Wednesday, January 07, 2015

“Μπαρακούντα” του Χρίστου Τσιόλκα και “Middlesex” του Τζέφρυ Ευγενίδη

Τελικά οι Έλληνες του εξωτερικού, αγγλόφωνοι κατά βάση, αναδεικνύονται –χωρίς ίχνος εθνικιστικού οίστρου- σε αξιόλογες πέννες. Τελικά, αξίζει να τους προσέξουμε, όχι για εθνικούς λόγους.
 

Στιγμιαίος καφές με μια σταγόνα τσέρι:
Christos Tsiolkas
Barracunta
2013
Χρίστος Τσιόλκας
“Μπαρακούντα”
μετ. Ά. Παπασταύρου
εκδ. Ωκεανίδα
2014
Jeffrey Eugenides
Middlesex
2002
Τζέφρυ Ευγενίδης
Middlesex
μετ. Ά. Παπασταύρου
εκδ. Πατάκη
2014
(προηγούμενη έκδοση Libro 2003)
 
 
 

            Δύο κείμενα που συνδέονται βάσει τριών ομοιοτήτων, καθόλου τυχαίων, δύο μυθιστορήματα που κανονικά απέχουν όσο και οι δύο ήπειροι στις οποίες δημοσιεύτηκαν αλλά αγαθώ δαίμονι μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα τον περασμένο Ιούνιο. Από τη μια, οι συγγραφείς-τους είναι Έλληνες της ομογένειας, δεύτερης αν δεν κάνω λάθος γενιάς, ο Τσιόλκας Ελληνοαυστραλός κι ο Ευγενίδης Ελληνοαμερικανός. Από την άλλη, μεταφράζονται από την ίδια μεταφράστρια, δείγμα ίσως μιας εκλεκτικής συγγένειας που ώθησε την Άννα Παπασταύρου να τα μεταφέρει στα ελληνικά. Και τρίτον, πρόκειται για δύο ήρωες που διακρίνονται για τις γενετήσιες ιδιαιτερότητές-τους: ο Νταν Κέλι του Τσιόλκα είναι ομοφυλόφιλος, ενώ η Καλ(λιόπη) Στεφανίδης του Ευγενίδη γεννιέται κορίτσι αλλά στα 14-της μεταβαίνει στην ανδρική-της φύση, καθώς ανακαλύπτει την ερμαφρόδιτη υπόστασή-της. Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι διαφορές που κάνουν αυτόνομα και ξεχωριστά τα δύο έργα, που τα σφραγίζουν και τα καταξιώνουν και τα δύο ως σημαντικά λογοτεχνήματα μέσα στο αγγλοσαξονικό και παγκόσμιο περιβάλλον.
            Το “Μπαρακούντα” αναφέρεται σε έναν νεαρό κολυμβητή που έχει πολύ υψηλές βλέψεις και κάνει τα πάντα για να πετύχει υψηλές διακρίσεις. Η αποτυχία όμως τον κλονίζει απίστευτα και τον κάνει να ξαναδεί τον εαυτό-του και τους άλλους. Η σχέση-του με έναν Σκοτσέζο, η επαφή-του με τα αδέλφια και τους γονείς-του, η σχέση-του με τον εαυτό-του και τις δυνατότητες να διοχετεύσει αλλιώς τη γόνιμη ενεργητικότητά-του επανακαθορίζονται σε ένα συνεχές μπρος-πίσω της αφήγησης. Το μυθιστόρημα του Τσιόλκα ορθώνει μπροστά-μας έναν σαρκοφάγο χαρακτήρα, που όσο έντονα πιστεύει στον εαυτό-του, τόσο γρήγορα απογοητεύεται όταν η αποτυχία του χτυπήσει την πόρτα.
Ο ήρωας του Τσιόλκα είναι ελληνοαυστραλιανής καταγωγής, αλλά πολύ λίγο το βιβλίο σχετίζεται με την ελληνική κουλτούρα. Αντίθετα, η ελληνική ρίζα του Καλ Στεφανίδης στο “Middlesex” προβάλλεται ως ακρογωνιαίος λίθος του έργου, καθώς πρόκειται για μια πρωτότυπη οικογενειακή σάγκα. Η γιαγιά Δεισδαιμόνα ξεκινά από το Βιθύνιο της Μικράς Ασίας πρόσφυγας το 1922 μαζί με τον αδελφό-της Λευτέρη. Η αιμομικτική-τους σχέση, που οδηγεί σε επίσημο γάμο, δεν ευθύνεται για τη γενετική κληρονομιά της οικογένειας, η οποία αποδίδεται στη μετάλλαξη ενός χρωμοσώματος που έμεινε λανθάνον για πολλές γενιές μέχρι να εκδηλωθεί στον Καλ.
