Saturday, June 01, 2019

Πέτρος Μάρκαρης, “Η εποχή της υποκρισίας”

Το τωρινό θέμα της μυθιστοριογραφίας του Μάρκαρη είναι η κοινωνική και πολιτική υποκρισία. Άνθρωποι νομιμόφρονες ή και ηθικοί φέρονται κοινωνικά ανάλγητα κάτω απ’ το κόσμιο προσωπείο τους. Και το έγκλημα, παρόλο που είναι καταδικαστέο, ενέχει μια ηθική νομιμοποίηση.



Πέτρος Μάρκαρης
“Η εποχή της υποκρισίας”
εκδόσεις Γαβριηλίδη
-2019


Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά …και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Θεωρείται ο μεγαλύτερος Έλληνας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ίσως μετά τον Γιάννη Μαρή. Κι ίσως τα έργα του θα διαβάζονται ανάλογα με τον προκάτοχό του, παρά τα μύρια μειονεκτήματά τους. Έχοντας διαβάσει πολλά έργα του (“Παλιά, πολύ παλιά”  – 2008, “Ληξιπρόθεσμα δάνεια” -2010, “Περαίωση” -2011, “Ψωμί, παιδεία, ελευθερία”, 2012, “Τίτλοι τέλους” -2014, “Τριημερία” -2015, “Σεμινάρια φονικής γραφής” -2018), μπορούμε να μιλήσουμε πιο ολοκληρωμένα.

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ, να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Μάρκαρη πέρασα για άλλη μια φορά ωραία. Ένα στρωτό αστυνομικό, με μπόλικες νότες κοινωνίας και πολιτικής, με δίκιο στους δολοφόνους, με σταδιακή πορεία από τα εγκλήματα στις ενδείξεις κι από εκεί στις αποκαλύψεις, με την προσωπική ζωή του Χαρίτου που κάνει το έργο πιο ανθρώπινο κι όχι τόσο εγκεφαλικό όσο πολλά άλλα τέτοια μυθιστορήματα.

Δεν έλειψε η περιέργεια, τα βηματάκια από σκαλί σε σκαλί, το ελαφρύ χιούμορ, οι έξυπνες μικρές σκηνές, οι ωραίες συναντήσεις και κάτι που παρατήρησα τώρα οι θεατρικοί διάλογοι, τόσο πολλοί και τόσο μεγάλοι που δύσκολα βρίσκει κανείς σε άλλα μυθιστορήματα. Ο αστυνόμος Χαρίτος συζητά ακατάπαυστα, όχι επειδή είναι φλύαρος όπως η γυναίκα του, αλλά επειδή μέσα από τη συζήτηση με τους μάρτυρες, με τους συνεργάτες του, με τους άλλους αστυνόμους, με τους συγγενείς του προσεγγίζεται σιγά σιγά η αλήθεια. Η αλήθεια της έρευνας όσο και οι αλήθειες της ζωής.

Η σειρά των φόνων αρχίζουν σιγά σιγά να αρθρώνουν ένα συνολικό αφήγημα. Ο ιδιοκτήτης ξενοδοχείου που είναι και φιλάνθρωπος, καθώς χρηματοδοτεί νέους να σπουδάσουν τουριστικά επαγγέλματα. Ένα υψηλό στέλεχος της Στατιστικής υπηρεσίας και τέλος δύο στελέχη των ΔΝΤ. Όλοι κάνουν ευσυνείδητα της δουλειάς τους και δεν έχουν να τους προσάψουν σημαντικά παραπτώματα. Τότε, γιατί οι Εθνικοί Ηλίθιοι τους βάζουν στο στόχαστρό τους; Είναι η ασυνέπεια μεταξύ της εξωτερικής τους παρουσίας και της αντικρουόμενης, σύμφωνα με τους δολοφόνους, στάση τους μέσα στην κρίση. Καθένας είχε να επιδείξει μια διπλή προσωπικότητα, όχι κατανάγκη μια διπλή ζωή αλλά μια αντιφατική σύλληψη της πραγματικότητας, που ενοχλεί και προσβάλλει τους ανέργους και τους αναξιοπαθούντες.

Αυτό που παρατήρησα ωστόσο, αυτό που σκέφτηκα για να εξηγήσω γιατί τελικά τα μυθιστορήματα του Μάρκαρη καθιζάνουν είναι ότι γράφονται σαν επεισόδια σαπουνόπερας και γυρίζονται με τη βιασύνη και την προχειρότητά τους. Δεν μιλώ μόνο για τα πολυάριθμα τυπογραφικά λάθη, δείγμα μιας ανεξήγητης ταχύτητας,  αλλά κυρίως για τη γραφή-φασόν που προτιμά πλέον ο συγγραφέας. Έχει χαράξει ένα μονοπάτι και κρατά την πορεία του πάντα μέσα σ’ αυτό, μεγαλώνοντας τους ήρωές του από βιβλίο σε βιβλίο και εξελίσσοντάς τους ως προς την προσωπική ζωή τους. Σαν σαπουνόπερα όμως, με πολλά επεισόδια, τα βιβλία του διακρίνονται από πανομοιότυπα μοτίβα, από συσσωρευμένους διαλόγους, από επαναλήψεις σαν να πρέπει να ακουστεί ξανά ό,τι ειπώθηκε προηγουμένως, με πολλά πρόσωπα που έρχονται και παρέρχονται.

Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα γύρνα κοντά μου, που τ’ άγια χώματα της πόνος και χαρά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Ο στόχος του Μάρκαρη είναι να πραγματευθεί ένα θέμα της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Και έχοντας φτιάξει ένα καλούπι, με τον Χαρίτο, τους κατά συρροή δολοφόνους που συχνά έχουν αγαθά κίνητρα, κίνητρα που δεν πηγάζουν ακριβώς από το προσωπικό τους συμφέρον, έστω κι αν αφορμώνται από αυτό, αλλά εκτείνονται σε ευρύτερα κοινωνικά θέματα. Έτσι, απ’ τη μια το έγκλημα είναι έγκλημα και πρέπει να παταχθεί και να συλληφθούν οι δράστες, απ’ την άλλη το αγαθό κίνητρο κάνει τις πράξεις τους κοινωνικά ανεκτές ή και επιδοκιμαστέες.

Το τέλος του βιβλίου και η σταδιακή πορεία προς αυτό εξυψώνει το έργο πάνω από τα ατοπήματά του (άλλο ένα στο τέλος, αυτό που μπορεί η αστυνομία να ανασυνθέσει τους διαλόγους από κινητό, χωρίς κοριό). Οι Εθνικοί Ηλίθιοι, που υπογράφουν τις προκηρύξεις, είναι τέσσερα άτομα που εκπροσωπούν τη μεσαία τάξη. Αυτήν την τάξη που πλήρωνε κανονικά τους φόρους της, αλλά υπέστη και τα πιο βαριά πλήγματα από την κρίση. Αποφασίζει λοιπόν να δώσει συμβολικά χτυπήματα, δικαιολογημένα σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος, σε βασικούς εκπροσώπους της οικονομικής υποκρισίας, οι οποίοι δηλώνουν τις θετικές εξελίξεις της οικονομίας αλλά δεν υπολογίζουν τα θύματά της. Οι αριθμοί είναι υποκριτικοί, φαίνεται να δηλώνει ο Μάρκαρης.


> Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1965 με το θεατρικό έργο "Η ιστορία του Αλή Ρέτζο". Δραματουργός, μεταφραστής, μελετητής του έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ και σεναριογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Εκτός από τέσσερα θεατρικά έργα, έχει γράψει δύο αστυνομικά μυθιστορήματα, το "Νυχτερινό δελτίο" (1995) και το "Άμυνα ζώνης" (1998) [σ.σ.: ακολούθησαν τα μυθιστορήματα "Ο Τσε αυτοκτόνησε" (2003), "Βασικός μέτοχος" (2006), "Παλιά, πολύ παλιά" (2008), "Ληξιπρόθεσμα δάνεια" (2010), "Περαίωση" (2011), με τη μεσολάβηση της συλλογής διηγημάτων "Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων" (2004)]. Στα μυθιστορήματά του κεντρικός ήρωας είναι ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος, ένας συντηρητικός ως προς τις ιδέες και τις συνήθειες πενηντάρης, που έχει ως χόμπι την ανάγνωση λεξικών. Πρόκειται για έναν συνεπή επαγγελματία διώκτη του εγκλήματος που πρωταγωνιστεί σε νουάρ ιστορίες. Παντρεμένος με μιαν ήσυχη, απλοϊκή γυναίκα, πατέρας μιας ανήσυχης ερωτικά φοιτήτριας, δεν έχει καμιά σχέση ή ομοιότητα με τον Ηρακλή Πουαρό της Αγκάθα Κρίστι ούτε βέβαια με τον Φίλιπ Μάρλοου του Ρέημοντ Τσάντλερ. Θυμίζει όμως αμυδρά τον αστυνόμο Μαιγκρέ του Ζορζ Σιμενόν και είναι κατά κάποιον τρόπο ο διάδοχος του εμβληματικού αστυνόμου Μπέκα, ήρωα του Γιάννη Μαρή, του εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα τη δεκαετία του '50, ενός σημαντικού συγγραφέα, άγνωστου στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Στα μυθιστορήματα του Μάρκαρη είναι έντονοι οι απόηχοι από την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς κάποιοι ήρωες του, είχαν πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με πρόσωπα των κρατικών μηχανισμών εκείνων των καθεστώτων.

Πάπισσα Ιωάννα 

2 comments:

anagnostria said...

Πολυαγαπημένος μου ο Μάρκαρης, έχω διαβάσει ΟΛΑ τα μυθιστορήματά του και έχω γράψει για τα περισσότερα απ' αυτά. Μόνο τώρα με το τελευταίο του σαν να άρχισε να με κουράζει με όλα όσα πολύ σωστά επισημαίνεις. Απόδειξη ότι το άρχισα και το εγκατέλειψα πριν το τελειώσω, βρίσκοντας πιο ενδιαφέροντα άλλα βιβλία που εκκρεμούσαν. Βεβαίως κάποια στιγμή θα το τελειώσω...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria,
είμαστε στο ίδιο σκάφος:
έχω διαβάσει κι εγώ όλα τα βιβλία του Μάρκαρη,
έχω κι εγώ κουραστεί από τη μανιέρα του
αλλά θεωρώ ότι αυτό είναι το καλύτερο των τελευταίων παρηκμασμένων χρόνων του.
Π.Ι.