Wednesday, July 06, 2011

Πειστικότητα στη λογοτεχνία

            Πότε ένα κείμενο πείθει τον αποδέκτη-του ότι παρουσιάζει μια ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί, είτε στον υπάρχοντα κόσμο είτε σε ένα φανταστικό περιβάλλον; Αν εξαιρέσει κανείς την ποίηση, που λειτουργεί με το δικό-της εκφραστικό πλαίσιο, η πεζογραφία δημιουργεί το περιβάλλον εκείνο μέσα στο οποίο θα αναδείξει το θέμα-της, θα εξελίξει την ιστορία-της, θα τροχοδρομήσει τους χαρακτήρες-της.
Πίνακας του Edward Hopper με τίτλο
"Chambre au bord de la mer"
            Όταν έγραψα την άποψή-μου για το βιβλίο του Βαγγέλη Μπέκα “Φετίχ” (30/5/2011), επεσήμανα ότι το κείμενο υστερεί σε αληθοφάνεια. Ο ανοικτός διάλογος που ακολούθησε, ειδικότερα με τον συγγραφέα, έδειξε πως η λέξη «αληθοφάνεια» εκλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο και γι’ αυτό αποφάσισα να φέρω το θέμα σε ξεχωριστή ανάρτηση, για να διευκρινίσω πώς την εννοώ και να διεξαγάγουμε τη συζήτησή-μας απομακρυσμένοι από το συγκεκριμένο έργο.
"Studio"
Πίνακας του Jean-Désiré Gustave Courbet
            Η αληθοφάνεια σήμερα δεν συνδέεται αποκλειστικά με τον ρεαλισμό. Όσο ο ρεαλισμός κυριαρχούσε τον 19ο αιώνα και όσο εξακολουθούσε να στηρίζει μυθιστορηματικές γραφές μέσα στον 20ο, η αληθοφάνεια ταυτιζόταν με την αναφορά σε μια άλλη, έξω από το μυθιστορηματικό πεδίο, πραγματικότητα. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο πεζογράφος έπρεπε να είναι πιστός στην εξωλογοτεχνική αλήθεια, να είναι ακριβής στην απόδοση των πραγματολογικών στοιχείων, να μην αλλοιώνει τα ιστορικά γεγονότα και γενικά να πλάθει έναν κόσμο που κάλλιστα θα μπορούσε να υπάρχει στην ανθρώπινη ζωή. Όποιος μιλάει με ρεαλιστικούς όρους, έχει μείνει στην αληθοφάνεια ως πιστότητα, ως αλήθεια και όχι ως δυνατότητα.
            Σήμερα όμως δεν μπορούμε να απαιτούμε από ένα έργο να είναι ρεαλιστικά αληθοφανές. Μπορούμε όμως να απαιτούμε να είναι πειστικό, να είναι συνεπές με τον εαυτό-του και να μην αφήνει τον αναγνώστη να στέκεται μετέωρος και να αμφισβητεί την ενδοκειμενική αλήθεια-του. Αληθοφάνεια δεν σημαίνει αλήθεια, αλλά οικοδόμηση ενός κόσμου που να μπορεί να σταθεί από μόνος-του και να μην αφήνει χαραμάδες που να αλλοιώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται. Αληθοφάνεια υπάρχει ακόμα και στην αλληγορία, ακόμα και στα έργα επιστημονικής φαντασίας, ακόμα και στα έργα του φανταστικού, ή του μαγικού ρεαλισμού: η χρήση-της κάνει τον αναγνώστη να μυηθεί στο θέμα και μετά ή παράλληλα να το δει αλληγορικά ή μεταφυσικά ή… Αληθοφάνεια έχουν οι παραβολές του Χριστού, έχει η "Φάρμα των ζώων" του Όργουελ, έχει ο Λεμ στο “Σολάρις”, έχει ο Μάρκες κ.