Monday, September 28, 2009

Καπουτσίνο με σαντιγί και κανέλα: Νίκος Κουνενής


“Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2009

          Έχουμε ξαναπεί ότι η “κωμική” λογοτεχνία (σάτιρα, παρωδία, ειρωνεία κ.ο.κ.) δεν έχει μεγάλη παράδοση στη σύγχρονη πεζογραφία-μας. Ο Κουνενής είναι πλέον από τους λίγους που την υπηρετούν πιστά τόσο με το παρόν μυθιστόρημα όσο και με το καταπληκτικό “Ω του θαύματος”, που κυκλοφόρησε πριν από 3 χρόνια.
          “Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου” είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, πιο καλά θα λέγαμε μια σειρά από σατιρικά διηγήματα, που αφορούν τους άθλους του σύγχρονου Ηρακλή, του μεγαλοδημοσιογράφου Ηρακλή Γαρυφαλλίδη (προφανώς αναφέρεται στον γνωστό δημοσιογράφο της τηλεόρασης Μάκη Τριανταφυλλόπουλο, χωρίς ωστόσο όσα λέει να φωτογραφίζουν απόλυτα το πρόσωπό-του: πιο πολύ συμπιλεί χαρακτηριστικά από πολλούς τηλεοπτικούς αστέρες). Είναι στην ουσία παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος, όπου ο μεταλλαγμένος Σέρλοκ Χόλμς και ο συνομιλητής-του Ουάτσον συζητούν, όπως στο μυθιστόρημα του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, αλλά στο τέλος η αυτοπεποίθηση του Χολμς δεν θα βρει ερείσματα, αφού τελικά δεν θα βρει τον ένοχο.

Μέσα στο έργο παρελαύνει παραλλαγμένη η δημόσια ζωή της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής, από τα άπλυτα των τηλεοπτικών σταθμών ως τους μύθους της εθνικής-μας ιστορίας και από τα σκάνδαλα του τόπου στις ψευτοφιλόμουσες τάσεις των κατοίκων-της.
          Στο όλο βιβλίο έχω σοβαρές ενστάσεις που δεν με άφησαν να το χαρώ, όσο κι αν το χιούμορ σε μερικά σημεία είναι πηγαίο.
1. Κάθε ιστορία είναι αποκομμένη από την προηγούμενη, με αποτέλεσμα ο όρος “μυθιστόρημα” να μην δικαιολογείται. Πάνω σ’ αυτό εδράζεται η αδυναμία του έργου να συστήσει έναν πραγματικά ολοκληρωμένο κόσμο, όπως αυτόν που είχε στήσει ο ίδιος συγγραφέας στην εκκλησιαστική ζωή στο “Ω του θαύματος” [πού φτάσαμε: κοτζάμ Πατριάρχης να επαινώ την εκκλησιαστική σάτιρα!]. Εδώ πιο πολύ αποσπασματικότητα και σύγχυση βλέπουμε παρά πληρότητα και κατασκευαστική ολότητα.
2. Πολλά ψευδώνυμα που επιλέγονται για να αποκρύψουν-αποκαλύψουν τα πραγματικά πρόσωπα είναι γελοία αυτά καθεαυτά (το ίδιο υπαινίσσεται και ο Τατσόπουλος, Τα Νέα, 2.5.2009). Τόσο πολλά ανθρωπωνύμια όσο και πολλά τοπωνύμια είναι κιτς, χωρίς να δείχνουν λεπτό χιούμορ. Πιο πολύ θυμίζουν φαρσικά κείμενα που φτιάχναμε στο σχολείο για να κοροϊδέψουμε τους καθηγητές-μας.
3. Ανάλογα, στην προσπάθειά-του ο Κουνενής να παραλλάξει τους άθλους του Ηρακλή καταφεύγει σε στραμπουλήγματα των ιστοριών-του, ώστε και να χωρέσει το σύγχρονο φαινόμενο σήψης που θέλει να καυτηριάσει αλλά και να φανεί η αντιστοιχία με το αρχαίο επεισόδιο. “Η ζώνη της Ιππολύτης” είναι εξαιρετική, ενώ άλλα κεφάλαια υστερούν και δείχνουν προχειρότητα ή αδυναμία να συνδεθούν μύθος και σάτιρα. Το ίδιο πιστεύει και ο Κούρτοβικ: «Σε μερικές περιπτώσεις οι εμπνεύσεις του συγγραφέα φαίνονται πρόχειρα και βεβιασμένα προσαρμοσμένες στο μυθολογικό πρότυπο, η σατιρική αιχμή του μοιάζει κάπως στομωμένη ή διαλυμένη σε πολλά «αιχμίδια» χωρίς μεγάλη τρωτική δύναμη και χωρίς σαφείς στόχους» (Τα Νέα, 16.5.2009).
              Γενικά, θα μπορούσε να είναι καλύτερο αξιοποιώντας σε βάθος τη σάτιρα αλλά συνταιριάζοντάς με λογοτεχνική κατασκευή.
Πατριάρχης Φώτιος

6 comments:

Pellegrina said...

