Monday, May 28, 2012

Έλληνες υβριδικής πολιτισμικής ταυτότητας

Έλληνες συγγραφείς που γράφουν σε άλλη γλώσσα, άλλοι που γράφουν ελληνικά αν και ζουν έξω, υβριδικά κείμενα που αναμιγνύουν κουλτούρες και γλώσσες σε ένα πολιτισμικό μίξερ... 
          Η εποχή-μας δεν διακρίνεται για τις αμιγείς πολιτισμικές οντότητες, αφού ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων, κοινωνιών και έργων είναι πολυπολιτισμικό. Σ’ αυτό το περιβάλλον, είναι ευνόητο ότι η λογοτεχνία είναι παιδί πολλών λαών και η ελληνικότητα παύει να είναι μονο-υπόστατη, καθώς συχνά συζευγνύεται με άλλες γλώσσες και κουλτούρες, είτε από την Ελλάδα προς το εξωτερικό, είτε (σπανιότερα) από το εξωτερικό προς την Ελλάδα.
Εφόσον η χώρα-μας είναι μια μικρή γλωσσική και λογοτεχνική επικράτεια, συνθήκη επιβίωσης της λογοτεχνίας-της στο παγκόσμιο στερέωμα αποτελεί η μετάφραση και ως εκ τούτου η αναγνώριση των δημιουργών-μας εκτός των συνόρων. Μια άλλη λύση είναι η μετεγγραφή ελλήνων συγγραφέων, είτε από επιλογή είτε λόγω των συνθηκών, στο ξένο πολιτισμικό περιβάλλον και το άνοιγμά-τους στη μεγάλη γλώσσα-προορισμό. Αυτό όμως τυπικά (και ουσιαστικά) τους βγάζει από την ελληνική λογοτεχνία, αφού αυτή συνυφαίνεται με τη γλώσσα, και τους μεταθέτει αυτομάτως σε μια άλλη λογοτεχνική οικογένεια.
          Αυτός ο γενικός προβληματισμός μου γεννιέται κάθε φορά που βλέπω να παρουσιάζεται στις εφημερίδες ένα έργο γραμμένο από Έλληνα του εξωτερικού, βιολογικά Έλληνα, αλλά συχνά αν-ελλήνιστο, καθώς η παραμονή στο ξένο κράτος ισοδυναμεί (με το πέρασμα του χρόνου) με την αποκοπή από την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα. Ομογενείς δεύτερης και τρίτης γενιάς σε Αμερική, Αυστραλία και Ευρώπη, Έλληνες που είχαν φύγει αυτοεξόριστοι παλαιότερα και ζουν μόνιμα στην αλλοδαπή, Έλληνες που σπούδασαν στο εξωτερικό και επέλεξαν (ίσως σε μια συνθήκη διγλωσσίας) να γράψουν στην ξένη γλώσσα είναι περιπτώσεις που περιλαμβάνονται στο παζλ των αλλόγλωσσων συγγραφέων, που μόνο κατ’ όνομα ή ελέω καταγωγής είναι Έλληνες.
          Οι George Pelecanos (1957 ΗΠΑ), Jeffrey Eugenides (1960 ΗΠΑ), Aris Fioretos (1960 Σουηδία), Christos Tsiolkas (1965 Αυστραλία), Perikles Monioudis (1966 Ελβετία), Natalie Bakopoulos (1970 ΗΠΑ) και Ann Zouroudis (1959 Βρετανία) είναι ομογενείς, εκτός από την τελευταία που παντρεύτηκε, αν δεν κάνω λάθος, Έλληνα, και γράφουν στη γλώσσα της χώρας-τους, ενώ τα έργα-τους μεταφράζονται (από άλλον) στα ελληνικά.
