Monday, September 16, 2013

“Καφές με Ούλεν” της Χριστίνας Σωτηροπούλου

Η Μονεμβασιά κι η ζωή σε ένα μικρό μέρος της δεκαετίας του ’50 μεταφέρεται στο Λονδίνο της δεκαετίας του 2000 και από τη μία γενιά αναβιώνεται ο διαχρονικός έρωτας στα μονοπάτια της νέας εποχής. 
 
 
Καφές ναι και όχι:
Χριστίνας Σωτηροπούλου
“Καφές με Ούλεν”
εκδόσεις Κλειδάριθμος
2013

            Ο τίτλος φαίνεται σόλοικος, αλλά για το Βιβλιοκαφέ ήταν προκλητικός. Κι αν ανοίξεις να δεις τα περιεχόμενα με τίτλους όπως “Καφές με φύκια”, “Καφές με πρόσφορα” κ.ο.κ., δεν μπορείς παρά να μπεις στον πειρασμό να το εντάξεις στο μενού του ιστολογίου!
            Σοβαρά τώρα. Βγήκε κάτι καλό από αυτό το έργο μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως;
Ξεκινώντας από τα θετικά, δεν μπορώ να αγνοήσω τη στρωτή γλώσσα, χωρίς ιδιαίτερους υφολογικούς τρόπους, και τη σταθερή αφήγηση, που δεν κάνει κοιλιές, ούτε αφήνει τον αναγνώστη περιθώριο για αμηχανία και δισταγμό ως προς την ομαλότητα, δηλαδή τη φυσικότητα της αφηγούμενης πράξης. Ένα ακόμα θετικό σημείο είναι η διάρθρωση του μυθιστορήματος σε κεφάλαια με άξονα τον καφέ, όχι βέβαια αυτό καθεαυτό το γεγονός, αλλά περισσότερο η συνεχής εναλλαγή παρόντος παρελθόντος που φέρνει τα πρόσωπα σε διάφορες φάσεις της ζωής-τους, όχι με χρονολογική σειρά αλλά σαν έναν τεχνίτη που φτιάχνει το παζλ-του επιλέγοντας ποια κομμάτια θα βάλει και πότε.
            Είναι η γιαγιά Ελένη και η εγγονή-της Ιωάννα, των οποίων η ζωή καταγράφεται σε εποχές όπως το μακρινό 1950, όταν η νεαρή Ελένη αρνήθηκε το προξενιό που της έφεραν και έτσι αναγκάστηκαν να τη διώξουν από τη Μονεμβασιά, ή το τωρινό 2005 όταν η Ιωάννα σπουδάζοντας στην Αγγλία ερωτεύεται τον Ινδό Ναβίν. Ανάμεσα πηγαινοέρχονται διάφορες χρονολογίες, στις οποίες η ζωή κυρίως της Ελένης διασταυρώνεται με άλλους ανθρώπους και σχέσεις, ερωτικές, φιλικές, κοινωνικές κ.ο.κ.
            Τελικά, αξίζει το βιβλίο να διαβαστεί;
            Για να απαντήσω σ’ αυτήν την ερώτηση, πρέπει να απαντήσω πρώτα σε μερικές άλλες, που αφορούν γενικότερα τη λογοτεχνία, όπως ξεκίνησε η κουβέντα στο Γράμμα σ’ έναν νέο συγγραφέα. Γιατί, ας πούμε, μια νεαρή μεταφράστρια, μια κοπέλα με μόρφωση και ενδιαφέροντα νιώθει την ανάγκη να γράψει ένα βιβλίο; Μα για να εκφραστεί. Ναι, τι να εκφράσει όμως; Τη ζωή-της και τις σκέψεις-της για τις συγγενικές και ερωτικές σχέσεις; Να αντικατοπτρίσει τον μακρόκοσμο που μας περιβάλλει στον μικρόκοσμο γύρω-της; Με άλλα λόγια, ποιο το νόημα ενός καλογραμμένου μυθιστορήματος για την ιδιωτική ζωή, όσο κι αν αυτό είναι της μόδας τα τελευταία χρόνια. Αν δεν έχει περάσει κι αυτή, καθώς η λογοτεχνία ξαναγυρνά στο γενικό, στο ευρύ, στο συλλογικό.
 
