Tuesday, June 11, 2013

Σχολείο των ντελικάτων …συγγραφέων

Αστυνομική λογοτεχνία για το καλοκαίρι (1): Υπάρχει ελληνική σχολή αστυνομικού μυθιστορήματος; Μάρκαρης, Αζαριάδης, Στεφόπουλος… Ο πρώτος είναι ίσως ο πιο γνωστός –και πετυχημένος- έλληνας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Τα βιβλία-του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες και έχει σαφώς επιβάλει με τον αστυνόμο Χαρίτο το δικό-του λογοτεχνικό στίγμα. Μέσα στο 2012 ο ίδιος έγραψε ένα νέο έργο στη γνώριμή-του τεχνική, ενώ την ίδια χρονιά ξεπήδησαν και δύο τουλάχιστον πεζογράφοι που μιμούμενοι τον Μάρκαρη ακολουθούν –πετυχημένα ή αποτυχημένα- το ίδιο μονοπάτι. 
 
 
Νες καφέ μέτριος:
Πέτρος Μάρκαρης
“Ψωμί, παιδεία, ελευθερία”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2012 

            Τρεις διαδοχικοί φόνοι και πολλή κοινωνική ανατομία. Η Ελλάδα του 2014 έχει περάσει στο απευκταίο ενδεχόμενο της εξόδου από το ευρώ και όλοι υφίστανται τις συνέπειες μιας χρεωκοπίας που μηδενίζει τα έσοδα και δυσκολεύει την καθημερινότητα.
            Ο Μάρκαρης συνεχίζει τη δική-του γόνιμη
συνταγή με όλες τις παρενέργειες της ίδιας συνταγής για χρόνια. Πάνω στις ράγες των φόνων, ο αστυνόμος Χαρίτος και όλοι εμείς αναζητούμε τον ένοχο, αλλά πιο πολύ αναζητούμε τις υπεδάφιες αιτίες που ναρκοθετούν το παρόν-μας. Ο φόνος είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου, που υποδεικνύει στους τολμηρούς δύτες ότι η κοινωνία σήπει από κάτω. Στο προκείμενο μυθιστόρημα η σήψη ξεκινά από τις ιδέες του Πολυτεχνείου που αντί να γεννήσουν μια νέα κοινωνία, έφεραν στο προσκήνιο, στην εξουσία και στην αφρόκρεμα του πανεπιστημίου ή της επιχειρηματικής ζωής ανθρώπους που ανέβηκαν ιεραρχικά με τα φτερά της αντικαθεστωτικής δράσης-τους και έπειτα βολεύτηκαν, βόλεψαν και εκμεταλλεύτηκαν τους κότινούς-τους για να γίνουν οι ίδιοι καθεστώς.
            Δεν θα ξαναγράψω για όσα θετικά στοιχεία ο Μάρκαρης φέρνει σε μας τους αναγνώστες, οι οποίοι απολαμβάνουμε υπόθεση και κοινωνικό προβληματισμό, αγωνία και πολιτική σκέψη. Χρόνια τώρα ο συγγραφέας κατάφερε να εδραιωθεί στη συνείδησή-μας γιατί έδωσε στο αστυνομικό μυθιστόρημα μια νέα πνοή, σύμφωνη με τον κοινωνικό ρόλο που καλείται να παίξει. Γι’ αυτό εδώ θέλω να καταθέσω την κόπωσή-μου από μια λογοτεχνία που συχνά ξεχνά τι σημαίνει αισθητική.
            Όχι ότι αυτό το έργο είναι χειρότερο από τα άλλα, αλλά συνάμα δεν δείχνει να ανανεώνει τον εαυτό-του. Το ύφος-του πρώτα απ’ όλα έχει κατηγορηθεί πλειστάκις ότι κινείται σε μια δημοσιογραφική ισοπέδωση, που ναι μεν παρακολουθεί την τρέχουσα ζωή αλλά συνάμα αφήνει τη στυφή γεύση-της στην ανάγνωση (μια πρόσφατη σύγκριση με τον Σιμενόν ήταν αποκαλυπτική). Από την άλλη, οι ήρωες είναι στερεοτυπικοί, αναγνωρίσιμοι αλλά ταυτόχρονα μονοκόμματοι, δύσκολα αλλάζουν κι αν αλλάζουν δεν έχουν τη βαθιά αυτοσυνειδησία της αλλαγής. Τέλος, η ατμόσφαιρα εκλογοτεχνίζει την τηλεόραση και έτσι όσοι θέλουμε να ξεφύγουμε από αυτήν την αισθητική την τρώμε στη μούρη ξανά και ξανά.
            Ξαναλέω ότι το “Ψωμί παιδεία ελευθερία” δεν είναι χειρότερο λ.χ. από την “Περαίωση”. Ίσα ίσα που κατασκευάζει μια δυνητική πραγματικότητα, μια Ελλάδα χωρίς το ευρώ, και πετά όλο το υλικό του μυθιστορήματος σ’ αυτήν τη νέα κοινωνία. Η φαντασία του Μάρκαρη γίνεται πλαστική, κατασκευαστική. Η έρευνα διέπεται από τη γνωστή πορεία ερωταπαντήσεων και υπόπτων, διεξόδων και αδιεξόδων, συλλογισμών και συμπερασμάτων. Τίποτα ψεύτικο, τίποτα τραβηγμένο. Ίσως όμως πλέον θέλω μια νέα πνοή, ένα σπάσιμο της μανιέρας.
 