Καλημέρα. Καλά, δεν μαζεύεστε εσείς οι Πατριάρχες-κριτικοί! Αν δεν βρείτε κατι θα σκάσετε! Τι νόημα έχει τωρα το "α" σου, δεν το πιάνω! Φυσικά αυτή είναι η δομή του εν λόγω έργου, δώδεκα ξεχωριστοί άθλοι! Πώς να το πει; βρείτε εσείς την ορολογία! Ο συνδετικός ιστός είναι η αναζήτηση του ενόχου του φόνου του δημοσιογράφου ανάμεσα σε όλους αυτούς που έβλαψε. Πείτε το "σπονδυλωτό μυθιστόρημα", το εχω ακούσει άπειρες φορές, και τελειώσατε.
β)μα τι λέτε; Ακριβώς αυτή η συσσώρευση ονομάτων, αυτή φαρσική απόχρωση, οδηγεί και σε αυτοσαρκασμό του είδους! Μια χαρά τη βρήκα και δεν με ενόχλησε καθόλου. Όλο λεπτες ισορροπίες ψάχνετε! Αν έβρισκε το τέλειο θα λέγατε: "Τόση λογοτεχνική λεπτοδουλειά, τόση αναζήτηση υφολογικής ισορροπίας για μια σύγχρονη σάτιρα χωρίς, στο κάτω κάτω, απαιτήσεις υψηλής λογοτεχνίας, εχει κάτι το γελοίο!"


γ)(ποιο ήταν;) Α, τραβηγμένες οι ιστορίες. Ε, ναι, καμιά φορά ήταν. So? τι ψάχνεις, αληθοφάνεια; ¨ολο μια πλάκα είναι! Αλλά από κατω κρύβοντια αλήθειες!

Αλλά δεν διάβασα λέξη για την ευστοχία στην εκτίμηση της συγχρονης Ελλάδας και των μηχανισμών της, την ευρηματικότητα σε πολλές ιστορίες, το καταπληκτικό παιχνίδι ύφους και απομίμησης εκφραστικών τρόπων (μέχρι και των μαιτρ της μαγειρικής!), το τρελό γέλιο που βγάζει (το διάβαζα στο τρένο και είχα γίνει ρεζίλι, η απέναντί μου νόμιζε ότι έκλαιγα!!), το πόσα πράγματα ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ μας μαθαίνει πάιζοντας (το απόσπασμα με το Μινώταυρο και το παιχνίδι του χρηματιστηρίου, όπου ο συγγραφέας αξιοποει τις οικονομικές σπουδές του -να διδάσκεται πρέπει!)
Επ΄σιης διέκρινα μόρφωση γλωσσική σπάνια, διακειμενικότητα, φαντασία εικονοπλαστική (η αρχή με φουτουριστικό σκυλάδικο μου θύμισε το Ναδίρ της Μπουραζοπούλου, ο σπαραξικα΄ρδιος Αυγείας είναι μια κωμική παραλλαγή των κέντρου Πομπιντού, με τους χρωματιστούς εξωτερικούς σωλήνες να σπάνε και...)
Και το φινάλε που από ό,τι θυμάμαι δεν αρεσε στον Κούρτοβικ το βρήκα χάρμα, μια αυτοσαρκαστική παραλλαγή του αλησμόνητου φιλμ "Πρόσκληση σε γεύμα από έναν υποψήφιο δολοφόνο", όπου βγάινουν ένας ένας οι ύποπτοι και μετά ακυρώνονται.
Γενικώς για βαστάτε (τα άρματα!), γιατί γίνεστε εσείς οι κριτικοί ψιλοαστείοι: ΔΕν είναι Υψηλή και Μεγάλη λογοτεχνία, είναι αυτό που είναι και είναι ΣΟΥΠΕΡ!:)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
είσαι άπαιχτη όταν κατεβαίνεις χειμαρρώδης.
Εμείς οι ιστολόγοι και όχι κριτικοί, δηλαδή εγώ ο ταπεινός πατριαρχάκος καταλαβαίνω όσα λες.
Έχω όμως μια ερώτηση για την οποία ψάχνω κι εγώ μια απάντηση. Μου πρόεκυψε από το βιβλίο αλλά κι από όσα λες:
Κρίνουμε με την ίδια συνέπεια "σοβαρά" έργα και "ελαφρά", τραγικά μυθιστορήματα και αστεία; Όχι με τα ίδια κριτήρια, αφού κάθε είδος φυσικά απαιτεί ειδική μεταχείρηση; Αλλά αν ένα μυθιστόρημα πάσχει λ.χ. στους χαρακτήρες, πρέπει να εξετάσουμε αν είναι παιχνιώδες ή σοβαρό; Άλλο αν ο χ χαρακτήρας είναι κατάλληλος για σοβαρό, ενώ ο ίδιος είναι ακατάλληλος για κωμικό έργο. Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ αν η έννοια "μυθιστόρημα", με όλα τα παρακλάδια και τις μεταμορφώσεις του, πρέπει να κρίνεται από εμάς τους αναγνώστες με τα κριτήρια περί μυθιστορήματος ή όχι; Γιατί αν κρίνω ένα μυθιστόρημα με τα κριτήρια για τη θεατρική επιθεώρηση, τότε έχεις ΣΕ ΟΛΑ δίκιο, και στο γέλιο, και στην πλοκή και στη φαρσική στόχευση.
Προσπάθησα να βάλω ένα δυο πασσαλάκια στο ορμητικό σου ρεύμα, αλλά μου φαίνεται ότι μάλλον δεν κατάφερα και πολλά στην προσπάθειά-μου να αναχαιτίσω τη φοβερή ορμή-σου...
Πατριάρχης Κάστορας

