Wednesday, September 09, 2015

“Υπεραιχμή” του Thomas Pynchon


Υπήρχε και υπάρχει η φήμη ότι οι ίδιοι οι Αμερικάνοι είχαν συνδράμει τους ισλαμιστές και, χωρίς να το θέλουν, τους βοήθησαν να οπλιστούν χτυπώντας τους Δίδυμους Πύργους. Ο Πύντσον, ακολουθώντας ανάλογη γραμμή, πλέκει τον μύθο-του, συνδέοντας υψηλή τεχνολογία και παράνομες χρηματοδοτήσεις, επιχειρηματικά συμφέροντα και τρομοκρατία.


Αμερικάνικος με άρωμα βανίλια:
Thomas Pynchon
“Bleeding Edge”
2013
Υπεραιχμή
μετ. Γ. Κυριαζής
εκδόσεις Ψυχογιός
2014
 


          Αυτό που με κράτησε μέσα στο βιβλίο και δεν το παράτησα, αυτό που με έκανε να ξεπεράσω τον όγκο των 500 και βάλε σελίδων, το αμερικάνικο προφίλ που θέλει να το παίξει παγκοσμιοποιημένο, τον κυκεώνα προσώπων και στιγμών που είναι σχετικά ξένα με τον δικό-μου τρόπο ζωής, αυτόν τον λαβύρινθο σκέψεων, γεγονότων και σκηνών, ήταν μια δόση χιούμορ που διαπερνά το έργο και δυναμιτίζει τη σοβαρή εικόνα της σύγχρονης Αμερικής. Όταν διαβάζω λ.χ. ότι η πρωταγωνίστρια Μαξίν, που διαθέτει Γραφείο Εξιχνίασης Υποθέσεων Απάτης, είναι μέλος του τοπικού συλλόγου «Ατίθασες Κουτσομπόλες», τότε έχω έναν πολύ βασικό λόγο για να συνεχίσω το μυθιστόρημα.
          Το έργο όμως δεν είναι ούτε χιουμοριστικό, σατιρικό ή κωμικό, ούτε σουρρεαλιστικό που ανακατεύει χαλαρά την υπόθεση με πλήθος παραδοξοτήτων. Καταπιάνεται με τη συνάντηση διαδικτύου και παγκοσμιοποίησης, εκεί στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα, καθώς ο ψηφιακός κόσμος γίνεται πεδίο οικονομικών ανοιγμάτων αλλά και μεγαλοκομπίνων με χιλιάδες εμπλεκομένους και χιλιάδες θύματα. Μια παράξενη εταιρεία με το όνομα hashslingrz ανοίγεται με τολμηρά βήματα σε ύποπτους χώρους, κάνοντας την Microsoft να φαίνεται σαν την Greenpeace. Και τι σχέση έχουν τα ανεξιχνίαστα ποσά που φεύγουν με τις κινήσεις στη Μέση Ανατολή;
          Συμπέρασμα πρώτο: η χιουμοριστική διάθεση δεν υπονομεύει καθόλου τη σοβαρότητα των καταστάσεων, αλλά ίσα ίσα θέλει να τονίσει το σαπισμένο σύστημα μιας τεχνολογικά ανεπτυγμένης Αμερικής.
          Από εκεί και έπειτα βλέπουμε σταδιακά να απλώνεται ένα δίχτυ κοινωνικής κριτικής. Η Αμερική με τα σήριαλ και τις ταινίες-της, με την οικονομία και την τεχνολογική πρόοδο, με τον σταδιακό εθισμό στις υπηρεσίες που προσφέρουν οι υπολογιστές και στον τρόπο ζωής που υπαγορεύουν, με τη χρηματοδότηση παράνομων ενεργειών ακόμα και σε θύλακες διεθνούς τρομοκρατίας… Όλα αυτά ακολουθούν εν μέρει την αστυνομική διαδικασία εξιχνίασης ενός μυστηρίου και μέσω αυτής, με κεντρόφυγες σκηνές, φιλοτεχνείται και η κοινωνική τοιχογραφία.   
          Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο, ο Πίντσον αποδεικνύεται εξαιρετικά νεανικός. Αν δεν ήξερα ποιος έγραψε το βιβλίο, εύκολα θα υπέθετα ότι είναι ένας νεαρότερος, τριαντάρης, άντε σαραντάρης, βουτηγμένος μέσα στη σύγχρονη ζωή, που ξέρει τους όρους της τρέχουσας ψηφιακής τεχνολογίας, που περνά άνετα από τα οικονομικά στα υπολογιστικά, που ακολουθεί την τεχνολογία σαν έφηβος. Κι όμως ο εβδομηνταοκτάχρονος Αμερικανός συγγραφέας κατάφερε να αποδώσει πειστικά, κυρίως μέσω της λεκτικής χιονοστιβάδας ονομάτων και περιστατικών, αλλά και με τη διακειμενική κάλυψη ποικίλων (αμερικάνικων και παγκόσμιων) λόγων, το σύγχρονο πανόραμα του προηγμένου πρώτου κόσμου. Θαύμασα σε πολλά σημεία αυτή την ικανότητα του Πίντσον να εκσυγχρονίζεται, να προσαρμόζεται σε δεδομένα επόμενων γενιών από αυτά της δικής-του, να παρακολουθεί, με το επιτυχές τέχνασμα της αμήχανης μύησης της Μαξίν σ’ αυτόν τον κόσμο, τα βαθιά νερά της νεανικής κουλτούρας σε μια διαρκώς αλλασσόμενη Νέα Υόρκη.
          Όλα αυτά προκαλούν ένα χάος, μέχρι τη στιγμή, κάπου προς το τρίτο μέρος του μυθιστορήματος, όπου το χτύπημα στους Δίδυμους πύργους της 11ης Σεπτεμβρίου μαζεύει τις σκόρπιες κλωστές και δίνει στο κοινωνικό τον χαρακτήρα του πολιτικού μυθιστορήματος. Η προσοχή-μας ως αναγνωστών επανέρχεται πιο δριμεία, ο κυκεώνας πήζει σε μια στοχοθεσία που πάντα υπέβοσκε αλλά τώρα αποκτά σάρκα και οστά.
          Κλείνω με καλές εντυπώσεις από ένα μυθιστόρημα-γίγας, σαν αυτά που βλέπουμε συχνά, συνήθως στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Πολλά πρόσωπα, πολλές σκηνές, ξέμπαρκες ιστορίες, δωμάτια, διάδρομοι, ένας μποτιλιαρισμένος λαβύρινθος. Προσπάθησα να ξεπεράσω τον εαυτό-μου και να δω στο λεκτικό χάος συνέχειες και αλληλουχίες. Ωστόσο ένιωθα διαρκώς ότι μου ασκείται ένας «λογοτεχνικός ιμπεριαλισμός», αφού η αμερικανική κουλτούρα παρουσιάζεται σαν η μόνη παγκόσμια, με δεδομένα φιλμ, σήριαλ και τρόπο ζωής, τόσο δεδομένα τόσο για τους Αμερικανούς όσο και για τους ξένους. Οι Αμερικάνοι συγγραφείς, όπως έγραψα και στην προηγούμενη ανάρτηση (7/9/2015), πατάνε στην πολιτισμική αυθεντία της υπερδύναμης χώρας-τους και μιλάνε για αυτονόητα πράγματα, πράγματα που πρέπει να θεωρούνται αυτονόητα από όλο τον κόσμο.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ηλεκτρονικό ιστότοπο In2life στις 26/5/2015 και σ’ αυτή-του την παρουσίαση κοσμείται με εικόνες από: www.thepeacebypieceinitiative.com, medstudentadvisors.com,  truthseekers.cultureunplugged.com, www.confirmeonline.com.br, shineyourlight-shineyourlight.blogspot.com και philosophersforchange.org]
          Πατριάρχης Φώτιος