ο.κ. Αληθοφάνεια δεν σημαίνει πιστότητα ή προσήλωση την πραγματικότητα. Σημαίνει πρώτιστα σκηνικό, πρόσωπα, δράση που να πείθουν για τη βαθύτερη μυθιστορηματική-τους αυθυπαρξία, ολότητα, εμβάθυνση, διαφάνεια...
            Ένα έργο για να πείσει τον αναγνώστη ότι αξίζει να προσεχθεί πρέπει να έχει χτίσει τα όριά-του έτσι ώστε κάθε επιμέρους σημείο να είναι συνεπές με το σύνολο. Να είναι γραμμένο έτσι ώστε, είτε αναφέρεται στην πραγματικότητα είτε κατασκευάζει τη δική-του πραγματικότητα, να μπορεί να εισαγάγει τον αναγνώστη στον δικό-του κόσμο και να μην του αφήνει κενά. Να πλάθει παράλληλους κόσμους (εδώ βοηθά η σχετικότητα του Αϊνστάιν) οι οποίοι να πείθουν για την ύπαρξή-τους, ακόμα κι αν είναι εντελώς φανταστικοί. Ένα αστυνομικό έργο να μην στηρίζεται σε βεβιασμένες αλληλουχίες, ένα έργο επιστημονικής φαντασίας να πλάθει δικές-του αρχές που να τηρούνται με συνέπεια, μια αλληγορία να μην αφήνει σημεία που να μην δένουν με το συνολικό-της νόημα…
            Αληθοφάνεια πλέον δεν σημαίνει αναφορά στην εξωτερική πραγματικότητα αλλά αναφορά στην εσωτερική πραγματικότητα. Το μυθιστόρημα, η νουβέλα ή το διήγημα πρέπει να φέρνουν σε ισορροπία όλα τα σημεία-τους και να μην αφήνουν τις αντιφάσεις-τους, τις ενδοκειμενικές εκκρεμότητές-τους ή τις εσωτερικές-τους ανισορροπίες να εκτροχιάζουν την αναγνωστική προοπτική. Αληθοφάνεια σημαίνει συνέπεια σε ένα βάθος που δεν μένει στην επιφάνεια του περιεχομένου, αλλά στην κατάβαση σε έναν γόνιμο χειρισμό του πρωτότυπου θέματος με την πρωτοπόρα αλλά όχι εκβιαστικά δοσμένη μορφή. Αληθοφάνεια σημαίνει ότι μένω πιστός στις προδιαγραφές που εγώ θέτω μέσα στο έργο-μου, αλλά και προσκαλώ τον αναγνώστη στο βαθύτερο “είναι” του κειμένου, χωρίς να τον δέχομαι σε ένα δωμάτιο χωρίς δικαιολογημένη διακοσμητική και λειτουργική άποψη. Αληθοφάνεια δεν σημαίνει πυροτέχνημα μόνο προς άγραν εντυπώσεων, αλλά πειστική εξήγηση –που το ίδιο το έργο τη δίνει- για το πώς έδεσα μορφή και περιεχόμενο.
            Μερικές πρώτες σκέψεις…
Πατριάρχης Φώτιος

