Tuesday, May 05, 2009

Espresso con latte: Αγγέλα Καστρινάκη

“Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας”
εκδόσεις ελληνικά γράμματα
2008



Πώς γράφεται ο έρωτας μεταμοντερνιστί;

Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει στην αρχή του 21ου αιώνα για τον έρωτα, χωρίς να φανείς μελό, χωρίς να εκπέσει στην παραλογοτεχνία, χωρίς να γυρίσει σε έναν παρωχημένο ρομαντισμό που δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματα του σήμερα;
Μα φυσικά όπως το κάνει η Αγγέλα Καστρινάκη. Όποιος συγγραφέας δεν θέλει να πιάσει το ευρύ κοινό αλλά να κινηθεί στο επίπεδο των ψαγμένων αναγνωστών, λίγο ελίτ και λίγο υποψιασμένων, θα μιλήσει για τον έρωτα, την απιστία, τα διλήμματα των εραστών και τις αποφάσεις τους απέναντι στον χωρισμό και τον γάμο, όπως η Καστρινάκη. Θα μιλήσει λίγο ειρωνικά, λίγο αποστασιοποιημένα, λίγο αφηγούμενη και πολύ σχολιάζοντας, με λίγη δράση αλλά πολλή ανάλυση της στιγμής και των διαπροσωπικών σχέσεων.
Η Μέλπω γνωρίζει τον Μάριο, συνάπτει εξωσυζυγικές σχέσεις και αποφασίζει να χωρίσει. Συζητά με τον άνδρα της, αναλύει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της, και τελικά παίρνει τις οριστικές της αποφάσεις. Παράλληλα με τις οπτικές γωνίες των προσώπων, η συγγραφέας μπαίνει στη μυθοπλασία, σχολιάζει τους ήρωές της και κυρίως τη γραφή της, στίζει διακειμενικά όλο το έργο με αναφορές στον Φλωμπέρ, στον Γκαίτε, στον Μπαρτ κ.ο.κ. Το κείμενο γράφεται στον καιρό της αυτοσυνειδησίας, όπου όλα γύρω από τον έρωτα έχουν λεχθεί και δειχθεί και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλάει ανυποψίαστος.
Το ζουμί του βιβλίου δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στον χαρακτηριστικό τρόπο της Καστρινάκη να διυλίζει τις καταστάσεις σε αναζήτηση βαθύτερων προεκτάσεων. Στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, υιοθετεί μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, που παρακολουθεί την οπτική γωνία της ηρωίδας, δηλαδή και πάλι ενός εγκεφαλικού τύπου, με αναλαμπές ευαισθησίας, που επεξεργάζεται την παραμικρή λεπτομέρεια στο παρουσιαστικό, τις κινήσεις, τις κουβέντες του άλλου, φαντασιώνοντας σκέψεις, αισθήματα ή και τάχατες κρυφές πλευρές της ψυχοσύνθεσής του. Ωστόσο, ως ποίκιλμα της κυρίως αφήγησης, προβλέπονται και κάποιοι μονόλογοι, αποσπάσματα ημερολογίων και ηλεκτρονικά μηνύματα, που δείχνουν σαν μια φιλότιμη προσπάθεια της συγγραφέως να δημιουργήσει κι αυτή λίγο αφηγηματικό τουρλού, που εσχάτως εκτιμάται ως μορφική ανησυχία.” (Μ. Θεοδοσοπούλου, maritheo.blogspot.com, 12.12.2008)
