Tuesday, March 26, 2013

“Το δείπνο” της Λίλας Κονομάρα

Τα μυθιστορηματικά πρόσωπα έχουν δύο βασικές συνιστώσες, μια εξωτερική, που τα φέρνει στο προσκήνιο χάρη στις πράξεις-τους, και μια εσωτερική, που εγείρει συναισθήματα και διαψεύσεις, ματαιώσεις και κρύφιους πόθους. Η ισορροπία αυτών των δύο είναι και η λυδία λίθος της επιτυχίας. 


Καπουτσίνο χωρίς σαντιγί:
Λίλα Κονομάρα
Το δείπνο
εκδόσεις Κέδρος
2012 

            Υπήρχε παλιότερα ένα βιβλίο εκλαϊκευμένης ψυχολογίας που ονομαζόταν “Γιατί δεν με καταλαβαίνεις” και αναφερόταν στις διαφορές των δύο φύλων, από τις οποίες μερικές είναι τόσο χαώδεις που δημιουργούν δύο παράλληλους κόσμους, οι οποίοι εν πολλοίς δεν επικοινωνούν μεταξύ-τους. Αυτή η συνθήκη ήλθε στον νου-μου, καθώς διάβαζα το τελευταίο έργο της Κονομάρα και απορούσα τι ήθελε να πει και πού το πάει.
            Τρεις αφηγήσεις που σχετίζονται ελαφρά μεταξύ-τους απαρτίζουν αυτό το σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Στην πρώτη ένας αποτυχημένος μουσικός παρίσταται σε ένα δείπνο, όπου γελοιοποιείται από τη μέθη-του, στη δεύτερη μια αρχαιολόγος που παρευρισκόταν στο δείπνο γράφει ένα είδος επιστολικού ημερολογίου στον παντρεμένο εραστή-της και στο τρίτο μια ασιάτισσα οικιακή βοηθός μιλά στον ανήμπορο ηλικιωμένο τον οποίο φροντίζει.
            Υπάρχει ένα θολό σύννεφο που συσκοτίζει αυτή την τριμερή αφήγηση, ένα σύννεφο αδιευκρίνιστων στόχων και άδηλης εφαρμογής. Οι σχέσεις των ανθρώπων τυλίγονται από μια ξεθωριασμένη αχλή, τα συναισθήματα των αφηγητών παρελαύνουν καθηλωτικά, η γυναικεία οπτική εξακοντίζει σαν τη σουπιά το μελάνι, που ξεστρατίζει τη σκέψη και ατονεί την αναγνωστική ετοιμότητα. Στην αρχή νόμιζα ότι όλα κάπως συνδέονται και τα μικρά νήματα της μιας αφήγησης θα πιαστούν στη δεύτερη ή στην τρίτη και θα ολοκληρώσουν το υφαντό. Σταδιακά και με απογοήτευση συνειδητοποίησα ότι η αυτοτέλεια κάθε ιστορίας, παρά τις μικρές αλληλεπικαλύψεις, είναι τόσο απόλυτη που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να χαρεί την αλληλουχία και να ξεφύγει από το άχρωμο τοπίο των ανθρώπινων αβεβαιοτήτων.
Αυτό βέβαια απλώς αλλάζει τον στόχο της ανάγνωσης: την οδηγεί σε μια αντιμετώπιση των τριών μερών ως βολών στο πέλαγος των ανθρώπινων σχέσεων και συμπεριφορών. Διάβασα τους κριτικούς που ερμήνευσαν το έργο ως πεδίο αντίθεσης ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι, ως καθωσπρέπει επιφάνεια βαθύτερων διαπροσωπικών συγκρούσεων, ως ιστό που αναδεικνύει αράχνες και μύγες να εναλλάσσουν ρόλους. Νιώθω ώρες ώρες αμήχανος μπροστά στην ερμηνεία που δεν αντλείται, κατά τη γνώμη-μου, από το κείμενο, αλλά “επιβάλλεται” ως υπερ-ερμηνεία.
            Τελικά δεν καταλαβαίνω την Κονομάρα (αν εξαιρέσει κανείς το πολύ δυνατό “Μακάο”), αφού γράφει με μια ιδιαίτερη γυναικεία ματιά, που στέκεται στο ομιχλώδες περίγραμμα των συναισθημάτων και παραμερίζει την ανάγκη για εξιστόρηση και αφήγηση; Ή μήπως αυτή η λογοτεχνία της εσωτερικής φωνής είναι απλώς μια αποτυχημένη προσπάθεια να φανεί ο μύχιος κόσμος των ανθρώπων, ο οποίος δεν συνδέεται με το εξωτερικό σκηνικό. Το τελευταίο τίθεται μπροστά-μας με μια αδρή καταγραφή, αλλά είναι τόσο εξασθενημένο που δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της εσωτερικότητας που μας βουλιάζει.
[Οι φωτογραφίες έχουν ληφθεί από: www.onehundreddollarsamonth.com, www.warmingtonheritage.com, www.101partydresses.com και www.adventurejay.com]
Πατριάρχης Φώτιος

6 comments:

Pellegrina said...