Δύο πιθανές εκδοχές-ερωτήσεις. Πρόκειται για υβριδικά έργα, τα οποία έχουν ελληνικές απηχήσεις (μερικά από αυτά εκτυλίσσονται στην Ελλάδα), αλλά ντύνονται με το αγγλικό, σουηδικό ή γερμανικό γλωσσικό ένδυμα; Ή η ξένη γλώσσα είναι τόσο καθοριστική και η απόσταση από τα πολιτισμικά δεδομένα της χώρας-μας είναι τόσο μεγάλη που μόνο τυπικά (λόγω συγγραφικού ονόματος) ανήκουν στην ελληνογενή λογοτεχνική οικογένεια;
          Το επιπλέον ερώτημα είναι γιατί τέτοια κείμενα προβάλλονται από τις εφημερίδες; (Δείτε ενδεικτικά όσα γράφονται τις τελευταίες εβδομάδες για τη Natalie Bakopoulos που είναι επίσημη προσκεκλημένη της 9ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη). Είναι έργα που έχουν αισθητική αξία και η μετάφρασή-τους διευκολύνει τον έλληνα αναγνώστη στην προσέγγιση των ξένων πολιτισμών ή έχουν μόνο εθνικοπολιτισμική αξία, αφού είναι γραμμένα από έναν (έστω και κατ’ επίφαση) Έλληνα συγγραφέα; Ή να το πω πιο αναλυτικά: οι εφημερίδες ασχολούνται μ’ αυτά χάρη στο ελληνικό ενδιαφέρον που θα δελεάσει τον αναγνώστη-τους να δει ένα βιβλίο ενός Έλληνα του εξωτερικού; Ή προσπερνούν τον σκόπελο της γλώσσας, που αποτελεί τον στενό κύκλο της ελληνικότητας, και δίνουν το ίδιο βάρος σε έναν ευρύτερο κύκλο, έναν κύκλο που περιλαμβάνει αυτόν της γλώσσας αλλά και τον πολιτισμικό δείκτη; Ο ελληνογενής συγγραφέας δεν γράφει βέβαια στα ελληνικά, αλλά διαθέτει είτε λόγω οικογενειακής παράδοσης, είτε λόγω ομογενειακής κουλτούρας, είτε λόγω των ελληνικών-του βιωμάτων, ένα βαθύτερο ελληνικό (λογοτεχνικό) DNA, το οποίο θα θέλαμε να δούμε πώς αναπτύσσεται στο ξένο περιβάλλον, στην ξένη γλώσσα και πολιτισμό. Κάπως έτσι;
Θα ήθελα να πιστέψω ότι ισχύει η τελευταία εκδοχή, αλλά πολύ φοβάμαι ότι απλώς πετάνε το δόλωμα της ελληνικότητας, που είτε δεν αντιστοιχεί σε αισθητική αξία είτε δεν υπάρχει καν ως έννοια, αφού πολλοί τέτοιοι συγγραφείς δεν έχουν ελληνική συνείδηση και πολιτισμική ταυτότητα… Τα θέματά-τους συχνά είναι αλλογενή, οι εμπειρίες-τους καθαρά αλλοδαπές, ο κύκλος των προβληματισμών-τους δεν περιλαμβάνουν ελληνική οπτική γωνία. Αυτό βέβαια δεν μειώνει την καλλιτεχνική αξία που μπορεί να έχουν, αλλά τότε η συζήτηση για τον Eugenides λ.χ. θα πρέπει να είναι η ίδια με τον ισπανό Βίλα-Μάτος ή τον Νορβηγό BjØrnstad.
