Monday, December 12, 2011

“Οικογενειακά εγκλήματα” του Νεοκλή Γαλανόπουλου

Σπαζοκεφαλιά που πλέον περιμένεις υπομονετικά ή ανυπόμονα να λυθεί είναι η κλασική συνταγή της αστυνομικής λογοτεχνίας. Αν δεν αναζητάς πολύ περισσότερα, ο Γαλανόπουλος σου σερβίρει τρεις πολύπλοκες ιστορίες, στις οποίες δεν χάνεσαι αλλά μπαίνεις σταδιακά στο μεδούλι και το τρως μέχρι το τέλος.
Νες πικρός:
Νεοκλής Γαλανόπουλος
“Οικογενειακά εγκλήματα”
εκδόσεις Τόπος
2011

            Από τα προηγούμενα βιβλία-του θεωρούσα τον Νεοκλή Γαλανόπουλο πολύ έξυπνο συγγραφέα, ιδιότητα που χρειάζεται κανείς όταν γράφει κλασική αστυνομική λογοτεχνία. Στην “Παραλλαγή του Γιώργου Δαρσινού” ο πεζογράφος διαβλέπει ότι έχουν εξαντληθεί όλοι οι κλασικοί τρόποι φόνου και όλοι οι πιθανοί και απίθανοι τρόποι σύλληψης του δράστη και γι’ αυτό οδηγεί την υπόθεση στα άκρα. Σε ανάλογο μήκος κύματος στο “Θάνατος από το πουθενά” στήνει ένα ακόμα τέχνασμα, προκειμένου να εξωθήσει τον αναγνώστη έξω από τα αναμενόμενα. Η συγγραφική-του επινοητικότητα ως τώρα έπαιζε με τους όρους του είδους και προσπαθούσε εκ των ένδον να το αλώσει. Αυτές-του οι προσπάθειες ωστόσο αντί να ανανεώνουν το αστυνομικό μυθιστόρημα προδίδουν πιο καθαρά τον κορεσμό-του, τουλάχιστον ως προς τις αφηγηματικές αλχημείες που επιστρατεύονταν από τους πεζογράφους ώστε να αιφνιδιάσουν τον αναγνώστη.
            Στο παρόν τρίτο στη σειρά έργο μυστηρίου που γράφει αλλάζει ελαφρά ρότα. Η εξυπνάδα-του δεν διοχετεύεται μόνο στην επινόηση μιας νέας καλοστημένης εγκληματικής ενέργειας που θα οδηγήσει και σε μια ευφυή αποκάλυψή-της στο τέλος, αλλά σε μια πιο ραφινάτη αναγωγή του είδους σε άλλο επίπεδο με τη χρήση ψυχολογικών και πολιτικών όρων.
            Το πρώτο μέρος αφορά στην προσπάθεια τριών αδελφών (δύο ανδρών και μιας γυναίκας) να διερευνήσουν γιατί αυτοκτόνησε ή μάλλον πώς δολοφονήθηκε ο ναρκομανής αδελφός-τους. Η ιστορία απλώνεται σαν σταγόνα από το πτώμα και το δωμάτιο του νεκρού στις ζωές των τριών αδελφών και στις κρυψίνοες σκέψεις-τους, οι οποίες σταδιακά αποκαλύπτονται σε διαλόγους των δύο. Έτσι μαθαίνουμε ότι ο καθένας από αυτούς υποπτεύεται για διαφορετικούς λόγους τους άλλους δύο κι, όταν ο ένας ενώπιον του άλλου ανοίγουν τα χαρτιά-τους, φανερώνεται μια διαρραγείσα οικογένεια που δεν χαρακτηρίζεται από αλληλεγγύη και αλληλοκατανόηση. Στο τέλος πείθονται ότι μάλλον ο νεκρός αυτοκτόνησε και όλοι καταλαβαίνουν πλέον γιατί…
            Στο δεύτερο μέρος η δολοφονία της συζύγου του αρχηγού ακροδεξιού κόμματος και έπειτα το δυστύχημα στο οποίο περιέπεσε η αδελφή-του εξιχνιάζονται από τον αρμόδιο αστυνόμο. Αφού αποκλείσει τη ληστεία ή τις ιδιωτικές διαφορές, καταλήγει στον δράστη, που κινήθηκε στο πλαίσιο των πολιτικών εκβιασμών και γι’ αυτό δεν επιβίωσε εντέλει από τις υπόγειες διαδικασίες εκκαθάρισης. Η λύσσα όμως του αστυνόμου κορυφώνεται όταν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να αποκαλύψει όσα βρήκε ακριβώς επειδή η πολιτική είναι διαπλοκή, οι παρασκηνιακοί νόμοι είναι απηνείς, η αστυνομία, το πολιτικό σύστημα, η δικαιοσύνη ίσως κ.ο.κ. βρίσκονται σε μια αλληλεξάρτηση που δεν επιτρέπει τις καθαρές λύσεις.