 
Χ. Στεφόπουλος
“Καθαρές δουλειές”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2012

            Μαρκαρική γραμμή αστυνομικού μυθιστορήματος ή φτωχή μίμηση; Κι αν έχουμε κάνει ένα πρωτόγνωρο εκδοτικό μπουμ στην αστυνομική λογοτεχνία, αυτό δεν σημαίνει –ή μάλλον συνεπάγεται εύκολα- ότι δεν έχουμε πολλά έργα που δεν μπορούν να σηκώσουν το είδος πιο ψηλά, για να μην πω ότι το κατεβάζουν. Είπα παραπάνω για τα προβλήματα της γραφής του Μάρκαρη και τώρα θα δείξω μια ακόμα χειρότερη πραγμάτωσή-της.
            Ο Χ. Στεφόπουλος θα ήθελε να είναι Πέτρος Μάρκαρης. Μιμούμενος τη γραφή του καταξιωμένου συγγραφέα φτιάχνει έναν αστυνόμο Δημάκο, που ναι μεν είναι πολύ μικρότερος από τον Χαρίτο, αλλά του μοιάζει σε δυο τρία σημεία: αγαπά το καλό φαγητό, φαίνεται να είναι εξοικειωμένος με τους δρόμους της Αθήνας και το κυριότερο βρίσκεται υπό τη μυλόπετρα της ηγεσίας της αστυνομίας, η οποία λειτουργεί πιο πολύ πολιτικά παρά υπηρεσιακά. Ο Δημάκος είναι ο καλός αστυνόμος που πιέζεται από τον προϊστάμενό-του, αφού ο τελευταίος υπηρετεί τα κελεύσματα του υπουργού και των πολιτικών, που αποτελούν το σύστημα. Σ’ αυτόν ο Δημάκος δίνει τακτικά αναφορές και μάλιστα περνάει πρώτα από τη γραμματέα-του… Πολλές συμπτώσεις με τα έργα του Μάρκαρη για να είναι τυχαίες… 
            Πέραν τούτου έχουμε μια υπόθεση δολοφονίας, εν ψυχρώ μάλιστα ενός εκδότη σκανδαλοθηρικού εντύπου, ο οποίος είχε πολιτικές δοσοληψίες και οικονομικά ανοίγματα. Η διαλεύκανση κινείται γρήγορα από πρόσωπο σε πρόσωπο, από σκηνή σε σκηνή, χωρίς καθυστερήσεις, έστω κι αν συχνά ο αστυνόμος κάνει κύκλους επιστρέφοντας στα ίδια πρόσωπα.
            Λείπει ίσως η πνοή ότι εδώ γράφεται λογοτεχνία όχι μόνο με αισθητικούς όρους αλλά και με ιδεολογία που αποκαλύπτει, εξηγεί και ερμηνεύει συμπεριφορές, ενώ ο αναγνώστης μπορεί μαζί με τον φόνο να εξιχνιάσει και τη ζωή-του.  
 