24 comments:

Pellegrina said...

Συμφωνώ α π ό λ υ τ α μαζί σου. Μάλιστα υποψιάζομαι οτι το ίδιο ίσχυε και την εποχή της "ρεαλιστικής" λογοτεχνίας. ο "ρεαλισμός" της ήταν χτισμένος,είχε τη δική του ατμόσφαιρα, τα δικά του, επιλεγμένα στοιχεία, ήταν ο κόσμος του έ ρ γ ο υ, και απλώς δεν εχουμε τροπο να τον συγκρίνουμε. Νομίζουμε οτι ή εξωλογοτεχνική πραγματικότητα ήταν ετσι. Ήταν όμως;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
κι εγώ πιστεύω ότι ακόμα και ο ρεαλισμός δεν αποτύπωνε την πραγματικότητα, αλλά προσπαθούσε να τη μιμηθεί. Με άλλα λόγια δημιουργούσε το μυθιστορηματικό πλαίσιο για να φανεί ότι αποδίδει την όποια πραγματικότητα, ενώ στην ουσία έφτιαχνε μια δική-του αληθοφανή που έμοιαζε με την αληθινή.
Πατριάρχης Φώτιος

brouss said...

Μια ορθή, κατά τη γνώμη μου τοποθέτηση εφόσον δεν κινούμαστε πλέον στις ρεαλιστικές συμβάσεις αφήγησης του 19ου και των αρχών του 20ου. Θα την έλεγα αυτο-επαλήθευση του έργου για να αποφύγω κάθε σχέση με την παλαιά ρεαλιστικού τύπου αληθοφάνεια ήτοι πιστή αναπαράσταση ή/και απόδοση του πραγματικού. Η αναφορικότητα πλέον δεν είναι ζητούμενο...Το ερώτημα είναι : την αναζητά ο αναγνώστης αυτήν την παλαιού τύπου αληθοφάνεια; Πόσο είναι εθισμένος στις περισσότερες ή λιγότερες πιστές ή λιγότερο πιστές αναφορές στον εξωκειμενικό λέγε "αληθινό" κόσμο;Και βέβαια αποτελεί εντέλει κριτήριο το τι αναζητά ο αναγνώστης ή πού και πώς οδηγείται το πεζό;Από την άλλη το κατεξοχήν ρεαλσιτικό έργο παρότι "αντέγραφε" την πραγματικότητα δεν όφειλε και αυτό να έχει πειστικότητα, συνοχή,αλληλουχία, αιτιολογημένη πλοκή, οριοθέτηση ενός μικρόκοσμου εντός του πραγματικού, και να μην αυτο-υπονομεύεται;

brouss said...

Το κατά πόσον αποτύπωνε ή επιχειρούσε να μιμηθεί το ρεαλιστικό έργο είναι συνάρτηση διαφόρων παραγόντων.Ουσιαστικά σαφώς πρόκειται για μίμηση (βλ. Πλάτωνα για την αφήγηση)αφού μια μη λεκτική κατάσταση μεταφέρεται σε καθαρά λεκτικό χώρο και άρα ενέχει το πλαστό εφόσον το αυθεντικό είναι το πραγματικό. Αλλά και στην περίπτωση της πιστότερης αντιγραφής πάντα μπορούσε να παρεισφρήσει το στοιχείο που έκανε το κείμενο μίμηση-απόδοση και όχι φωτογράφηση.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

brouss,
οι γνώμες-μας συγκλίνουν στο έπακρο.
Όσο για το αν το κοινό σήμερα αναζητά την παλαιού τύπου αληθοφάνεια, θαρρώ πως ναι (δυστυχώς). Ο Έκο έλεγε ότι τον ρωτούσαν για έναν ήρωά-του σαν να ήταν πραγματικός. Άλλη περίπτωση είναι το ιστορικό μυθιστόρημα του οποίου δείγματα, ακόμα και σήμερα, προσηλώνονται στην ιστορία, χωρίς να ζητούν να την ξαναδιαβάσουν, βάζοντας μόνο στόχο την αναπαράσταση.
Πατριάρχης Φώτιος

nkarakasis said...

Είναι πολλές φορές που σκέπτομαι αν ένα έργο με θέμα σαν: η μύτη ή το περί τυφλότητας, ή ακόμη το 1984 - αν θα δεχόταν κάποιος εκδότης στον Ελλαδικό χώρο να το παρουσιάσει στο κοινό.
Νομίζω, ότι οι εκδότες δεν ρισκάρουν, ειδικά τέτοια εποχή σε τέτοια κείμενα.
'Έχω πρόσφατη προσωπική εμπειρία και θέλω να πιστεύω ότι δεν είναι θέμα αναγνωστικού κοινού, όσο εκδοτικού ρίσκου.
Προσωπικά το φετίχ, το ευχαριστήθηκα διότι ήταν κάτι διαφορετικό από την πλειάδα ελληνικών εκδόσεων με την παρόμοια σχεδόν θεματολογία.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μα, Νίκο,
στην αγορά βρίσκεις και τα μεν και τα δε.
Από τη μία τα εύκολα, γραμμένα με τη ρεαλιστική επιφάνεια, που δεν απαιτούν υποψιασμένο κοινό, έργα μονοσήμαντα, γραμμένα ίσως με πιστότητα, που επιχειρούν να αναπαραστήσουν απλώς και όχι να παραστήσουν μια νέα πραγματικότητα.
Από την άλλη, υπάρχουν και στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή έργα γραμμένα με δημιουργικότητα, που είτε παίρνουν την όποια πραγματικότητα και την μεταπλάθουν στο δικό-τους μυθιστορηματικό πλαίσιο, είτε κατασκευάζουν μια κειμενική ολότητα μέσα στην οποία επικρατεί συνέπεια και έντεχνη οριοθέτηση των συστατικών-τους.
Δεν ξέρω την προσωπική-σου περίπτωση, αλλά υπάρχουν εκδότες που αποσκοπούν στα κέρδη και συνεπώς προτιμούν τον προσιτό στους πολλούς, ευπώλητο ρεαλισμό, υπάρχουν όμως και εκδοτικές γραμμές που δεν αρνούνται το προωθημένο έργο, την αυτοτέλειά-του και την ποιοτική αναγωγή σε έναν πλαστό, μα και καθόλα λογοτεχνικά νόμιμο κόσμο.
Πατριάρχης Φώτιος

anagnostria said...

Εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα. Μπαίνω λοιπόν κι εγώ στη συζήτηση. Βασικά συμφωνούμε όλοι, νομίζω. Θα ήθελα όμως να προσθέσω τα εξής: Η ρεαλιστική, έως ακόμη και νατουραλιστική, απεικόνιση μπορεί να είναι απαραίτητη για ένα κείμενο που στο σύνολό του δεν ανταποκρίνεται στον παλαιότερο ορισμό του ρεαλισμού. Για παράδειγμα, αν ο συγγραφέας αναφέρεται στην κατάρρευση των δίδυμων πύργων δεν μπορεί να το κάνει με μη ρεαλιστικούς όρους. Από την άλλη ο αναγνώστης είναι φυσικό να αναζητά την αληθοφάνεια σ' ένα έργο που εμφανίζεται ως ρεαλιστικό. Πάλι για παράδειγμα, δεν μπορώ να δεχτώ σ' ένα μυθιστόρημα που προσπαθεί να αναπαραστήσει την Αθήνα του 1900 με απόλυτα ρεαλιστικούς όρους, ότι η κεντρική ηρωίδα περπατούσε για ένα χρόνο ξυπόλυτη επειδή την πάντρεψαν με κάποιον που δεν ήθελε! Αυτό δεν μου φαίνεται καθόλου αληθοφανές, όπως απαιτεί ένα τέτοιο μυθιστόρημα.

nkarakasis said...

Να ξεκαθαρίσω, και επ' ευκαιρία να ανοίξω έναν όμορφο διάλογο.
Φυσικά και δεν είναι όλα. Υπάρχουν τίτλοι άξιοι θαυμασμού. Π.χ. Ο Σωτάκης είναι ένας πάρα πολύ καλός συγγραφέας με έμπνευση, άλλον δεν μπορώ να σκεφτώ αυτήν την στιγμή.
Γενικά λέω ότι δεν υπάρχει πλήθος τέτοιας θεματολογίας - όπως το Φετίχ, άλλο ένα παράδειγμα - που να στήνει έναν καινούργιο κόσμο στα μάτια του αναγνώστη και να σε καλεί να διαβάσεις κάτι πέρα από την πραγματικότητα όπως την ξέρουμε. Γιατί να αποτυπώνουμε την πραγματικότητα όπως είναι και να μην την ξαναστήνουμε σε άλλα πόδια; Φυσικά και το αποτέλεσμα κρίνει τον συγγραφέα.

Να απολογηθώ : επιθυμώ να καλλιεργηθώ σε αυτόν τον χώρο, τουλάχιστον η πρώτη μου εκδοτική προσπάθεια - τέτοια ήταν.
Οι περισσότεροι πάντως τίτλοι αναμασάν την ιστορία και τον έρωτα. Με αποτέλεσμα το βάρος να πέφτει στο ιστορικό πλαίσιο, ή στο αστικό· στο "σκηνικό" που λέμε. Με όλα τα πιθανά λάθη που μπορεί να κάνει κάποιος- και που είναι φυσιολογικά.
Και η απορία μου στηρίζεται ακριβώς εκεί. Είναι θέμα εκδοτών ή αναγνωστικού κοινού;
Να διευκρινίσω ότι δεν έχω κάτι με τους άλλους τίτλους. Υπάρχουν συγγραφείς όπου έχουν την δυνατότητα να περιγράψουν ακόμη και το σπίτι μου με οπτική που θα με αφήσει άφωνο. Υπάρχουν λαμπρά παραδείγματα. Το όλο σχόλιο μου είναι παρόρμηση της συσχέτισης του κειμένου με το έργο "Φετίχ".
Να το πω αλλιώς. Γιατί το χαμένο νησί του Καραγάτση είχε την μικρότερη απήχηση σε σχέση με τα άλλα έργα του. (Το θεωρώ από τα κορυφαία του).