Pellegrina said...

πασαλάκια;:)

Κάστορας;;:)


αγνοω΄φυσικά περί όσων ρωτάς. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αν το εγραφα εγώ θα ήμουν αυτοπαγιδευμένη: θεός Κοσειδώνιος: οκ, χαζό. Κάτσε λοιπόν σπάσε το κεφάλι σου για το "έξυπνο" όνομα. ή άστο Ποσειδώνας. Το πρώτο δεν αξίζει τον κόπο, είναι ματαιη υπερβολή, το δεύτερο δεν ταιριάζει πια. εχω αυτοπαγιδευτεί. οπότε πέτα κατι προχειρο, δεν πειράζει. Κι αφού θα είναι πρόχειρο, ας είναι τόσο, ώστε να φανεί αυτοσαρκασμός. Γενικώς δηλαδή πολλή σπαζοκεφαλιά από μέρους του δημιουργού. Πολυ περισσότερη από αυτήν εκείνου που βγάζει τα εσώψυχά του, γιου νόου δε στάιλ...

Άλλά όταν δεν εχετε μετρο σύγκρισης μπουρδουκλώνεστε λίγο οι πατριάρχες. Γιατί η δημιουργία, και η πιο ατελής, και η ασήμαντη ακόμα (δεν εννοω τον Κουνενη ασήμαντο), όταν έιναι πρωτότυπη θέλει συχνά "αντ χοκ" κανόνες. Τι "κανόνες μυθιστορήματος" τωρα μωρέ, στειλτε εκεί τον κόσμο να διαβάσει κάτι να ανοίξει η καρδούλα του! (όπως άνοιξε κι εμένα κι απλώς αυτό είπα, ούτε χείμαρρος ούτε τίποτα)

υγ: ξανά: αγνοώ γι αυτό το θεωρητικό που ρωτάς, αλλά κι αν είχα μια άποψη δεν τη λέω, γιατί α΄ρχισα να ψυχανεμίζομαι ότι με παίρνετε πιο σοβαρά από ό,τι πρέπει!

υγ2: Κάστορας;;;;:)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
πάντα σε παίρνω σοβαρά, ακόμα κι όταν διαφωνούμε σφόδρα.
Απλώς προσπάθησα, σαν άλλος κάστορας να φτιάξω ένα φράγμα στη χειμαρρώδη ορμή σου που κατέβαινε και παρέσυρε τα πάντα... Και φυσικά όχι για να σου πάω κόντρα σώνει και καλά.
Πέρασες καλά διαβάζοντας το βιβλίο. Πολύ ωραία. Δεν είναι καθόλου λίγο. Αλλά πάντα ξεπροβάλλει μέσα μου μια φωνή που λέει: "αν πάω να δω μια επιθεώρηση της πλάκας, αν τύχει ένα καλοκαίρι να μπω στο Δελφινάριο για ένα έργο με γέλιο και σάτιρα και όντως γελάσω, δεν θα πάψω να ενοχλούμαι από τις κακογραμμένες ατάκες, τη φτωχή πλοκή, τους στραμπουληγμένους διαλόγους και την επιφανειακή σάτιρα."
Αντίστοιχα, ο Κουνενής βλέπω να παίζει, να σατιρίζει -ενίοτε πετυχημένα κι ενίοτε ανεπιτυχώς- άλλοτε με όρους σφιχτής λογοτεχνικής αφήγησης κι άλλοτε με όρους φάρσας και φτηνής επιθεώρησης. Αυτό με ενόχλησε κι ομολογώ ότι μερικά επεισόδια τα διάβασα με στραβό χαμόγελο και μειωμένο ενδιαφέρον.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Καλά. Συμφωνώ. (Ειναι και το τάιμινγκ. Απλώς δεν ενοχλήθηκα γιατί αδιαφόρησα)

(καλημέρα:)

(να φροντίζεις τα δοντάκια!)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
το πιο σημαντικό είναι ότι έχεις διαβάσει το βιβλίο και επιτέλους κάνουμε διάλογο. Εννοώ ότι έχεις τη γνώμη σου και συζητάμε πάνω στην ανάγνωσή μας.
Πατριάρχης Φώτιος