Φυσικά δεν αναφέρομαι σε Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό και, ενώ έχουν προσαρμοστεί πολιτισμικά ή γλωσσικά στο νέο-τους περιβάλλον, γράφουν (και) στα ελληνικά. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ο Βασίλης Αλεξάκης (Γαλλία) και ο Θοδωρής Καλλιφατίδης (Σουηδία), οι οποίοι έχουν δυο λογοτεχνικές πατρίδες, καθώς τα κείμενά-τους γράφονται στη μία γλώσσα και μεταφράζονται από τους ίδιους στην άλλη.
Η περίπτωση του Πάνου Καρνέζη, που ζει στην Αγγλία, είναι μια άλλη υβριδική περίπτωση, καθώς –νομίζω- γράφει στα αγγλικά, αν και έχει πλείστα βιώματα ελληνικής φύσεως. Έχουμε στην ουσία μια πολιτισμική μεταφορά βιωμάτων από το ελληνικό πλαίσιό-τους στο αγγλικό ένδυμα, όπως την αντίθετη πορεία ακολουθούν Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό αλλά εξακολουθούν τα γράφουν για την άλλη χώρα στα ελληνικά, όπως η Δήμητρα Κολλιάκου και ο Γιώργος Μητάς για τη βρετανική εμπειρία ή η Αμάντα Μιχαλοπούλου και ο Γιώργος Γλυκοφρύδης για τη γερμανική αντίστοιχη. Σ’ αυτή τη χορεία ανήκει και η Σώτη Τριανταφύλλου, που γράφει στα ελληνικά τα αμερικάνικα θέματά-της, ενώ μοιράζει τον χρόνο-της μεταξύ Αθήνας και Νέας Υόρκης.
Θέτω εδώ συνοπτικά και πρόχειρα και την αντίθετη πορεία, ανθρώπων δηλαδή που ενδεχομένως παρότι αλλόφυλοι και αλλόγλωσσοι βρήκαν στην ελληνική γλώσσα καταφύγιο, όπως διάφοροι Αλβανοί (λ.χ. ο Γκαζμέντ Καπλάνι), με αποτέλεσμα η γραφή-τους να είναι ελληνική αλλά μπολιασμένη με τα στοιχεία που κουβαλάνε από την μητέρα-κουλτούρα. Το ίδιο συμβαίνει και στις άλλες λογοτεχνίες, κυρίως βέβαια τις μεγάλες στις οποίες συρρέουν συγγραφείς από περιφερειακές γλώσσες (ο τσέχος Κούντερα που έγραψε στα γαλλικά, ο ρώσος Ναμπόκοφ στα αγγλικά κ.ο.κ.).
Θα μπορούσε κανείς να σχεδιάσει το σχήμα της ελληνικής πολιτισμικής συνείδησης με ποικίλους ομόκεντρους κύκλους μίξης γλώσσας, παράδοσης και βιωμάτων. Έτσι, ίσως θα μπορέσουμε να χαρτογραφήσουμε το “ελληνικό” στην πορεία-του μέσα από γλώσσες και κουλτούρες, αλλά και να δούμε τις ποικίλες παραλλαγές-του στην ώσμωσή-του με άλλα πολιτισμικά μορφώματα.
Πατριάρχης Φώτιος