Pellegrina said...

Νικο η απάντηση σε αυτο που ρωτάς ειναι μαλλον απλή: το κοινό ειναι απαίδευτο στην τέχνη γενικά, ή, απλώς, δεν ενδιαφέρεται (δικαίωμά του). Είναι α κ ρ ι β ώ ς σαν τον θεατή ενός "πίνακα" που θαυμάζει" πόσο αληθινό μοιάζει το δέντρο". Στη "λογοτεχνία" (τα εισαγωγικά επίτηδες) το κοινό θέλει να διαβάσει γραμμένα απλώς οσα βλέπει γύρω του ( βλέπουν άλλοι, σε "αλλα μερη")ή να δει "ωράιες λέξεις" (όπως βλέπει "ωραία λουλούδια" στον πίνακα) ΔΕΝ το λέω υποτιμητικά , εχω φίλους μια χαρα που ειναι ε τ σ ι. Ακόμα και μορφωμένους. Δεχονται το πολυδιάστατο της πραγματικότητας αλλά δεν αντιλαμβάνονται πώς το αποδίδει η λογοτεχνία, το αναζητούν σε άλλα κέιμενα, φιλοσοφία, επιστήμη κλπ Η σχεση με την τεχνη (και η λογοτεχνία ως προς αυτό -την αυτοτέλεια του εργου- ε ί ν α ι τέχνη), πρωτον διδάσκεται και δευτερον ειναι και λίγο, το πιστέυω πια, "έμφυτη".(ό,τι και να σημαίνει αυτό. Θεμα εγκεφάλου)
Στην Ελλάδα επισης υπάρχει ε΄να γενικότερο προβλημα με τις ιστορίες-παραμύθια, την επιστημονική φαντασία, τις αλληγορίες κλπ. Δεν εκτιμουνται οσο αλλού, δεν εχουν παράδοση.
Συμφωνω΄για το "Χαμένο νησί¨" κι εμενα μου αρεσε πολύ.
Οι εκδότες ααλλη ιστορία..

υγ: αναζητηστε το αριστουργηματικο επί του θέματος (αυτοτέλεια της τεχνης) διήγημα του Δημήτρη Χατζή "Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ" (Το καλύτερο κέιμενο που μπήκε ποτέ -κάποτε, κατά λάθος_ σε σχολικό βιβλίο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν το "διδαξα" (δεν πολυπιστευω σε αυτό, γι αυτο τα εισαγωγικά) σε τεχνικό Λύκειο με ειδικότητα: γραφίστες, διακοσμητές, συντηρητές ργων τέχνης. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω τ ί π ο τ α. Τα παιδιά το κατάλαβαν απόλυτα. ΟΛα! Ήταν ειδικά παιδιά !!!

Μανος Κοντολεων said...

Πολύ σωστός. Κάθε λογοτεχνικό έργο πρέπει να ακολουθεί την αλήθεια του. Στα παραδείγματα που αναφέρεις, θα προσθέσω την "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων". Από τα πρώτα έργα που ακολουθούν τους δικούς τους νόμους -αυτούς και που τους δημιούργησαν.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Νίκο,
υπάρχουν και πληθαίνουν τα δείγματα ιστοριών-κατασκευών που πλάθουν εξαρχής έναν καινούργιο κόσμο και πείθουν για την αλήθεια-του (κατά τη γνώμη-μου, πολύ καλύτερα από τον Μπέκα). Πρόχειρα σκέφτηκα:
- "Πριν" του Αλεξάκη
- "Τι είδε η γυναίκα του Λώτ" της Μπουραζοπούλου
- τα κρυπτικά έργα του Αντονά
- "Writerland" και "Ληθη" του Βλαντή
- "Το γονίδιο της αμφιβολίας" του Παναγιωτόπουλου
- "Η πράσινη πόρτα" και "Το θαύμα της αναπνοής" του Σωτάκη
- "Η ηγεμονία της ευτυχίας" της Δημητρομανωλάκη

Όσο για το "Νησί" του Καραγάτση, παρόλο που ξεκινά ευφυώς, σταδιακά ο συγγραφέας το εγκαταλείπει και τελικά απομένει ένα κενό έργο.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μάνο,
θα μπορούσαμε να πούμε πολλά από την παγκόσμια λογοτεχνία και η "Αλίκη" φυσικά μετράει.