Γρηγόρης Αζαριάδης
Παλιοί λογαριασμοί
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2012 

            Ο συγγραφέας γράφει το πρώτο-του έργο και δηλώνει πως έχει επηρεαστεί από τον Μάρκαρη. Βεβαίως έχει και δικά-του γνωρίσματα, γνωρίσματα ενός “μεσογειακού πολάρ”, όπως λέει, ενός δηλαδή είδους γαλλικού νουάρ, με επιδράσεις από Μονταλμπάν, Υζό και Μανσέτ, ενώ ακούγεται και τιμής ένεκεν το όνομα του Ανδρέα Αποστολίδη.
            Στις μαρκαρικές επιδράσεις ανήκει η διαδοχική εκτέλεση, του ενός μετά τον άλλο, από τον ίδιο δολοφόνο τεσσάρων φίλων, γνωστών από τα δικτατορικά χρόνια, όταν φοιτητές όντες είχαν συστήσει μια ομάδα ιδεολογικής αντίστασης στο σύστημα, ιδεολογία που όμως σταδιακά απεμπόλησαν για να ξεχυθούν στο κυνήγι του χρήματος. Ο δολοφόνος όμως, απ’ ό,τι φαίνεται εξ αρχής, έμεινε πιστός στις αρχές-του και ορκίστηκε σαν άλλος Κάιζερ Σόζε (στο φιλμ “The Usual Suspects” των Christopher McQuarrie και Bryan Singer) να τους τιμωρήσει κι έπειτα να εξαφανιστεί πάλι στην αφάνεια. Αυτό το τελευταίο φέρνει τους “Παλιούς λογαριασμούς” κοντά στην “Περαίωση”, όπου ο τιμωρός από το παρελθόν εμφανίζεται και καθαρίζει την κοινωνία από τους αρριβίστες για να αποδώσει δικαιοσύνη. Γενικότερα, τόσο ο Μάρκαρης όσο και ο Αζαριάδης προτείνουν μια πρωτοβουλία εκκαθάρισης όσων πλούτισαν με άνομα μέσα, ένα είδος εκδίκησης της κοινωνίας για όσους πρόδωσαν τις αξίες-τους και επιπλέον ασέλγησαν εις βάρος-της με μίζες, κομπίνες και άλλες …επαγγελματικές δραστηριότητες γρήγορου πλουτισμού. Μέχρις ενός σημείου εκφράζεται έτσι η κοινή γνώμη που θα ήθελε μια θεία! τιμωρία, που θα αντικαταστήσει τους διεφθαρμένους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης. Ο Αζαριάδης μάλιστα προχωρεί ένα βήμα περαιτέρω από την “Περαίωση” και το “Παλιά, πολύ παλιά”, στα οποία ο Μάρκαρης είχε προβάλει την εκδίκηση ως μέσο απονομής δικαιοσύνης· ο Αζαριάδης αφήνει τελικά τον δράστη ασύλληπτο, παρόλο που τον έχουμε ψυλλιαστεί και τον έχουμε αναγνωρίσει, πριν έλθει το τέλος. Ο συγγραφέας τον δικαιώνει, αφού η κυρίαρχη δομή των αστυνομικών μυθιστορημάτων ανατρέπεται στις τελευταίες δέκα σελίδες όπου η αστυνομία ηττάται, όχι σε επίπεδο πορείας διερεύνησης αλλά σε επίπεδο δράσης.
            Από την άλλη, ο πεζογράφος δουλεύει πολύ τις κοφτές ατάκες των σκληρών μπάτσων, των ανθρώπων που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα και ακονίζουν τη γλώσσα-τους σε αστεία πειράγματα ή σε επιθετικές ανακρίσεις. Δεν λείπει ο ερωτισμός που παρουσιάζεται σε καυτές εξόδους ή σε εκτονωτικά quickies, ενώ παντού προβάλλουν φιλήδονοι αστυνόμοι και χυμώδεις θηλυκές υπάρξεις που προκαλούν μέσα στη χλιδή των βορείων προαστίων ή στο ημίφως των μπαρ.
            Η υπόθεση δένει πολύ καλά και το βιβλίο, παρά το μέγεθός-του, συντηρεί το ενδιαφέρον και σοφά αφήνει τον αναγνώστη να ανακαλύψει το τέχνασμα, που κρατά λίγο τις καταβολές-του από την Άγκαθα Κρίστι, μέχρι και επίσημα να αποκαλυφθεί ο ένοχος. Ο ένοχος έρχεται, όπως και στην “Περαίωση” του Μάρκαρη, να βγει από το περιβάλλον των ερευνητών και όχι των θυμάτων, ή μάλλον από μια κοινή επιφάνεια που καλύπτεται από το αναρχικό παρελθόν και το αστυνομικό παρόν.

***

            Ο Στεφόπουλος δεν πετυχαίνει να γράψει ένα άξιο περισσότερης προσοχής αστυνομικό έργο, ενώ ο Αζαριάδης, παρά τις ελάχιστα αισθητικές-του αξιώσεις, στήνει μια μπετονένια πλοκή και την παρακολουθεί με συνέπεια έως το τέλος, όπως και ο Μάρκαρης που δεν διαψεύδει όσους τον διαβάζουν. Οι αναγνώστες όμως δεν βολεύονται με το καλό, αν δεν έχει προχωρήσει σε ακόμα μεγαλύτερες αισθητικές βελτιώσεις.
 