Η αφήγηση του ιδιωτικού βίου δεν έχει πάψει να είναι της μόδας, αλλά, νομίζω, ο
μεμονωμένος άνθρωπος και η προσωπική-του ζωή ενδιαφέρει όλο και λιγότερο, αν δεν εντάσσεται σε γενικότερους προβληματισμούς. Ακόμα και στην τηλεόραση έχουν περιοριστεί οι εκπομπές που αναφέρονται στα προσωπικά των επωνύμων, ενώ η λογοτεχνία στρέφεται πάλι στο ιστορικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό. Έτσι, η ζωή και ο θάνατος της Ελένης, η κυκλοθυμία της Ιωάννας, οι έρωτες και οι γάμοι, που αποτελούν συνηθισμένες περιπτώσεις, έστω και αν κάποιος θα βρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δεν μπορούν να καταξιώσουν τη λογοτεχνία εκείνη που δεν έχει κάτι καινούργιο (ευρύτερης σύλληψης) να προσφέρει στον αναγνώστη.
[Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από: www.imerisia.gr, www.tampouloukia.gr, www.caretobedifferent.co.uk, www.theguardian.com και www.squidoo.com]
Πατριάρχης Φώτιος

3 comments:

Θαλής said...

Καλημέρα.
Κατανοώ αυτό που ισχυρίζεσαι, ότι δηλαδή θα πρέπει η λογοτεχνία να αφορά το κοινωνικό σύνολο και τα συλλογικά προβλήματα και δεν μπορώ να πω πως με βρίσκει αντίθετο. Ας σημειώσω μια ένσταση, όμως : αν ένα έργο τυχαίνει να αφορά σε μεγάλο βαθμό πάρα πολλούς ανγνώστες, όχι σε συλλογικό αλλά σε ατομικό επίπεδο, τότε το γεγονός αυτό δεν δίνει αυτομάτως κάποια αξία στο έργο και εν τέλει και ένα νόημα για την έκδοσή του;

Και για να μιλήσω με παράδειγμα : προφανώς θα αφορά όλους μας ένα έργο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν (άρα συμφωνούμε πως αξίζει να εκδοθεί), όμως αν τύχει ένα έργο να αφορά καθέναν μας ξεχωριστά επειδή ο ήρωας αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα, έχει τα ίδια βιώματα, ασκεί το ίδιο επάγγελμα με εμάς, κτλ, τότε η διαφορά ανάμεσα στην συλλογική και την ατομική ταύτιση παίζει τόσο μεγάλο ρόλο ώστε να προτείνεται να ακυρωθεί η έκδοσή του;
Και το λέω αυτό διότι δεν είναι μόνο τα συλλογικά προβλήματα που μας απασχολούν στην καθημερινότητα, αλλά και τα αοτμικά, μέσα στον (πολύ σημαντικό για εμάς) μικροκοσμό μας.

Βέβαια, προφανώς η συλλογική ταύτιση σημαίνει έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό "ταυτιζόμενων" αναγνωστών σε σχέση με τον αντίστοιχο που θα αποφέρει η ατομική ταύτιση -αυτό είναι αναπόφευκτο και δεδομένο-, άρα αν μιλήσουμε για εμπορικές παραμέτρους, τότε δεν τίθεται καν θέμα.

(δεν έχω καταλήξει σε κάποια από τις δύο εκδοχές, απλώς τις σκέψεις μου παραθέτω -αν μπορέσουν να αποτελέσουν "τροφή για σκέψη")

NYT Review of Books said...