Μια σημείωση γενική πάνω στη συζήτηση: αληθοφάνεια δεν χρειάζεται να έχουν μόνο τα επινοημένα περιβάλλοντα αλλά και τα ειλημμένα από την πραγματικότητα. Απλώς, πρέπει να έχουν τη δική-τους αλήθεια και όχι την δοσμένη από όσα ως τώρα ξέρουμε
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Υπάρχει και το ενδιάμεσο (αναμεσα στα επινοημένα και τα ειλημμένα από την πραγματικότητα): τα επινοημένα από μια πιθανή εξέλιξη της σημερινής πραγματικότητας, με αρκετά στοιχεία από αυτήν. ¨οπως τα δικά μου (σόρι!) "Η Μέρα της Μελάνης", "Η χρυσή βροχή" και επομενα.
Επι τη ευκαιρία, τα εν λογω δεν σχηματίστηκαν στα πλαίσια μιας επινόησης-εξυπνάδας, αλλά από αναγκη: όταν χρειάζομαι ήρωες που α) δεν εχουν οικογένεια (που να παιζει ρολο στην υπόθεση)β) εχουν όλοι, άντρες γυναίκες, από ένα επάγγελμα, που τους καθορίζει οχι μονο οικονομικά, αλλά και στην ηθική, κοινωνική κλπ εξέλιξη, τις σχεσεις, του ερωτες, τα διλήμματα γ) δεν αποτελούν εξάιρεση, μοναχικά πλάσματα, πρωτοπόρα κλπ με α υ τ ά τα στοιχεία (του ανεξάρτητου ατόμου), αλλα΄τον κανόνα, και από κει και περα είναι α λ λ α, πιο σημαντικα΄στοιχεία που τους διακρινουν ως χαρακτήρες
τότε η σημερινή Ελλάδα δεν μου κάνει.

Οπότε, μηπως τελικά, ένς παράγοντας για ενα συνεκτικό κόσμο ειναι ν αξεκινάς από τον πυρήνα, δηλ. τον άνρθωπο και τις αξίες του και γύρω από αυτόν να οικοδομείς, βάζοντας τα στοιχεία που σου χρειάζονται για να τον φωτίσεις. Δεν φτιάχνεις δηλ. πρωτα τον κοσμο και μετά τους ήρωες, αλλα΄αντιστροφα

Eva Stamou said...

Αυτό που κάνει σε μένα εντύπωση είναι η αδυναμία αρκετών αναγνωστών να διαχωρίσουν τον συγγραφέα από τους μυθιστορηματικούς του χαρακτήρες. Υποψιάζομαι ότι κάποιοι δεν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει λογοτεχνική μυθοπλασία. Ορισμένοι μάλιστα μου έχουν μιλήσει σε παρουσιάσεις βιβλίων μου ή μου έχουν στείλει μηνύματα ζητώντας περισσότερες λεπτομέρειες για τον ένα ή τον άλλο 'ήρωα' των βιβλίων μου, ή για το πώς αντιμετώπισα το ένα ή το άλλο περιστατικό που περιγράφω, θεωρώντας ως δεδομενο ότι αφηγούμαι υπαρκτά συμβάντα ή προσωπικές μου εμπειρίες. Μου έκανε προκαλεσε μάλιστα εκπληξη ότι κάποια διηγήματα μου αναφορικά με τρομοκρατική οργάνωση, κι άλλες ακραίες καταστασεις, θεωρήθηκε ότι αναπαράγουν δικά μου βιώματα. Εικάζω λοιπόν ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στην έλλειψη λογοτεχνικής παιδείας για αρκετούς αναγνώστες στη χώρα μας, οι οποίοι αυτομάτως θεωρούν ότι η πειστικότητα της αφήγησης συνεπάγεται εξιστόρηση υπαρκτών γεγονότων. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι δεν είναι όλοι συστηματικοί και συνειδητοποιημένοι αναγνώστες όπως οι επισκέπτες των λογοτεχνικών μπλογκς.