Τα δύο βιβλία διαφέρουν και στο ύφος της γραφής. Ο Τσιόλκας γράφει ανελέητα, σαν να τραβά τον αναγνώστη πάνω σε ένα χαλί με βελόνες. Για να αποδώσει τον σκληρό κόσμο της εφηβικής ψυχολογίας, όπου ο ανταγωνισμός, η μάχη με τον εαυτό-μας, η απηνής σκληρότητα του πρωταθλητισμού, γράφει με οξύτητα, με λόγια-τσεκούρια, με μια αφήγηση που πετάει φωτιές. Ο Ευγενίδης αντίθετα γράφει σαν να λέει ένα παραμύθι, σαν να χορεύει ο αναγνώστης πάνω σε ένα ολόμαλλο ανατολίτικο χαλί. Ακόμα και στα σκληρά-της μέρη (προσφυγιά του ’22, οικονομικό κραχ του ’29 κ.ο.κ.), οι τόνοι ανεβαίνουν ελάχιστα και όλα παρουσιάζονται από την απόσταση του παρόντος, σαν ένα παρελθόν που ταξιδεύει στον χρόνο μέχρι να το αφηγηθεί εκ διαθλάσεως ο αφηγητής.
Το “Μπαρακούντα” του Αυστραλού συγγραφέα εστιάζει στο άτομο, στον οξυμένο ψυχισμό, που, όσο κι αν αποδίδει έναν τύπο ανθρώπου ή μάλλον μια ψυχοσύνθεση, έχει ατομικό χαρακτήρα. Ο ανταγωνισμός και η προσπάθεια αυτοπειθαρχίας, η προσωπική συγκέντρωση στον στόχο, η επιμονή είναι υποδειγματικά δοσμένα ως τα χαρακτηριστικά μιας απόλυτα προσηλωμένης συνείδησης που μάχεται για την επιτυχία. Το ίδιο συμβαίνει και με την αποτυχία και τον χειρισμό-της. Από την άλλη, το “Middlesex” του Αμερικάνου πεζογράφου, διαπλέκει την οικογενειακή ιστορία με την Ιστορία του 20ου αιώνα, καταρχάς η Μικρασιατική Καταστροφή κι έπειτα η μετανάστευση στην Αμερική, η εκβιομηχανοποίηση, το κραχ του 1929, η ποτοαπαγόρευση, ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος κ.ο.κ. Εντέλει, όμως, κι αυτό καταλήγει σε μια ατομική περιπέτεια, στην υπαρξιακή και σεξουαλική αυτογνωσία της ηρωίδας που γίνεται ήρωας.
Και τα δύο έργα παρακολουθούν τον ήρωά-τους να μεγαλώνει και να περνάει στην εφηβεία μέσα από ψυχολογικά και σωματικά σκαμπανεβάσματα. Ο Νταν Κέλι χτίζει την ψυχολογία-του στοχεύοντας στη νίκη και πέφτει από τα σύννεφα όταν αποτυγχάνει, η Καλ Στεφανίδης μεγαλώνει φυσιολογικά σαν κοριτσάκι όταν ανακαλύπτει ότι δεν είναι ακριβώς κάτι τέτοιο. Τα μυθιστορήματα ενηλικίωσης χτίζονται πάνω στη σύγκρουση με ένα τοίχο, με τον Ευγενίδη να πλάθει ένα ομολογουμένως έξυπνο τρικ στηριγμένο σε μια απίθανη αλλαγή πορείας.
Δεν ξέρω ποιο μου άρεσε περισσότερο. Ο Τσιόλκας σε καρφώνει με το ύφος-του, ο Στεφανίδης σε κερδίζει συνεχώς με την πορεία της αφήγησης. Και τα δύο πάντως εκπέμπουν μια ξεχωριστή μυθιστορηματική μαγεία, που αποζημιώνει όποιον προσπεράσει τον σκόπελο των πολυσέλιδων τόμων-τους. 