Εχω την άποψη οτι ο συγγραφέας δεν μπορει να μιλήσει πραγματικά παρά μόνον γι αυτά που γνωρίζει. Και το βίωμα ειναι η πιο στέρεη βάση γνώσης.

Εχει ομως καθοριστική σημασία ο τροπος που το βίωμα αξιοποιειται λογοτεχνικά. Μπορει μέσα απο την περιγραφή του να ρηματοποιειται μια βασική ανθρώπινη συνθήκη, η -ακόμα πιο σημαντικό- μέσα απο βιωματικές εικόνες να ανακαλουνται και να εκφράζονται τα βαθιά και σημαντικά που συχνά παραμένουν άρρητα.

Για παράδειγμα, ο Φιλιπ Ροθ στην "Πατρική Κληρονομιά" περιγράφει την πορεία του δικού του πατέρα προς τον θάνατο. Ομως το έργο αυτο ξεφεύγει απο τα όρια του προσωπικού βιωματος. Γινεται μια πράξη αναστοχασμου της φθορας και της σχέσης πατέρα-γιου, που αγγίζει χιλιαδες αναγνωστες σε όλο τον κόσμο.

Ο Μπανβιλ στο θαυμασιο "Αρχαιο Φως" περιγράφοντας το ερωτικο βίωμα ενός εφήβου φερνει στην επιφάνεια βαθύτατα συναισθήματα, χρησιμοποιώντας μόνον εικόνες, χωρις κανένα συναισθηματικό περιτύλιγμα.

Ειναι θέμα τέχνης, τελικά!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Θαλή και NYTimes,
νομίζω ότι κινούμαστε κι οι τρεις στο ίδιο μήκος κύματος.

Το ατομικό γίνεται συλλογικό
ανάλογα με το πώς θα το παρουσιάσεις,
όπως λέει ο NYTimes.
Και μέσα σ' αυτό περιλαμβάνονται
τόσο εθνικά και κοινωνικοπολιτικά θέματα,
όσο και ατομικά
που ωστόσο "άπτονται του κοινωνικού υποσυνειδήτου",
όπως έγραψα στο ποστ-επιστολή στον νέο συγγραφέα.
Ο Θαλής λοιπόν σωστά επισημαίνει
πως το ατομικό μπορεί να είναι δι-ατομικό
κι έτσι να αφορά πολλούς.
Σωστά, ξαναλέω.
Αλλά το ζήτημα είναι να μην επαναπαύεται ο συγγραφέας
λέγοντας στον εαυτό-του:
ο έρωτας και η προδοσία λ.χ., που υπέστην,
σίγουρα αφορούν πολλούς ερωτευμένους και προδοθέντες.
Άρα να τα κάνω μυθιστόρημα.
Πρέπει να αναρωτηθεί τι καινούργιο θα πει,
ποια οπτική γωνία θα προβάλλει που δεν την έχουνε συνειδητοποιήσει οι αναγνώστες,
ποιο ευρύτερο πλαίσιο προβληματισμού θα δώσει για περαιτέρω κατανόηση του ανθρώπου και της κοινωνίας κ.ο.κ.

Το βίωμα είναι η χαραμάδα για να δει κανείς τον κόσμο,
αλλά πρέπει να κάνει τη χαραμάδα ορατή
ώστε και άλλοι να τον δουν, λογοτεχνικά και αισθητικά, ιδεολογικά και κοινωνικά,
και όχι απλώς ταυτιζόμενοι επειδή έτυχε να έχουν κοινές εμπειρίες.

Ο NYTimes λέει το αυτονόητο που ωστόσο ξεχνιέται από τους δημιουργούς:
η καλλιτεχνική ικανότητα μετατρέπει το βίωμα, το ατομικό, το προσωπικό σε άξιο συλλογικότερης στόχευσης.
Πατριάρχης Φώτιος