Ενδιαφερουσα η εννοιολογική διάκριση που επιχειρεί το κείμενό μεταξύ αλήθειας, αληθοφάνειας, και λογοτεχνικής πειστικότητας.

Καλό απόγευμα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
εγώ θα έλεγα ότι "Η μέρα της μελάνης", που ξέρω, είναι μια επινόηση, μια μελλοντολογική αναγωγή, έστω κι αν αφορμάται από πραγματικές συνθήκες.
Όσο για τα πρόσωπα που φτιάχνουν τον κόσμο, εσύ είσαι συγγραφέας, εσύ ξέρεις.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Εύα,
το ανέφερα κι εγώ σε προηγούμενο σχόλιο παραπέμποντας στον Έκο. Το ευρύ κοινό πιστεύει ότι αληθοφανής ιστορία σημαίνει και αληθινή.
Καληνύχτα
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Κάπως ετσι (και μη μου δινετε πολλη σημασία, συνηθως μιλαω μόνη μου για ό,τι γραφω τωρα : ειναι ασκηση..

Vagelis Bekas said...
This comment has been removed by the author.
Vagelis Bekas said...

Ωραίο το θέμα σου Πατριάρχη, χαίρομαι που παρότι δεν ήσουν και τόσο θετικός με το βιβλίο μου, έγινε αφορμή για συζήτηση.

Αν κατάλαβα καλά αναφέρεσαι στην αληθοφάνεια με την έννοια της πειστικότητας. Θα δεχτώ με άνεση την «πειστικότητα», δυσκολεύομαι λίγο να δεχτώ την ερμηνεία της αληθοφάνειας ως ισορροπία μορφής και περιεχομένου (προς το τέλος του κειμένου). Δεν θα τα χαλάσουμε όμως εκεί.

Σε κάθε περίπτωση η αληθοφάνεια είναι πολύ εύκολο να εξεταστεί στα ρεαλιστικά έργα. Τα κριτήρια είναι αντικειμενικά, καθώς αντλούνται από την κοινή σε όλους πραγματικότητα. Είμαστε εξοικειωμένοι με αυτά. Βρισκόμαστε στα ρηχά νερά της αληθοφάνειας – πειστικότητας.

Αν μιλάμε όμως για το «Mulholland drive» του Λιντς, την «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, τον «Ρινόκερο» του Ιονέσκο, εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ πιο δύσκολα. Δύσκολα και για τον δημιουργό, ώστε να πετύχει την ισορροπία, και για τον αναγνώστη ή θεατή, ώστε να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον.
Εδώ το υποκειμενικό στοιχείο του αναγνώστη-θεατή, εισέρχεται σε μια ξένη σε αυτόν πραγματικότητα, σφήνα στην υποκειμενικότητα του δημιουργού και εκεί αρχίζουν οι διαφωνίες. Άλλους τους ξενίζει, άλλοι που είναι «λοξοί» γουστάρουν.

Αλλά και κάποιος θεωρητικός βασισμένος σε κάποια λογοτεχνική θεωρία πολύ πιο εύκολα θα έβγαζε συμπεράσματα όσο αφορά την πειστικότατα ενός ρεαλιστικού έργου παρά για ένα σουρεαλιστικό ή ακόμα χειρότερα ένα υβρίδιο.

Ενώ μιλάμε για αριστουργήματα, είμαι σίγουρος ότι το 50% των ανθρώπων που θα γίνουν κοινωνοί των έργων που ανέφερα θα τα θεωρήσουν μη πειστικά. Γιατί τα κριτήρια ισορροπίας μορφής και περιεχομένου, μέτρου και υπερβολής(που έχουν εδώ περισσότερο σημασία), κυμαίνονται ανάλογα με την παιδεία, το γούστο, τα βιώματα, εσωτερικά και εξωτερικά του κάθε θεατή – αναγνώστη.
Αντίθετα αν οι ίδιοι άνθρωποι έβλεπαν ή διάβαζαν ένα ρεαλιστικό έργο, θα μπορούσαν να συμφωνήσουν πιο εύκολα, όλοι μαζί με μια φωνή, αν είναι πειστικό ή δεν είναι.

Γιατί, το ξαναλέω, τα κριτήρια είναι πιο αντικειμενικά. Και έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε έτσι.