[Η βιβλιοπαρουσίαση των δύο μυθιστορημάτων δημοσιεύτηκε στο In2life στις 11/11/2014. Εδώ ξαναδημοσιεύεται με διάκοσμο που άντλησα από: spenceralley.blogspot.com, www.bbc.co.uk, stinarada.blogspot.com, www.telegraph.co.uk, www.dailymail.co.uk και pagesix.com]
Πατριάρχης Φώτιος

10 comments:

Rosa Mund said...

Έχω διαβάσει "Το χαστούκι" του Τσιόλκα, όχι το "Μπαρακούντα". Το βρήκα ευρηματικό και με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπου βλέπεις τη στάση του καθενός απέναντι στο γεγονός (κάποιος χαστουκίζει ένα κακομαθημένο παιδί).
Μου θύμισε ελληνική πραγματικότητα.


Το "Middlesex" του Ευγενίδη ήταν ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Δεν είναι το είδος της λογοτεχνίας που με ξετρελαίνει, πήρα όμως μια ιδέα τι εστί Ευγενίδης. Στο μεταξύ, είδα την ταινία "Αυτόχειρες παρθένοι", που το σενάριό της είναι βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του.

Μαραμπού said...

Καλησπέρα Rosa Mund!

Σχετικά με το Χαστούκι παρασύρθηκα από τον ενθουσιασμό μιας φίλης που εμπιστεύομαι πολύ λογοτεχνικά και το αγόρασα με κλειστά μάτια. Όμως δεν άργησα να απογοητευτώ! Το βρήκα γεμάτο με μικροαστικές προκαταλήψεις και ιδιαίτερα αυστραλιανό. Το θέμα του όντως είναι ευρηματικό και είχε καλές προδιαγραφές να μετατραπεί σε εξαιρετικό ανάγνωσμα, όμως κάπου το έχασε. Νομίζω ότι γυρίστηκε στην τηλεόραση με μεγάλη επιτυχία. Για την τηλεόραση είναι πολύ καλό αλλά για λογοτεχνία πολύ μέτριο. Κλαίω ακόμα τα 24 ευρώ του ενθουσιασμού μου!

Από Ευγενίδη έχω διαβάσει το Σενάριο γάμου που κέρδισα από την εκπομπή Garage Books (ευτυχώς, εδώ που τα λέμε!)Μετριότατο, άχρωμο, αδιάφορο! Αν με ρωτούσατε ποιον από τους δυο θα ξαναδιαβάζα, θα σας απαντούσα Τσιολκα με τίποτα, Ευγενίδη ίσως, αφού πρώτα το εξέταζα από όλες τις μεριές για να αποφύγω δυσάρεστες εκπλήξεις!

Ωραίες οι παρουσιάσεις σου, Πατριάρχη Φώτιε.

Σας χαιρετώ!

Πατριάρχης Φώτιος said...

Rosa και Μαραμπού,
όταν μεταφράστηκε το "Χαστούκι" σηκώθηκε πολλή σκόνη γύρω από το όνομα του Τσιόλκα,
κάτι που με απώθησε από το να τον διαβάσω.
Γενικότερα όπου υπάρχει κονιορτός, προτιμώ να απέχω.

Πήρα λοιπόν μέσα στο 2014 το "Μπαρακούντα",
για να δω τι εστί Τσιόλκας
και έτυχε να διαβάσω σε κοντινό διάστημα και τον Ευγενίδη.
Όπως φαίνεται στην παρουσίασή-μου,
έμεινα πολύ ικανοποιημένος κι από τους δύο.
Αν δεν έχει δίκιο ο Μαραμπού, τότε οφείλω να διαβάσω στο μέλλον και το "Χαστούκι".
Μήπως υπάρχει άλλος που έχει διαβάσει και τα δύο του Τσιόλκα ή και τα δύο του Ευγενίδη,
για να μας διαφωτίσει συγκριτικά;
Π.Φ.