(Δεν εχω διαβασει το βιβλίο, σχολιάζω μονο αυτά που λες, ασχετα ποσο δικαι ή οχι ειναι, σε σχεση με το συγκεκριμένο εργο):

α) Μα τι εννοεις 'γυναικεια οπτική'; Από πού κι ως πού αυτο το "νεφελώδες" ειναι "γυναικείο"; Εγω γυναικα δεν ειμαι; Δεν αντεχω ουτε μια (1, κυριολεκτικά) σελιδα νεφελώδη να διαβασω. Δεν αντιλαμβάνομαι, ως γυναικα, τιποτα "γυναικειο" σε αυτο που περιγράφεις. Εχω δει απειρα γραμμένα απο άντρες να ειναι ετσι, "νεφελώδη"-μεχρι ψυχοπάθειας. Κι αν ακομα εννοεις το είδος και οχι το φύλο του συγγραφέα, τοτε ακομα περισσοτερο: πώς εχει χαρακτηριστει το "νεφελώδες" γυναικειο; Εχω την αισθηση (σορι για το παλιοφεμινιστικό, αλλα βγαινει μονο του) οτι αυτος ο χαρακτηρισμός ειναι απλως η "κυρίαρχη" (με την έννοια του καθιερωμένου) αντρική οπτική(κι αυτο ασχετα απο το φυλο του βλέποντος): επειδή στη ζωή οι γυναικες ως ερωτικά αντικειμενα, αλλα και ως κοινωνικά υποκείμενα, φάινονται στους άνρες "νεφελώδεις" (για διαφορους κοινωνικο-ψυχολογικους, ισως και βιολογικούς, λογους), γι αυτό τα νεφελώδη κειμενα αποδιδονται στη γυναικα. Ενιγουει..

β) Ασχετα απο τα παραπανω έμφυλα, γενικά τωρα για "νεφελώδη" κειμενα. Εχω πια τη βεβαιότητα οτι οι έλληνες κριτικοί - οι περισσότεροι- πραγματικά και ειλικρινά θεωρούν τα νεφελώδη κέιμενα αξιοπρόσεκτα. Οτι πραγματικά πιστεύουν οτι αυτά αποδίδουν τον "εσωτερικό κόσμο", και οτι αυτο είναι σημαντικη δουλειά της λογοτεχνίας. Μπαίνω στον πειρασμο να πω ειρωνικά, ότι ειναι ψυχιατρικά (κυριολεκτω) ενδιαφέρον πώς μια κοινωνία τοσο ρηχή, συμβατική, υποκρίτρια και φωνασκούσα εχει την αίσθηση οτι ο εσωτερικός της κόσμος διαθέτει τοσο μεγάλο και λαβυρινθώδες "βάθος"!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
έχεις δίκιο και στα δύο.

Αφενός, οι αναγνώσεις-μου είναι έμφυλες και πιθανόν να βλέπω ομιχλώδη τη γυναικεία γραφή, ενώ να μπορώ να αποκωδικοποιήσω πιο εύκολα τη λαβυρινθώδη γραφή των ανδρών.
Γι' αυτό μιλάω εξ αρχής στη βιβλιοπαρουσίασή-μου για την αμηχανία-μου μπροστά σ' αυτό και σε άλλα παρόμοια έργα.

Αφετέρου,
κι εγώ συμφωνώ ότι η κριτική στην Ελλάδα θέλγεται από το κείμενο που προσπαθεί να αποδώσει τον εσωτερικό κόσμο με τρόπο θολό και ουσιαστικά ή επιφανειακά ψαγμένο. Έτσι, τα νεφελώδη κείμενα εξιτάρουν τους κριτικούς, είτε από δέος, είτε από αίσθηση αδυναμίας να τα καταλάβουν, είτε από αναζήτηση του "βάθους", που λες κι εσύ.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Δεν νομιζω οτι αποκωδικοποιεις, νομιζω απλώς οτι δεν σε ενδιαφερει: λες 'εντάξει φίλε, όπως τα λες είναι", και παμε παρακάτω. Ενω τις γυναικες τις παιρνεις πιο σοβαρά. κατά βάθος νομιζω, ειναι ο σεβασμός (ας πούμε) σου προς τις γυναικες που σε κανει τοσο "αρνητικό", και οχι το αντιθετο.
Αλλα (γνωμη μου), και με τις γυναικες το ιδιο ισχυει: ενα 'εντάξει φιλη, καλά τα λες, παμε παρακάτω' και ναθινγκ μορ.