Κατά τη γνώμη μου τα έργα τέχνης έχουν ιδιαιτερότητες (εδώ αναφέρομαι κυρίως στο είδος που ανήκουν) που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ορθό να τα εξετάζουμε όλα με τον ίδιο τρόπο. Με τα παγιωμένα αντικειμενικά κριτήρια που υποκειμενικότατα έχουμε μέσα μας χτίσει

Pellegrina said...

Καμια φορα αυτο που λες Βαγγέλη για το δέυτερο, ισχύει και για το πρώτο: οι αναγνώστες δεν συμφωνούν πάντα στο βαθμό αληθοφάνειας, ακόμα και σε ένα "ρεαλιστικό" μυθιστόρημα. Κυρίως δεν συμφωνούν στην αληθοφάνεια συναισθηματων, συμπεριφορών, ιδεών, αν αυτά δεν συμφωνούν με τα δικά τους. (ή με τα κλισέ, τους "κανόνες") Ετσι η κουβέντα βάζει το θέμα του "ιδανικού ανανγώστη", καθώς και το της "κολακείας" του αναγνώστη

Pellegrina said...

Φωτιε άσχετο, τωρα μου ήρθε: θα ήθελα να σου προτέινω να βάλεις κάποτε ως θέμα (οχι τωρα, από ..φθινόπωρο. τωρα ..πιάσανε οι ζέστες!)το εξής , κάπως πρωτότυπο, που μου φάινετια ενδιαφέρον: Πόσο σημαντικό είναι για την πρόσληψή του το πώς τ ε λ ε ι ώ ν ε ι ένα μυθιστόρημα (διήγημα)Το θεμα απασχολεί πολύ τους συγγραφείς νομίζω, και ειναι καταλυτικό για την εντυπωση του μουθιστορήματος στον αναγνώστη. Πόσο όμως βρίσκεται εκέι η ουσία;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Βαγγέλη,
την πειστικότητα την καθορίζουν τα έργα που ανήκουν στο ίδιο ρεύμα. Δηλαδή, επειδή τους κανόνες τούς δημιουργούν τα ίδια τα κείμενα, η αληθοφάνεια του ρεαλισμού δεν ήταν για τους αναγνώστες της εποχής (που μεγάλωσαν με ρομαντικά πρότυπα) πιο εύκολα αποδεκτή σε σχέση με την αληθοφάνεια των σημερινών κειμένων (αυτό νομίζω λέει και η Pellegrina). Όποιος διαβάζει συχνά λ.χ. μοντέρνα ή μεταμοντέρνα διαμορφώνει τον ορίζοντα αποδοχής, τα κριτήρια δηλαδή πειστικότητας με τα οποία αξιολογεί κάθε έργο. Μόνο πολύ καινοτόμα έργα αλλάζουν τους ορίζοντες αυτούς και κλονίζουν τις καθιερωμένες αντιλήψεις.

Από την άλλη, η υποκειμενικότητα της αξιολόγησης περιορίζεται μέσα στη συλλογικότητα της εκάστοτε εποχής και της κοινωνίας. Ο αναγνώστης είναι υποκειμενικός μέσα στον ορίζοντα προσδοκιών της εποχής-του και η γνώμη-του βαραίνει μέσα σ' αυτόν. Επιπλέον, ισχύει κάτι που σου είχα γράψει και κατ' ιδίαν: αν προβάλλουμε συνεχώς την υποκειμενικότητα ως τον καθοριστικό παράγοντα εκτίμησης ενός έργου, δεν μπορούμε να συζητάμε, δεν μπορούμε να μιλάμε με κοινούς παρονομαστές, δεν μπορούμε να βρούμε σημεία συμφωνίας και διαφωνίας. Αντίθετα, πρέπει να δεχόμαστε σιωπηλά την υποκειμενικότητά-μας, αλλά να προσπαθούμε να υποστηρίξουμε τα επιχειρήματά-μας, να μειώσουμε την ασάφειά-της, να τη στενέψουμε στο πλαίσιο της θεωρίας, της επιχειρηματολογίας, της ερμηνείας βάσει κριτηρίων...
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
νομίζω το θέμα αφορά και τους αναγνώστες, οπότε θα το σκεφτώ από φθινόπωρο.
Ευχαριστώ
Π.Φ.