Monday, September 06, 2010

“Φίδια στο σκορπιό” του Κώστα Μουζουράκη

Καλοκαιρινά βιβλία: τι επιλέγει τελικά κανείς; Οι εφημερίδες προβάλλουν, ακόμα και με αφιερώματα, το αστυνομικό μυθιστόρημα και τα παρεμφερή-του που τα θεωρούν χαλαρά αναγνώσματα για εκείνον που ναι μεν θέλει να διαβάσει, αλλά δεν διαθέτει τη συγκέντρωση την οποία ευνοεί ο κλειστός χώρος.

Φραπέ πικρός με πάγο:
Κώστας Μουζουράκης
“Φίδια στο σκορπιό”
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

        Το μυθιστόρημα του νεαρού συγγραφέα δεν είναι αστυνομικό. Κάποιοι μπορεί να το κατατάξουν στα noir, κάποιοι στην pulp fiction, ο ίδιος ο πεζογράφος βάζει μέσα και την έννοια του road movie και το ονομάζει «πολιτικό νουάρ». Όλα αυτά συνθέτουν το προφίλ του έργου, εκτός από την έννοια της πολιτικής λογοτεχνίας της οποίας τις προδιαγραφές δεν πληροί το κείμενο. Και μη μου πείτε «πολιτικός» με την ευρεία σημασία αυτού που ασχολείται με την «πόλη», την κοινωνία δηλαδή και την παθογένειά-της… Αυτό στην καλύτερη περίπτωση θα το λέγαμε «κοινωνικό», στοιχεία του οποίου φαίνονται αμυδρά στο έργο.
          Πιο πολύ το βιβλίο είναι μια ιστορία εκδίκησης, ή μάλλον δύο σε μία. Μια συμμορία ληστών τραπεζών συγκροτείται και δρα με επαγγελματικούς όρους και με άψογη οργάνωση και εκτέλεση: ο Κάρλο, ο Έκτορας, η Σολ, η Μι και ο Σι. Πίσω από αυτά τα ψευδώνυμα κρύβονται καθημερινοί άνθρωποι με άλλες ζωές και ιδιωτικότητα. Η Ρία μένει ψηλά στα βουνά της Βάλια Κάλντα και σκοτώνει δυο επίδοξους βιαστές θάβοντάς-τους στα απάτητα χώματα της Πίνδου. Ο Μάρκος συμπαθεί μια νεαρή Ρωσίδα, η οποία υφίσταται τον ξυλοδαρμό των αφεντικών-της σε ένα κωλάδικο της Θήβας, αποφασίζει να τη βοηθήσει απάγοντάς-την και καταφέρνοντας να την απελευθερώσει. Ο Ισμαέλ κλείνεται σε υπόγειο και βασανίζεται μέχρι θανάτου, προκειμένου να αποκαλύψει όσα ξέρει. Στο τέλος, τα ψευδώνυμα της πενταμελούς συμμορίας ταυτοποιούνται από τον αναγνώστη, ο οποίος βλέπει μπροστά στα μάτια-του να εξελίσσεται η προσπάθειά-τους να εκδικηθούν τον θάνατο του Ισμαέλ-Έκτορα.
       Ο Μουζουράκης θυμίζει Μαμαλούκα στις καλές-του στιγμές, στα βιβλία-του όπου η πλοκή είναι καλοδουλεμένη και τα επιμέρους στοιχεία τοποθετούνται σοφά σε ένα επεξεργασμένο πλαίσιο δράσης. Ο συγγραφέας των “Φιδιών στο Σκορπιό” σκορπά καταρχάς τα πρόσωπα σε διαφορετικές ιστορίες, καθεμία από τις οποίες διατηρεί τη δική-της γοητεία, τη δική-της αυτόνομη θελκτικότητα, και στο τελευταίο τέταρτο του έργου τις κάνει να συγκλίνουν προς ένα ιδιαίτερα υπολογισμένο τέλος. Κάπου στα ¾ της πλοκής ο αναγνώστης ανακαλύπτει τις ταυτίσεις των προσώπων, ανακαλύπτει το νήμα που συνδέει τα μέχρι τότε ασύνδετα επεισόδια και ξαφνιασμένος θετικά εκτιμά τον προγραμματισμό και την στοχοθεσία που επιδέξια συνδέει τα μέρη στο κάδρο της γραφής.
        Όλα αυτά καθιστούν το μυθιστόρημα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, με δράση και σασπένς, με γρήγορους ρυθμούς, με ατμόσφαιρα νύχτας, υποκόσμου και σκοτεινών ενεργειών.
Αλλά,
βλέπεις μεν έναν συγγραφέα που ξέρει να χειρίζεται τα υλικά-του,
που ξέρει να συγκολλά τα κομμάτια σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία μέχρι το επιδιωκόμενο τέλος,
δεν ξέρεις όμως αν αυτό το προσόν είναι ικανό να κάνει τα επόμενα βιβλία-του ποιοτικά και όχι μόνο ενδιαφέροντα.
         Με άλλα λόγια, δεν φτάνει μόνο η πλοκή για να περάσει το X βιβλίο το όριο μεταξύ απλής εξιστόρησης και ουσιαστικής αφήγησης. Η γλώσσα λ.χ. του Μουζουράκη είναι ενός καθορισμένου από τα διαβάσματά-του ύφους, αφού τα αμερικάνικα μυθιστορήματα και ταινίες τροφοδοτούν τη σκέψη του συγγραφέα, αλλά δεν ευνοούν μια πιο λεπτοδουλεμένη γλώσσα. Ο νεαρός πεζογράφος μένει εκών άκων στην ιδιόλεκτο της κινηματογραφικής ταχύτητας και των νουάρ μυθιστορημάτων, συχνά προχειρομεταφρασμένων, στη γλώσσα των αγγλόφωνων τραγουδιών κ.ο.κ., αλλά μέχρι εκεί. Μεγάλος συγγραφέας όμως σημαίνει και ένα κάρο αναγνώσματα πιο κλασικά, πιο ελληνικά, πιο εστιασμένα στο ύφος, ώστε να μπορέσει η γραφή-του να υποστηρίξει τη δράση με μικρές ή μεγάλες “περιοχές” ποικιλίας, υφολογικών ελιγμών, εσωτερικότητας που να εκφράζεται ανάλογα, εννοιολογικού βάθους ανοιγμένου προς χώρους πέρα από την απλή αφήγηση.
         Και φυσικά η γλώσσα μπορεί και πρέπει να υποστηρίξει όχι μόνο το καλοεπεξεργασμένο παζλ της ιστορίας, αλλά και ένα δεύτερο επίπεδο πέρα από την τηλεοπτική ροή εικόνων και σκηνών.
Πατριάρχης Φώτιος