Τωρα να γινω ο γνωστος δικηγ. του διαβ:
Ι σ χυ ε ι η διαφορα. Πραγματι εχουν την ταση οι γυναικες γι αυτο το νεφελωδες γραψιμο, και ακου τη δική μου ερμηνεία: εχει σχεση με την α ν α τ ρ ο φ η.
Τα κορίτσια κάθονται στο σπιτι πιο πολυ απο τα αγορια και ενθαρρύνονται να γ ρ α φ ο υ ν: ημερολόγια, ποιήματα, "τις σκέψεις" τους. Μια βολτα στα καταστηματα παιχνιδιών (και λιγη μελετη επι τόπου) θα σου δειξει οτι κυκλοφορουν κοριτσίστικα παιχνίδια με "ημερολόγια", κάθε ειδους και ηλικίας. Η γραφη γινεται για τα κοριτσια υποκατάστατο της δράσης. ισως να υπάρχει και μαι ταση του γυναικειου εγκεφάλου προς το λογο, κατι τετοιο λένε οι ψυχολόγοι ακι το ερμηνευεουν και ανθρωπολογικά ακόμα (προστασια τέκνων, αναγκη για ειρηνη αναμεσα στις φυλες), αλλα αν λάβουμε υποψη τι σημαινει "λογος" σημερα τουλαχιστον, θελει πολύ ψαξιμο. Ενιγουει, εμφυτο ή της αγωγής, υπάρχει και ενθαρρύνεται η ταση: να καθεσαι μπροστά σε ενα χαρτί, κλεισμένη στο σπτι, κι αν γ ρ α φ ε ι ς. Ειναι οπως ηταν το κεντημα την εποχή του αναλφαβητισμού: διοχέτεςυση της λίμπιντο. Μετά ολο αυτό, με λίγη οικονομικη βοηθεια απο τον πατερά ή το συζυγο (που προτιμά η κυρία να γραφει αντι να τριγυρίζει) γινεται βιβλίο.

Δεν το ειρωνευομαι ακριβώς: ειναι ενα πεδίο καλλιεργειας της γλώσσας. Και συγκρινόμενο με την "πολιτική" και τα μίντια, ειναι πολύ γονιμότερο πεδίο. Απλώς δεν ειναι το δικό μου.

υγ: εννοειτια οιτ κι εγω, όπως ολοι, διαβαζω (και) έμφυλα. Αλλα απο αλλη άποψη, ισως τη θεματολογική. Απλώς τα νεφελώδη δεν τα μπορώ. Ενας λογος ειναι οτι εχω υποφερι πολύ στο σχολείο απο τις γραφές των μαθητων, και κυρίως των μαθητριών. "Κυρία, νασ ασς διαβασω κατι που έγραψα; Οπου, τι να πεις στο κοριτσάκι;;
υγ2: κι εγω ετσι ξεκινησα..
Αυτά..

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μα γι' αυτό ίσως έχουμε στην Ελλάδα γυναίκες συγγραφείς με μεγάλη αξία. Απλώς διοχετεύουν την εξοικείωσή-τους με τη γραφή σε μυθιστορηματικά πλαίσια που είναι αναγνωρίσιμα κι από τα δύο φύλα.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Αγαπητέ blogογράφε,

Διαβάζω με ενδιαφέρον τις απόψεις σου, συνήθως δε τις συμμερίζομαι – για όσα εκ των βιβλίων που παρουσιάζεις έχω διαβάσει. Στο συγκεκριμένο κάτι δεν πάει καλά.

Γράφεις: «…μια ασιάτισσα οικιακή βοηθός μιλά στον ηλικιωμένο τον οποίο φροντίζει». Χμμμ…
Ο άντρας που φροντίζει είναι προφανώς μεσήλικας, εύρωστος, ντετέκτιβ, του έχει κόψει τη γλώσσα για να μην αποκαλύψει το μυστικό της και τον περιποιείται για να μην πεθάνει. Είναι όμηρός της. Η παραπάνω σχέση κινητοποιεί και την όλη προβληματική της συγγραφέως γύρω από τη μη-ταυτότητα της ασιάτισσας μετανάστριας, τη μη-δυνατότητά της να εκφράζεται και άρα να ορίζει ή ίδια τον εαυτό της, την αντεστραμμένη σχέση κυρίου-υπηρέτη που ζει πλέον το συγκεκριμένο «ζεύγος». Εγώ τουλάχιστον δεν βλέπω καμία «γυναικεία ματιά» εδώ, μόνο την προβληματική για ένα τεράστιο θέμα της εποχής μας, τους μετανάστες και πώς αυτοί ορίζονται από την κυρίαρχη εξουσία που τους κρατά στο περιθώριο αποδίδοντάς τους αξία μετρήσιμη μόνο σαν εμπόρευμα, και -επιπλέον- πώς η συγκεκριμένη ηρωίδα αφαιρεί τον Λόγο από τον εξουσιαστή της για να μπορέσει να υπάρξει.

Πήρα το θάρρος να σημειώσω τα παραπάνω γιατί θεωρώ πως συνιστούν σοβαρή παρανάγνωση και παραμόρφωση του νοήματος του κειμένου και της όποιας αξίας του αποδίδει ο κάθε αναγνώστης, και ίσως απαντούν στη δήλωσή σου ότι δεν καταλαβαίνεις τη συγγραφέα και πού το πάει. Φυσικά η παρέμβασή μου δεν έχει κανένα σκοπό να μειώσει τη συνολικά εξαιρετική δουλειά σου. Keep up the good work.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αγαπητέ Anonyme
ή μήπως αγαπητή Anonimi,
ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις.
Πατριάρχης Φώτιος