέχνης. Ο στρατηγός εκπροσωπεί τη δύναμη που αντανακλά ανδρικά πρότυπα, που επιβάλλεται με διαταγές και ετσιθελική συμπεριφορά, που νιώθει να απειλείται από “αναρχικούς” και εντέλει αποδεικνύεται να βουλιάζει κι αυτός από τις προσωπικές-του ανασφάλειες. Από την άλλη, η τέχνη είναι θηλυκή∙ εκπροσωπείται από τον ζωγράφο που διακρίνεται από γυναικεία γνωρίσματα και φαίνεται τόσο ξένος μέσα στο βαρβάτο στρατόπεδο (το οποίο ωστόσο δεν σκιαγραφείται σκληρό και αδυσώπητο) αλλά και από τη γυναικεία φιλοδοξία της συζύγου του στρατηγού, η οποία δονείται από ερωτισμό και καλλιτεχνικά οράματα. Ο άνδρας-της βλέπει την προσωπογραφία-του ως φορέα δύναμης και διαχρονικού κύρους (ποζάρει με τα παράσημά-του), ενώ η γυναίκα-του ως δείγμα φιλελεύθερης διακυβέρνησης.

            Τρίτη αντίθεση (μετά τα δίπολα εξουσία-τέχνη, άνδρας-γυναίκα) είναι η ιεραρχική διαφορά εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Φυσικά, ο πρώτος είναι ο στρατηγός κι ο δεύτερος ο ζωγράφος, των οποίων οι ρόλοι αντιστρέφονται συχνά λ.χ. όταν ο στρατιώτης αναγκάζει τον διοικητή-του να απελευθερώσει τους κρατούμενους ή να δώσει άδεια σε όλη τη διμοιρία. Ακόμα κι όταν ο στρατηγός δείχνει τα δόντια-του, η τέχνη δείχνει πόσο μπορεί να άρει τον εξουσιαζόμενο σε μια ανώτερη σφαίρα ελευθερίας. Η καταπίεση και η ανεξαρτησία περνάνε μέσα από τη δύναμη της αυταρχικής επιβολής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Ο πίνακας (εμπνευσμένος από το
"Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι") είναι του Mercuralis

         Άλλη αντίθεση που προκύπτει από τη σκηνοθεσία της προσωπογράφησης είναι αυτή μεταξύ πραγματικότητας και τέχνης∙ απέναντι στην ελευθερία της τελευταίας να αποτυπώνει την πρώτη ή ακόμα και να την κατασκευάζει εξ αρχής, προβάλλεται η ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής από τη ζωγραφική, η οποία χωρίς τη θέληση του δημιουργού φέρνει στο προσκήνιο αφανείς πλευρές ανθρώπων και καταστάσεων. Ο Κουμανταρέας σε μια σύλληψη αλά Όσκαρ Ουάιλντ αφήνει το πορτρέτο να δουλεύεται μόνο-του, να ολοκληρώνεται μέσα στη νύχτα και να εξελίσσεται ανεξάρτητα από τη θέληση του ζωγράφου, ο οποίος γνωρίζοντας τη δύναμη της τέχνης δεν παραξενεύεται αλλά σιωπηλά συναινεί.
           Ποικίλες άλλες αντιθέσεις (όπως αυτή της νιότης και τα γηρατειά και της δημοκρατίας έναντι του ολοκληρωτισμού) εντάσσονται μέσα στο οργανόγραμμα του συγγραφέα και διαπλέκονται αμοιβαία με τα βασικά δίπολα της νουβέλας.

         Αν διαβάσει κανείς στενά ρεαλιστικά το έργο, θα απορήσει με μικρά και μεγάλα άλογα σημεία, όπως η ευκολία στις ενέργειες των προσώπων και η ατελής απόδοση των κινήτρων-τους, ή με τις πάμπολλες στερεότυπες εικόνες. Αν όμως δεχτεί ότι πρόκειται για μια αλληγορία δοσμένη με αδρές γραμμές και με ενδελεχή μυθοπλαστική αληθοφάνεια, θα καταλάβει τα όνειρα που παρεισφρέουν, την παράλογη φυγή από το στρατόπεδο αλλά και τις ποιητικές φράσεις και τους φιλοσοφικούς διαλόγους. Η ουσία του κειμένου έγκειται στην αντιπαράθεση κυρίαρχων δυνάμεων της ζωής, που βρίσκουν το απόλυτο πλαίσιό-τους μέσα στο στρατόπεδο (όπως η εξουσία) αλλά και το περιθώριο να αντισταθούν στην απολυτότητα (και δη στην αληθοφάνεια) ακριβώς μέσα στο σκληρό περιβάλλον του λογοκρατικού στρατού.