Rosa Mund said...

Μαραμπού και Φώτιε,

Για "Το χαστούκι" έχω να προσθέσω ότι μ' ενδιέφερε πολύ το θέμα προσωπικά, ως μητέρα, αλλά και επαγγελματικά.

Βρήκα συμπεριφορές που καθόλου δεν με ξάφνιασαν. Οι μικροαστικές αντιλήψεις χαρακτηρίζουν, άλλωστε, και την ελληνική κοινωνία, ακόμα κι όταν το παίζει μοντέρνα. Βλέπουμε γονείς δίπλα μας με τι τρόπο συμπεριφέρονται στα βλαστάρια τους, αγνοώντας παντελώς την ύπαρξη του υπόλοιπου κόσμου γύρω τους. Οι δε οικογενειακές συνάξεις κουβαλάνε μαζί τους όλη την παθογένεια της κοινωνίας.
Η ψυχολογική διείσδυση του συγγραφέα στους διάφορους χαρακτήρες ήταν πολύ ζωντανή και έκανε το βιβλίο συναρπαστικό, καθώς και η ρέουσα γλώσσα του.

Δεν ξέρω αν σε άλλη φάση της ζωής μου θα με άγγιζε ένα τέτοιο θέμα, όμως το χάρηκα διαβάζοντάς το.

Στα μείον ο όγκος του -σίγουρα θα μπορούσε να έχει τις μισές σελίδες- και η τιμή του.

Μαραμπού said...

Επιτρέψτε μου να αναθεωρήσω για τον όρο "μικροαστικές προκαταλήψεις". Περισσότερο εννοούσα με αυτό, τις συγγραφικές ευκολίες που προσφέρονται παρά οτιδήποτε άλλο. Σαφώς και η ελληνική (θρυλική!) οικογένεια βρίθει από τέτοιες παθογένειες και έχω έρθει αντιμέτωπος ουκ ολίγες φορές.

Συμφωνώ ότι είναι ένα θέμα που δεν περνά απαρατήρητο αλλά ο χειρισμός του από τον συγγραφέα ταιριάζει καλύτερα σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα παρά σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Ήταν πολύ φλύαρο - χαίρομαι που το επισημαίνετε - και η τιμή του επίσης πολύ φλύαρη!

Πατριάρχη Φώτιε, προτίθεμαι να το ανταλλάξω με ένα βιβλίο (ξένου συγγραφέα) οποιασδήποτε αξίας (οικονομικής, λογοτεχνικής) που για χ λόγους δεν σου άρεσε - για χάριν της ανταλλαγής περισσότερο! Αν ενδιαφέρεσαι, στείλε μου μέιλ.

Βαρβάρα Ρούσσου said...

Διάβασα τώρα στις διακοπές το Μπαρακούντα, είχα διαβάσει μετά τον "κονιορτό" (σωστός ο Πατριάρχης, αν δεν κατακάτσει ο κουρνιαχτός δεν θα δούμε καθαρά ποιος έρχεται καλπάζοντας)το "Χαστούκι" και πιο πριν τη "Νεκρή Ευρώπη". Πιο παλιά τον Ευγενίδη.
Ο Τσιόλκας είναι σαφώς καλύτερος. Το αποδεικ΄νύει στη Νεκρή Ευρώπη που κινεί με αρκετή επιδεξιότητα νήματα πολλών ιστοριών αι χειρίζεται το μύθο του καλά, παρά τα κενά, τις κοιλιές και την επιμονή του σε σεξουαλικές σκηνές του ομοφυλόφιλου ήρωα. (μερικές μάλιστα χωρίς αφηγηματικό motivation). Εινάι δύσκολο να κρατήσεις την αφήγηση μιας γενικά κοινής ιστορίας για τόσες σελίδες (δείτε τι παθαίνουν ημεδαποί πεζογράφοι που σκεφτόμαστε πόσο θα ήθελαν έναν επιμελητή σαν αυτόν του Κάρβερ και χειρότερο). Θέματα προσωπικής ιστορίας, προσωπικής εθνικής ταυτότητας και κουλτούρας, σεξουαλικής ταυτότητας κλπ πολλά περνούν εύστοχα και από το Μπαρακούντα και από το χαστούκι.Σε αυτό το τελευταίο οι μικροαστικές προκαταλήψεις που καταγράφονται επίμονα -γι αυτό ίσως σκέφτεται κανείς θα μπορούσαν να λείπουν οι μισές σελίδες-δεν σημαίνουν πάντα ευκολία. Δεν ήταν το αριστούργημα βέβαια, όπως δεν είναι ούτε το Μπαρακούντα αλλά είναι πολύ καλά βιβλία.
Ο "νέος Τολστόι" ας πούμε δεν είναι τόσο πολύ ανώτερος από τον Τσιόλκα (στις Διορθώσεις ιδίως, στην Ελευθερία είναι πολύ καλύτερος, αν και θα του καταλόγιζε κανείς κι αυτού ανάγκη περικοπής σελίδων).