Η Λ. Κέζα (Το Βήμα, 4.12.2008) επισημαίνει ότι “Στο μυθιστόρημα της Καστρινάκη νικά η ειλικρίνεια. Αυτή που πληγώνει αλλά ενέχει και γενναία δόση σεβασμού απέναντι στον σύντροφο. Αυτό που επιχειρεί να αποδείξει η πεζογράφος είναι κάτι που αναφέρει ως μότο: «Θεμέλιο του γάμου δεν είναι η πίστη αλλά η απιστία».”. Ο Δ. Κούρτοβικ (Τα Νέα, 31.1.2009) από την άλλη εξηγεί ότι “η Αγγέλα Καστρινάκη διηγείται την ιστορία της, μια ιστορία ερωτικού πάθους και απιστίας, εναλλάσσοντας την οπτική γωνία της ηρωίδας της (με την οποία, όπως επανειλημμένα αφήνει να εννοηθεί, έχει πολλά κοινά γνωρίσματα) με την οπτική γωνία της συγγραφέως που κατασκευάζει αυτή την ιστορία και παρατηρεί απ’ έξω τη συμπεριφορά των χαρακτήρων της, σχολιάζοντάς τη με έναν δοκιμιακό λόγο διαποτισμένο από λεπτή ειρωνεία, αλλά και από μια αδιόρατη μελαγχολία. Χάρη στο τέχνασμα αυτό η Καστρινάκη καταφέρνει να αναπτύξει το θέμα του «έρωτα στον καιρό της ειρωνείας» αποφεύγοντας παγίδες όπως η ενδοσκοπική, εγωκεντρική φλυαρία από τη μια, η εύκολη, κυνική απομυθοποίηση από την άλλη.
Από την άλλη, υπάρχουν και σημεία των κριτικών με αρνητικό πρόσημο. Η Μ. Θεοδοσοπούλου μέσα σε πνεύμα μειδιάματος τονίζει ότι από τα διηγήματά της στο μυθιστόρημα δεν “ξεπεράστηκαν οι αδυναμίες, που η φιλόλογος είχε επισημάνει στην πεζογράφο, αφού ούτε ιστορίες γέννησε, ούτε περιπέτειες φαντάστηκε, ούτε κόσμους έπλασε.” Η Ε. Κοτζιά (Η Καθημερινή, 8.3.2009) επιφυλάσσεται στο εξής: “το τέταρτο μέρος του μυθιστορήματος κατά τη γνώμη μου, περισσεύει, επειδή βρίσκεται εκτός της οικονομίας του έργου. Κορυφή του ερωτικού τριγώνου υπήρξε η ηρωίδα και για τη δημιουργία ενός νέου τριγώνου με κορυφή τον σύζυγό της δεν υπάρχει επαρκής αφηγηματική προετοιμασία. Η μεταφορά στάσεων από την προηγούμενη ερωτική συνθήκη στην επόμενη, μοιάζει αρκετά μηχανική – με αρνητικές συνέπειες όσον αφορά τη δραστικότητα του βασικού μυθιστορηματικού υποστυλώματος που είναι η ειρωνεία.
Το πρόβλημα δεν έγκειται κατά τη γνώμη μου στο βιβλίο, το οποίο το διάβασα με αυξημένο ενδιαφέρον για το πώς θα μεταφερθούν οι απλές σκηνές αγάπης, χωρισμού κ.ο.κ. σε μεταμυθοπλαστικό πλαίσιο. Το πρόβλημα έγκειται στην εποχή μας, που σκέφτεται και δεν αισθάνεται, που αυτοαναλύεται αλλά δεν κάνει τίποτα, που θεωρητικολογεί χωρίς να δρα και αντίστοιχα της λογοτεχνίας της εποχής μας που παίρνει το μικροσκόπιο και ειρωνεύεται τις ρομαντικές απόψεις, χωρίς η ίδια να μπορεί να τις αντικαταστήσει με κάτι σταθερό και διαχρονικό. Επιλογικά, στο ρητορικό ερώτημα του Κούρτοβικ “Χρειάζεται άραγε να επισημάνουμε ότι το μυθιστόρημα της Καστρινάκη ειρωνεύεται, μεταξύ άλλων, την τόσο δημοφιλή στις μέρες μας ροζ λογοτεχνία;”, εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι η απάντηση είναι αυτονόητα «Ναι».

