Monday, May 25, 2009

Ελληνικός μέτριος με φουσκάλες: Νικήτας Παρίσης

“Τα κόκκινα στραγάλια”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2008


Διηγήματα με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, αλλά όχι κολλημένα σ’ αυτό –ή τουλάχιστον επειδή αναφέρεται σε βιώματα άλλων εποχών, δεν είναι τόσο ορατά στο σημερινό αναγνώστη. Μου θυμίζουν θραύσματα αναμνήσεων από περιστατικά που σημάδεψαν τη ζωή του, λίγο ιδιωτικά και λίγο δημόσια, λίγο προσωπικά και λίγο συλλογικά. Μοιάζουν και λόγω του λυρισμού με ιδέες ποιημάτων, που αντί να γίνουν πυκνοί και περιεκτικοί στίχοι «παραστράτησαν» στον πεζό λόγο και στη συντομία του διηγήματος.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα και η αδυναμία μου ως αναγνώστη να τα ευχαριστηθώ είναι φυσικά αλλού. Το καταλαβαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας, όταν σε ένα διήγημά του αυτοσχολιάζεται εμμέσως (και δικαιολογείται εν μέρει) ως εξής:
«-Είναι προσεγμένη γραφή. Θα την έλεγα και καλοδουλεμένη. Υπάρχει, βέβαια, μια χαρακτηριστική λυρική χροιά, χωρίς όμως και να ξενίζει […]. Αλλά, ξέρεις, δεν πιάνουν αυτά τα ωραία και ευαίσθητα που γράφεις. Το ευρύ κοινό είναι εθισμένο σε άλλου είδους γραφές, σε άλλες αναγνώσεις».
Στην ουσία ο Παρίσης γράφει παλιομοδίτικα, όχι επειδή δεν έχει μέσα σκάνδαλα, σεξ, ίντριγκες κ.ο.κ., όπως υπαινίσσεται ο ήρωάς του, αλλά επειδή η αφήγηση που στηρίζεται στη μνήμη δεν αρκεί, για να συγκινήσει τον αναγνώστη απλώς με τη λυρική, νοσταλγική και συναισθηματική γραφή. Θέλει μικρές ανατροπές, λοξές ματιές, πιο βαθιά νοήματα, πιο συνταρακτική απεικόνιση της πραγματικότητας για ένα κοινό, διαφορετικό από αυτό των δεκαετιών όπου ανδρώθηκε ο πεζογράφος και φιλόλογος, το οποίο έχει μάθει στους μοντερνιστικούς νεωτερισμούς και οτιδήποτε διατηρεί τη ρεαλιστική ή ρομαντική κοσμοθεωρία πρέπει να είναι πολύ δυνατό από μόνο του για να προσελκύσει τον σημερινό αναγνώστη.
Η συλλογή ήταν στη μικρή λίστα για το Βραβείο του «διαβάζω», γεγονός που δείχνει ότι εκτιμήθηκε τουλάχιστον η θετική της πλευρά, η καλοδουλεμένη γραφή και η μεστή σε μερικές περιπτώσεις συνένωση βίωσης και καθολικότητας.

Πατριάρχης Φώτιος

4 comments:

Pellegrina said...

Πάντως συχνά συμβαίνει το ανάποδο, δηλαδή έχουμε δήθεν "σύγχρονη" γραφή, με "νεανική γλώσσα' κοφτή, "σκληρή", μάγκικη", ή γλώσσα περιοδικών, λάιφ στάιλ με νεολογισμούς κλπ, που όταν αφαιρέσεις την εντύπωση της γλώσσας βλέπεις ότι λέει εντελώς παλιομοδίτικα πράγματα! Σελίδες ολόκληρες πχ για τον γκόμενο που τον έκλεψε η αντίζηλος (φανταστικό το παράδειγμα), αντί όμως να θυμίζει τον καλλωπισμένο "γυναικείο" λόγο των ροζ μυθιστορημάτων-μπεστσέλερ θυμίζει τάχα "οργισμένα νιάτα"!
Τουλάχιστον το ξεπερασμένο λυρικό νοσταλγικό είναι γνήσιο, οι άνθρωποι νοσταλγούν και πονάνε, πρόκειται για ένα αληθινό και σημαντικό συναίσθημα. Δεν παριστάνει κάτι. (Υποθέτω τώρα, γενικά. Δεν έχω διαβάσει το συγκεκριμένο. Καμιά φορά και τα "νοσταλγικά" παριστάνουν!)

υγ: για τους ..θαυμαστές μου, το τελευταίο ποστ στο niovilyri.wordpress.com έχει ενα ιδιαίτερο ενδιαφέρον!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
έχεις πολύ δικιο, μα πάρα πολύ.
Σύγχρονο περιτύλιγμα για κούφιο κουτί. Μοντέρνοι τρόποι για συντηρητικές ιδέες και το χειρότερο τετριμμένες και στερεότυπες. Από την άλλη, ένιωσα ότι ο Παρίσης δεν θέλησε να γίνει Ο λογοτέχνης, αλλά να καταγράφει -20 χρόνια- τώρα σε λογοτεχνική μορφή τα βιώματά του, για να μην τα ξεχάσει ο ίδιος. Γνήσιο.
Φυσικά εμείς όλοι καταλαβαίνουμε αυτή την αυθεντικότητα, αλλά σταματάμε εκεί. Ίσως κάτι να πιάσουμε και από τη νοσταλγία του.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Ε, όχι.
Τα διηγήματα του Παρίση ήταν από τα πιο δήθεν πράγματα που έχω διαβάσει.
Κουραστικός, τετριμμένος, λόγος ανθρώπου που δεν ξεπέρασε ποτέ το στάδιο του να γράφει απλώς καλές εκθέσεις.
Ο Παρίσης μου έδωσε την εντύπωση πως έχει γνώσεις, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό που λέμε το χάρισμα, το θείο σπινθήρα που ξεχωρίζει τον δημιουργό/ καλλιτένη από τον φιλόλογο.
Ένα βιβλίο που δεν προσφέρει τίποτε μα τίποτε στα ελληνικά γράμματα.

Anonymous said...

β