            Το τρίτο μέρος στήνεται πάνω στη βάση του “φόνο σε κλειστό δωμάτιο” και έχει αυτοαναφορικό χαρακτήρα, αφού ένας συγγραφέας εξιστορεί πώς σκοτώθηκε η μητέρα-του μέσα στην κλειστή κουζίνα, πώς σκοτώθηκε ο αδελφός του πατέρα-του και επινοεί ένα καλό σενάριο, κατά το οποίο όλα αποδεικνύονται ενδοοικογενειακά εγκλήματα.
            Η ποιότητα της γραφής του Γαλανόπουλου φαίνεται πλήρως στο πρώτο κείμενο, όπου ο συγγραφέας δεν μένει στην αρτίωση της πλοκής, αλλά δίνει το οικογενειακό και ψυχολογικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναζητούνται από τον αναγνώστη τα αίτια της αυτοκτονίας και όχι ο πιθανός δολοφόνος. Το δεύτερο και το τρίτο κείμενο επανέρχονται σε μια πιο κλασική εκδίπλωση της ιστορίας ως αινίγματος του οποίου αναζητείται η λύση και ο Γαλανόπουλος επιμένει στον ευφυή γρίφο και στην αφηγηματική ανάπτυξή-του.
Προβληματίστηκα πολύ και ομολογώ δεν έβγαλα άκρη με τον χαρακτηρισμό του έργου ως “μυθιστορήματος μυστηρίου”, γραμμένο στο εσώφυλλο του βιβλίου. Και προβληματίστηκα γιατί εγώ βλέπω τρία ανεξάρτητα μεταξύ-τους διηγήματα (ή νουβέλες;), που ναι μεν έχουν ως βάση τα οικογενειακά εγκλήματα του τίτλου αλλά δεν συστήνουν μια ενιαία αφήγηση για να τιτλοφορηθούν «μυθιστόρημα». Πιθανές εξηγήσεις; α) η βάση της ενδο-οικογενειακής εγκληματικότητας διαρθρώνει και τα τρία κείμενα κι αυτό λειτουργεί στο μυαλό του συγγραφέα ως δομικός άξονας, β) κατά το πρότυπο των «Τριών ελληνικών μονόπρακτων» του Θανάση Βαλτινού ο Γαλανόπουλος υποβάλλει την ιδέα μιας συνέχειας από μέρος σε μέρος [ναι, αλλά ποιας;], γ) σε μια εποχή όπου το διήγημα υπολείπεται σε σχέση με το μυθιστόρημα, είναι πιο ελκυστικό να νομίσει ο αναγνώστης ότι θα διαβάσει μια πολυσέλιδη ιστορία παρά τρεις μικρές. 
Πατριάρχης Φώτιος

2 comments:

Μενέλαος said...

Είναι αλήθεια ότι, στην Ελλάδα, το διήγημα αντιμετωπίζεται ως κατώτερο είδος από το μυθιστόρημα, αλλά, προσωπικά θα μου άρεσε να διαβάσω μια σειρά διηγημάτων που κινούνται γύρω από έναν συγκεκριμένο άξονα (εδώ οι ενδοοικογενειακές σχέσεις). Ιδιαιτέρως αν η ικανότητα του συγγραφέα στη σύνδεση των διηγημάτων (ή στην ανάδειξη του κοινού τους στοιχείου) είναι ικανοποιητική, δε βλέπω τον λόγο γιατί να μην πρόκειται για ένα αξιλόλογο βιβλίο.
(ίσως συντρέχουν και λόγοι marketing, αλλά αυτό δεν μπορώ να το αναλύσω)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μενέλαε,
συμφωνώ απόλυτα και ως προς την απαξίωση του διηγήματος (άδικα) και ως προς την αξία μιας συλλογής που δεν αποτελείται από άσχετα κείμενα αλλά περιλαμβάνει ομόθεμα διηγήματα. Τότε όλη η συλλογή έχει μια ενότητα
Πατριάρχης Φώτιος