Πατριάρχης Φώτιος

7 comments:

anagnostria said...

Σεβαστέ Πατριάρχη, αντί άλλου σχολίου παραπέμπω στη δική μου
ανάρτηση

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria,
δεν επεκτάθηκα στα μπλογκς που είχα ήδη διαβάσει, γιατί θα γέμιζε ασφυκτικά το ποστ. Η δική σου ανάρτηση θίγει εύστοχα πολλά θέματα όπως της απιστίας αλλά και τεχνικές όπως την αυτοαναφορικότητα.
Πολύ χρήσιμες παρατηρήσεις
Πατριάρχης Φώτιος

perastikos said...

πολύ καλό post. Έχετε βελτιωθεί πολύ, απομακρύνεστε σταδιακά από τους εύκολους αφορισμούς χωρίς να γίνεστε ουδέτερος...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Perastike,
επειδή πάντα η θέση μου είναι να μιλάω με επιχειρήματα, σ' ευχαριστώ για τον έπαινό σου. Όπου έγινα -αν έγινα- αφοριστικός, όπως λες, έγινα γιατί το μέσο δεν επιτρέπει εκτενή ποστ. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνω υπόψη την καλοπροαίρετη κριτική και προσπαθώ να υιοθετήσω τις υποδείξεις της.
Πατριάρχης Φώτιος

metissage said...

H αλήθεια είναι πως με τα γραπτά της Αγγέλας δεν είμαι διόλου μα διόλου "αντικειμενικός" ή "ουδέτερος" ή ό,τι άλλο σχετικό. Από την εποχή που εξέδιδε - πάνε είκοσι χρόνια και κάτι λίγο (1983)- το περιοδικό Πάροδος στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης διάκειμαι απέναντί της με θετική προκατάληψη. Παρακολουθώ (χρόνια έχω να τη δω από κοντά) και διαβάζω τα γραπτά της - και τα θεωρητικά της συμπεριλαμβανομένων -
και βρίσκω πως και σε αυτό το μυθιστόρημα φτάνει στο σημείο να ειρωνευτεί την ίδια την ειρωνεία. Μια δικαίωση πιθανώς του γεγονότος πως έτσι ή αλλιώς ροζ ή φροϋδικά, ελαφρά τη καρδία ή τελικά με βαριά καρδιά τα συναισθήματα και οι αντιφάσεις είναι στιγμές που μας πνίγουν ή μας λυτρώνουν αλλά αν είναι να συνεχίσουμε ίσως η μεταμυθοπλασία τους, η μεταανάλυσή τους τα τοποθετεί έτσι αντιηρωϊκά στις ιστορίες του χρόνου μας και του χρόνου. Με αυτή την έννοια μου άρεσε και αυτό το βιβλίο της Αγγέλας. Αλλά είπαμε όταν τη διαβάζω - και γενικά όταν διαβάζω ο,τιδήποτε δεν παρατήσω από την πρώτη σελίδα - δεν μπορώ και να την κρίνω. Η θετική γαρ προκατάληψη με την Αγγέλα των φοιτητικών μου χρόνων. Κάνω απλά αυτή την υπόμνηση - σάμπως να ξέρω περί τίνος μιλώ αλλά μάλλον είναι μια υποκειμενικότητα για τη συγγραφέα και μέσα από αυτή (την υποκειμενικότητα) και για το βιβλίο της. Η Αγγέλα αποστασιοποιείται και από την ειρωνεία ακόμη γιατί έτσι φέρνει στο προσκήνιο τη βαρύτητα των συνεπειών ακόμη και της αβάσταχτης ελαφρότητας (ροζ ή όχι δεν ξέρω).
Υποκειμενικά και δίχως κανένα ίχνος κριτικής απόστασης είναι ένα ακόμη βιβλίο που τελικά απόλαυσα. Αλλά είπαμε - έχω θετική προκατάληψη (οπότε αγνοείστε με:))
Βαγγέλης Ι.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Βαγγέλη,
"η μεταανάλυσή τους τα τοποθετεί έτσι αντιηρωϊκά στις ιστορίες του χρόνου μας και του χρόνου". Αυτό είναι και το μεγάλο προσόν ενός αντιφατικού βιβλίου, το οποίο μπορεί να αγαπηθεί παρά τα ελαττώματά του ή να μισηθεί παρά τα προτερήματά του.
Πατριάρχης Φώτιος

βαγγελης ιντζιδης said...
This comment has been removed by the author.