Πατριάρχης Φώτιος said...

Ενώ όντως ο Φράνζεν, που υπονοεί η Βαρβάρα,
μου φάνηκε πολύ φλύαρος,
σαν αυτού του είδους οι συγγραφείς να φορτώνουν την αφήγηση με τα σουσούμια του 19ου αιώνα,
ο Τσιόλκας και ο Ευγενίδης ήξεραν
πώς τον όγκο να τον κάνουν πολυπλοκότητα και ρέουσα ιστορία.
Δεν με κούρασε κανένα βιβλίο,
αν και είναι φυσικό τέτοια τούβλα
να μη διατηρούν παντού το ενδιαφέρον.
Από την άλλη, (φυσικά στα τωρινά βιβλία αναφέρομαι)
τα θέματά-τους είναι πολύ φρέσκα
και η ψυχολογική, κοινωνική, οντολογική ανάλυση πιάνει σύγχρονους παλμούς.

Καλημέρα σε όλους
Π.Φ.

Βαρβάρα Ρούσσου said...

Εντέλει Πατριάρχα συμφωνούμε. Το εξέθεσα ίσως περίπλοκα και το υπονόησα αλλά δηλώνω απερίφραστα ότι, ιδίως από τον Τσιόλκα, δεν κουράστηκα. Και έκανα σύγκριση γενικά με αντίστοιχα βιβλία Ελλήνων ιθαγενών και όχι ομογενών τα οποία είναι θανατηφόρα αμετροεπή. Αν αποφασίσεις η πλοκή να πάρει έκταση πρέπει να έχεις την ικανότητα να το κάνεις, έτσι δεν είναι;

Πατριάρχης Φώτιος said...

Τελικά, μόνο ο Μαραμπού έχει σοβαρές ενστάσεις για τους συγγραφείς-μας,
ενώ Rosa Mund, Βαρβάρα και Π.Φ. συντάσσονται υπέρ-τους.
Ντροπή-σου, Μαραμπού, να διαφωνείς
κι εξαιτίας-σου κάνουμε διάλογο, ανταλλάσσουμε απόψεις, συζητάμε με διαφωνίες και συμφωνίες! Ντροπή-σου!

Φυσικά αστειεύομαι,
αφού έτσι καταλαβαίνουμε όλοι-μας τη στάση ημών και ετέρων απέναντι στα βιβλία.
Πατριάρχης Φώτιος

Μαραμπού said...

Ντροπή μου και όνειδος, αυτό έχω να πω μόνο! Χαχαχα! Αμολήστε ένα μπαρακούντα να με κατασπαράξει!

Πέρα από την πλάκα, ύστερα και από την συζήτησή μας ανέτρεξα στο Χαστούκι και το ξεφύλλισα προσπαθώντας να θυμηθώ γιατί έχω τόσο άσχημη γνώμη γι' αυτό. Σαφώς και έχει μερικά εξαιρετικά στοιχεία γραφής αλλά το γενικό σύνολο, οι προσδοκίες που είχα και δεν ευοδώθηκαν καθώς και η υψηλή τιμή που δεν δικαιολογήθηκε (κατά την γνώμη μου) από την ποιότητα του κειμένου, κατέστησαν εκείνη την ανάγνωση αχνή και αδιάφορη. Τι να γίνει, αυτά έχουν τα βιβλία!