[Φωτογραφικό υλικό βρέθηκε στα εξής: postnoon.com, www.omikron.tv, www.singleblackmale.org...]
            Πατριάρχης Φώτιος

9 comments:

anagnostria said...

Είχα την εντύπωση ότι δεν σου αρέσουν και πολύ τα αστυνομικά. Έχω λάθος; Οπωσδήποτε, πολύ χρήσιμοι προβληματισμοί και για μας που μας αρέσουν. Εσχάτως εμφανίστηκε ακόμα μια κατηγορία, των αστυνομικών που στηρίζονται σε λογοτεχνικά έργα, όπως του Κυριάκου Μαργαρίτη το "Στον ίσκιο των σκοτωμένων κοριτσιών" και του Θεοδωρή Παπαθεοδώρου "Καβαφικοί φόνοι".

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Φίλη Anagnostria,
έχω δημοσιεύσει 30-40 ποστ για αστυνομικά βιβλία και έχω γράψει μερικά κείμενα θεωρητικού προβληματισμού, όπως τα λέω, γι' αυτά.
Με θέλγει η δράση-τους και η αφηγηματική-τους οικονομία, αλλά συχνά βλέπω απλώς μια καλοστημένη πλοκή και τίποτα βαθύτερο. Επομένως, μια αμφίθυμη διάθεση με έλκει και με απωθεί απ' αυτά.

Τον Μαργαρίτη τον έχω διαβάσει (http://vivliocafe.blogspot.gr/2012/12/blog-post_6.html), αλλά τον Παπαθεοδώρου όχι. Αξίζει;

Πιστεύεις εντέλει ότι συγκροτείται σιγά σιγά μια ελληνική σχολή αστυνομικών μυθιστορημάτων, με κάποια κοινά στοιχεία, ή είναι μόνο διάσπαρτες μικρές ομάδες (αν υπάρχουν κι αυτές);
Πατριάρχης Φώτιος

Μπατζιλής γιώργος said...

Υπεραπλουστευμένη η αφετηρία τπύ Π.Μάρκαρη ως εκ τούτου λανθασμένη αλλά "κουβαλά νερό στο μύλο" χρήσιμων μύθων απτό παρελθόν ανεδαφικών για το μέλλον.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Γιώργο,
ο Μάρκαρης έτσι είναι πάντα και γι' αυτό ή σ' αρέσει ή όχι.
Πατριάρχης Φώτιος

ΥΓ. Ήθελα να 'ξερα πώς γράφεις έτσι, χωρίς στίξη, χωρίς σύνταξη, χωρίς σειρά.
Μήπως είσαι ρομπότ;

anagnostria said...

Αγαπητέ Πατριάρχη, σωστά νομίζω διέγνωσα την αμφίθυμή σου διάθεση για τα αστυνομικά. Έχω γράψει για το "Καβαφικοί φόνοι" του Παπαθεοδώρου. Του βρήκα πάρα πολλά τρωτά και κατέληγα με τη φράση "Καλύτερα ας διαβάσουμε τον ίδιο τον Καβάφη". Όσο για το ερώτημά σου, δεν νομίζω ότι συγκροτείται σχολή ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων. Υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της η κάθε μια, ακόμα κι εκεί που φαινομενικά υπάρχει μια σχέση, όπως τα δυο που ανέφερα ή πιθανόν μερικά άλλα.

Μπατζιλής γιώργος said...

Eνδιαφέρουσα η υποθετική πρόταση αλλά προβληματική εν τέλει n ερωτηματική πρόταση, ωστόσο μονολεκτικά υπάρχει απάντηση: "in medias res".,

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria,
κι εγώ βλέπω γραμμές ομοειδών κειμένων, αλλά ίσως όχι ακόμα συμπαγή σχολή. Κάποιες τάσεις, όπως αυτή που χαράζει ο Μάρκαρης και ακολουθούν, αν δεν σφάλλω, ο Στεφόπουλος και ο Αζαριάδης.
Καληνύχτα
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αρχιτέκτονα,
μονολεκτικά θα πω κι εγώ ότι η γλώσσα δεν είναι γραμμή με χάρακα αλλά πρέπει να τουλάχιστον να είναι σαφής.
Πατριάρχης Φώτιος

Μπατζιλής γιώργος said...

Την αινιγματική σαφήνεια την αναζητά μάλλον ο οδύσειος αναγνώστης