         Ένα ωστόσο από τα μεγάλα μειονεκτήματα του έργου είναι η αμήχανη κατάληξή-του. Ο Κουμανταρέας έφτασε μέχρι ενός σημείου τη νουβέλα-του και έπειτα δεν ήξερε πώς να την ολοκληρώσει. Έτσι, κάθε μικρή ή μεγάλη ανακάλυψη των μηχανισμών-της από τον αναγνώστη εξαερώνεται στο τέλος, όταν η ιστορία τελειώνει πεζά και ανούσια, σαν μια απόληξη που κρέμεται στο άπειρο…
Οι δύο άλλοι πίνακες είναι φυσικά του Γ. Τσαρούχη
Πατριάρχης Φώτιος

7 comments:

Μύρων Κατσούνας said...

To βιβλίο το διάβασα με αφορμή το προηγούμενο σχόλιό σου επί της γενναίας κριτικής Γαραντούδη.
Το κείμενο προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ αλληγορίας, παραμυθιού, υποβλητικών εικόνων και της ρεαλιστικής αφήγησης που έχει καθιερώσει τον Κουμανταρέα - και όχι αδίκως κατά τη γνώμη μου. Την επιθυμητή αυτή ισορροπία άλλοτε την κατακτά κι άλλοτε όχι.

Είναι, πάντως, σίγουρα καλύτερο από τον Νώε, που συγκέντρωσε τα βέλη της κριτικής κιεδώ μέσα.

Ας το εντάξετε στα αναγνωστέα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μύρωνα,
κι εγώ πιστεύω ότι η κριτική Γαραντούδη εντέλει είναι υπερβολική. Τώρα που διάβασα το βιβλίο συμφωνώ με όσα λες και γι' αυτό κάθισα και το διάβασα προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τις παραβολικές συλλήψεις του έργου και τις αντιθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται.
Πατριάρχης Φώτιος
ΥΓ. Ο Νώε ήταν όντως από τις ατυχείς στιγμές του Κουμανταρέα.

Μύρων Κατσούνας said...

Ι. Δεν ξέρω εάν η κριτική του Γαραντούδη ήταν υπερβολική ή όχι. Αυτό που ξέρω είναι ότι ήταν κριτική και όχι γλυκερή βιβλιοπαρουσίαση. Υποθέτω ότι εάν του είχαν δώσει περσότερες λέξεις, θα ανέπτυσσε κι ευκρινέστερα το επιχείρημά του.

ΙΙ. Για το λεγόμενο "στρατιωτικό μυθιστόρημα", δες κι εδώ: http://www.protoporia.gr/product_info.php/products_id/149123

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μύρωνα,
δεν πιάνω όλη τη διεύθυνση. Την διαβάζω μέχρι το product.
Π.Φ.

Μύρων Κατσούνας said...

//www.protoporia.gr/product_info.php/products_id/149123

Pellegrina said...

http://niovilyri.wordpress.com/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b7-pdf/

Σκληρή αυτοδιαφήμιση:):(όπως λέμε "σκληρό πορνό"!) στο παραπάνω link (όπου κάνεις κλικ στον κόκκινο τίτλο "Η χρυσή βροχή") μια νουβέλα με παρομοιο με του Κουμανταρέα θέμα: η τέχνη και ο ρόλος του καλλιτέχνη, όχι μόνο (αλλά και) σε σχέση με την εξουσία. Αν τη διαβάσει κανείς όμως (λέμε τώρα!) "πρέπει" να τη διαβάσει ολόκληρη! (περίπου 100 σελίδες βιβλίου)

Anonymous said...

Δεν μου άρεσε καθόλου. Το βρήκα παιδικό, και σχεδόν κακογραμμένο. Η αλληγορία του έχασκε με όλο αυτο το δήθεν διδακτικό ύφος...

-μια αναγνώστρια