8 comments:

Pellegrina said...

Γιατι οχι"Η πράσινη ακτη"(λιτό,ομορφο και ακριβές-The green shore ειναι το πρωτότυπο της Μπακόπουλος)παρά "Το πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας";Αν δεν ήξερες,θα ασχολιόσουν ποτέ με ένα βιβλίο με αυτο τον τίτλο;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
αν μεταφέρω σωστά τα λόγια-σου σε ένα τμήμα του δικού-μου προβληματισμού, ο τίτλος αφορά στην παλιννόστηση (πατρίδα) του βιβλίου, με σκοπό να φανεί η σχέση της αμερικάνικης γραφής με τη μητέρα-μακρινή-πατρίδα. Το θέμα είναι ελληνικό (και διαχρονικό), αφού εκτυλίσσεται, απ' όσο διαβάζω, στην Αθήνα (και στο Παρίσι). Άρα, η πατρίδα έχει σημασία για το ελληνικό κοινό, σύμφωνα με τη γνώμη του έλληνα εκδότη.

Ένα ευρύτερο σχόλιο, μια που έθιξες ιδιαίτερα το βιβλίο της Bakopoulos: η συγγραφέας δεν μιλάει ελληνικά, αλλά έχει οικογενειακή παράδοση και συνεπώς ελληνογενή παιδεία, μεγάλωσε στην Αμερική (αγγλοσαξονική κουλτούρα) αλλά γράφει για την Ελλάδα της δικτατορίας. Συμπέρασμα (δικό-μου): η υβριδικότητά-της δείχνει τη σύζευξη που βλέπουμε και σε άλλους συγγραφείς, με τη δική-της βέβαια αναλογία στα συστατικά.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

επιπλέον, η πατρίδα δεν εχει "ακτη",αλλα΄"ακρογιάλι"..(

NYT Review of Books said...

Πατριάρχη, μερικοί από τους συγγραφείς που αναφέρεις δεν είναι -ούτε αυτοπροσδιορίζονται- ως Έλληνες. Είναι Αμερικανοί δεύτερης ή τρίτης γενιάς που τυχαίνει να έχουν ελληνικό επώνυμο (π.χ. Τζέφρυ Ευγενίδης, Ντην Μπακόπουλος). Δεν ασχολούνται με θέματα ελληνικότητας και δεν διαβάζονται/προβάλλονται/εκτιμώνταιως έλληνες συγγραφείς, αλλά ως καλοί συγγραφείς. Άλλωστε, ζουν και γράφουν σε χώρες του εξωτερικού, σ' εμάς μεταφράζονται, όπως κάθε άλλος ξενόγlωσσος συγγραφέας. Δεν βλέπω πού βρίσκεται το υβρίδιο.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

ΝΥΤimes,
αυτό περίπου λέω κι εγώ με τα ερωτήματα που θέτω. Λέω ότι οι ελληνικές εφημερίδες βρίσκουν την ευκαιρία να τους προβάλλουν ως Έλληνες (ομογενείς), να εκμεταλλευτούν την ελληνική-τους ρίζα και να τους φέρουν έτσι πιο κοντά στο ελληνικό κοινό. Έχεις δίκιο (και το πιστεύω κι εγώ για κάποια από αυτά τα ονόματα) ότι δεν έχουν ισχυρή ελληνικότητα, κυρίως λόγω γλώσσας, παρόλο που μπορεί να διατηρούν κάποια (μακρινά) στοιχεία ελληνικής παράδοσης.
Στην ουσία λέμε το ίδιο, αν προσέξεις το ποστ.
Πατριάρχης Φώτιος

GBatz said...

Οικουμενικότητα. Noμίζω παραλείπεις την έννοια κλειδί άν και εμπνέεσαι υπογράφοντας αναλόγως.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

GBatz,
φυσικά μιλάμε για οικουμενικότητα. Αυτονόητο γαρ!
Λέω μάλιστα κάπου ότι κι άλλοι γράφουν σε άλλη γλώσσα από τη μητρική-τους και έτσι υπάγονται σε άλλη λογοτεχνία.
Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο, αφού πλέον τα πολιτισμικά σύνορα είναι ανοικτά.
Βεβαίως
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Αμερικάνοι δεύτερης και τρίτης γενιάς ίσως. Τα βιώματα τους όμως έχουν ελληνική απόχρωση,κι αυτό διακρίνεται στη γραφή τους.
Έλληνες του εξωτερικού.
Όλοι Έλληνες.
Γιατί προτιμάται η διαφήμιση τους μέσω των ΜΜΕ αντί των Ελλαδιτών συγγραφέων; Οικουμενικότητα/Μάρκετινγκ/"Εθνική Περηφάνεια"/Βαθμός δυσκολίας ανάδειξης συγγραφικού ταλέντου...μερικές από τις απαντήσεις.
Σε κάθε περίπτωση όλοι μα όλοι φέρουμε στο dna μας ελληνικό μελάνι. Στην Ευρώπη ως "ξένος" δύσκολα καθιερώνεσαι ως συγγραφέας,ίσως λόγω της αργής πολυπολιτισμικής ζύμωσης.

Οι Αλβανοί συγγραφείς που αναφέρονται είναι απαραίτητο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας,με τόσα κοινά βιώματα λόγω γειτνίασης που δύσκολα θα τους χαρακτήριζα ως "ξένους συγγραφείς"...