3 comments:

Imamis said...

Ενδιαφέροντα τα σχόλιά σου και συμφωνώ σχεδόν με όλα. Επίσης είμαι πιο επιεικής στους προβληματισμούς σου. Ωστόσο μου κάνει εντύπωση που δεν παρατήρησες:
1. Την αφέλεια στη σκηνή με τους "Φασισταράδες"
2. Την επιλεκτική εμπάθεια απέναντι σε ανθρώπους που αντιπαθεί ο συγγραφέας. Κακοί τραπεζίτες, κακοί νταβατζήδες, καλοί ληστές, καλές πόρνες.
3. Την εφηβική, στηριγμένη εντελώς σε κινηματογραφικά πρότυπα ή αλλιώς "έχω πάει μια φορά στη ζωή μου σε κωλόμπαρο κι ερωτεύτηκα την πουτάνα" απόδοση της λειτουργίας του κωλόμπαρου.
Ειδικά το τρίτο, με ενόχλησε αρκετά, καλώς ή κακώς ο συγγραφέας οφείλει να ξέρει το υλικό του καλύτερα από τον αναγνώστη.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Imami,
σίγουρα όλα όσα λες δείχνουν ένα είδος μίμησης από ταινίες και νουάρ βιβλία και γι' αυτό λείπει η στόφα της δημιουργικότητας.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Μα ειδικά το τρίτο νομίζω το έχουν πολλοί Έλληνες, κι ακόμα πιο έμπειροι από τον Μουζουράκη. Όποτε εμφανιστεί πόρνη σε βιβλίο Έλληνα ξέρεις ότι θα εμφανιστούν ροζ καρδούλες και ο ήρωας θα την ερωτευτεί στο δευτερόλεπτο. Δεν πάω να δικαιολογήσω τον Μουζουράκη, ίσα ίσα. Είναι σχεδόν συγγραφικός αυτοματισμός πια, εξαιρετικά ενοχλητικός, και μου κάνει εντύπωση που στις κριτικές δεν αναφέρεται καν (όπως πολλά άλλα). Γενικά οι κριτικοί δείχνουν να συγχωρούν πολλά, πάρα πολλά...