4 comments:

Μαραμπού said...

Καλησπέρα Φώτιε,

ο Πύντσον περισσότερο "τρολάρει" αυτήν την ιμπεριαλιστική διάθεση της Αμερικής παρά πασχίζει να την αναδείξει. Θα περιμένω να δω και τα άλλα δύο λογοτεχνικά παραδείγματά σου για να βγάλω συμπέρασμα. Για την λογοτεχνική αξία των έργων του και την απόλαυση που μου προσφέρουν, έχω πει δυο-τρία λόγια στο Διαβάζοντας.

Σχετικά με τον προβληματισμό της προηγούμενης ανάρτησης, μάλλον τείνω να συμφωνήσω με το τελευταίο σχόλιο του Εικονοκλάστη. Το American Dream έπαψε να είναι τόσο American γιατί το υιοθετήσαμε με μεγάλη χαρά. Ευαγγελίζεται γαλήνιο ύπνο και εκ πρώτης όψεως δεν προμηνύει εφιάλτες!

Πατριάρχης Φώτιος said...

Μαραμπού,
την αναδεικνύει ακούσια, αφού με τον τρόπο που γράφει,
αυτόν τον σωρευτικό και γεμάτο με αμερικάνικες σταθερές,
προβάλλει (λογικό είναι) την κουλτούρα μέσα στην οποία ζει.
Βέβαια εσύ ξέρεις πολύ καλύτερα τον Πύντσον
και επομένως πάω πάσο.
Συμφωνώ, ούτως ή άλλως, το ίδιο (νομίζω) υπονοώ κι εγώ.
Το American Dream έγινε -σαν αυτονόητη συνθήκη- και δικό-μας,
μια παγκοσμιοποιημένη συνθήκη που όλοι "οφείλουμε" να αποδεχτούμε σαν δική-μας.
Π.Φ.

Μαραμπού said...

Η Υπεραιχμή είχε όντως πολλές αναφορές. Ήταν το θέμα τέτοιο. Εποχή του Ίντερνετ/ Νέα Υόρκη. Πολλές αναφορές σε ταινίες, σίριαλ, παιχνίδια, αντικείμενα τα οποία μας έχουν επιβληθεί μέσω της αγοράς και μας είναι ήδη γνωστά ή οικεία. Τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του (καθώς κάποια περιγράφουν μακρινές ιστορικές περιόδους) έχουν πολύ λιγότερες αναφορές.

Εκείνο που σίγουρα δεν κάνει ο Πύντσον όμως, είναι να χρησιμοποιεί τις αμερικανικές σταθερές για να αναδείξει και να προβάλλει το έργο του. Αντιθέτως, τις υπονομεύει και τις στηλιτεύει σταθερά. Γι' αυτό θέλω να δω ποια είναι τα άλλα δύο παραδείγματά σου.

Τα σέβη μου

Πατριάρχης Φώτιος said...

Μαραμπού,
τα άλλα δύο παραδείγματα υπόκεινται στην αμερικάνικη λογοτεχνία,
αλλά είναι λιγότερο γεμάτα με τέτοιες αναφορές.
Είμαι Αμερικάνοι συγγραφείς
αλλά, απ' όσο θυμάμαι, δεν φωνάζουν για το αμερικάνικο όνειρο ή την εθνική-τους κουλτούρα:
ο Φορντ κάνει μια έμμεση σύγκριση αμερικάνικης και καναδέζικης ζωής,
ενώ ο Πάουερς μιλά για την Αμερική αλλά έμμεσα, σαν σκηνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο.
Π.Φ.