Wednesday, October 05, 2011

“Το κεφάλι του Μινώταυρου” του Μάρεκ Κραγιέφσκι

Όταν οι λαοί μπλέκονται μεταξύ-τους σε απροσδιόριστα ακόμα σύνορα κι όταν η αστυνομία διαπλέκεται με την πολιτική, τότε η ιστορία παρακολουθεί διακριτικά τον ατομικό βίο των ανθρώπων.

Πολωνικός καφές με βότκα:
Marek Krajewski
“Głowa Minotaura”
2009
Μάρεκ Κραγιέφσκι
“Το κεφάλι του Μινώταυρου”
Μετ. Α. Χατζηγιαννίδη
εκδόσεις Μεταίχμιο
2011

            Το 1937 το Λβοβ (σημερινή Ουκρανία) ανήκε στη Δεύτερη Πολωνική Δημοκρατία, μια διευρυμένη Πολωνία που καταλάμβανε περισσότερα εδάφη απ’ ό,τι η σημερινή χώρα και είχε στενές επαφές με τη Γερμανία (πολλοί κάτοικοί-της μάλιστα ξέρουν γερμανικά), λίγο πριν από την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων το 1939.
Εκεί διαδραματίζεται το έργο αυτό του Πολωνού Κραγιέφσκι, ο οποίος μεταφέρει τον μόνιμο αστυνόμο Έμπερχαρντ Μοκ από το γερμανικό τότε Μπρεσλάου (νυν Βρότσλαβ), για να συνεργαστεί με τον ντόπιο αστυνόμο Έντβαρντ Ποπιέλσκι. Το έργο δεν έχει πολιτική βάση και δεν σχετίζεται με την ιστορία του μεσοπολέμου, αλλά βασίζεται σε σαδιστικές τάσεις ενός δολοφόνου, με το προσωνύμιο Μινώταυρος, επειδή βίαζε και μετά σκότωνε δαγκώνοντας το πρόσωπό-τους άσπιλες έως τότε παρθένες. Ο συγγραφέας, πρώην λέκτορας κλασικών σπουδών, ξέρει τον μύθο και τον χρησιμοποιεί αρχετυπικά για να στήσει το αστυνομικό-του αίνιγμα και τις συνυποδηλώσεις-του.
Η αρχή του έργου είναι άκρως θελκτική, γιατί εισάγει τον αναγνώστη σε μια εποχή όπου η Πολωνία βρίσκεται σε μια μεταβατική κατάσταση, οι σχέσεις με τη Γερμανία είναι φιλικές-εχθρικές, ο υπόκοσμος είναι ένας ολόκληρος κόσμος του περιθωρίου με τους δικούς του νόμους και κανόνες, η πορνεία ανθεί, τα καπηλειά φιλοξενούν από ευυπόληπτους κυρίους μέχρι δεινούς μαχαιροβγάλτες κι από απατεώνες μέχρι κοπανατζούδες δεσποινίδες. Ο Ποπιέλσκι μάλιστα έχει μια δεκαεπτάχρονη κόρη, για την οποία ανησυχεί και όλος ο περίγυρος δεν βοηθάει καθόλου στη διατήρηση της αγνότητας αλλά και της ζωής-της.
Ο Κραγιέφσκι έχει μελετήσει την εποχή με σχολαστικότητα και όχι μόνο την αποδίδει με πιστότητα αλλά καταφέρνει να μας μεταφέρει εκεί και να ζούμε την ατμόσφαιρα σαν σε κινηματογράφο. Η άγνωστη μεσοπολεμική Πολωνία ζωντανεύει και νοερά είμαστε εκεί να παρακολουθούμε δυο πιστευτούς αστυνόμους να φέρονται βίαια αλλά και οργανωμένα, να παραμερίζουν τις πρώτες προκαταλήψεις-τους και να συνεργάζονται για την εξιχνίαση των φόνων, να παθιάζονται με την υπόθεση, όπως παθιάζονται με τις γυναίκες, το σκάκι, τα λατινικά ρητά…
Αυτό που δεν πείθει πάντα είναι η εξύφανση των στοιχείων ώστε να οδηγηθούμε στην τελική λύση. Η αλληλουχία των γεγονότων πάσχει, τα άλματα δεν αφήνουν τον αναγνώστη να συνδυάσει με συνεκτικότητα όσα προκύπτουν και ο δολοφόνος στο τέλος, παρόλο που η όλη ιστορία φαίνεται αληθοφανής, εμφανίζεται σχεδόν μόνος-του. Τελικά, ο έλληνας αναγνώστης μπορεί να μπει και να βγει με πολλά ερωτηματικά στο μυαλό, κι αυτό δεν είναι υπέρ του βιβλίου.
[Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το In2life]
Πατριάρχης Φώτιος

5 comments:

Pellegrina said...

Να μια σκέψη από την ανάρτησή σου: Ίσως λοιπόν η δημοφιλία (αλλιώς το "ευπώλητο") των αστυνομικών μυθιστορημάτων να οδηγεί, για καθαρά εμπορικούς λόγους, στη μετάφρασή τους, από πρωτότυπες γλώσσες -και κοινωνίες- λιγότερο ευνοημένες στη διεθνή βιβλιαγορά. Οπότε, μεσω του αστυνομικού (που θα το αγοράσουμε γιατι είναι ενα "ωραίο αστυνομικό", ενώ ένα άλλο πολωνικό μυθιστόρημα μαλλον δεν θα μας ενδιέφερε, για λόγους ποικίλους και συζητήσιμους που όμως δεν ειναι του παρόντος)μαθαίνουμε για την Πολωνία. (κα΄τι ανάλογο ισως συμβάινει με τα βιβλία του Μαρκαρη: είναι ωράια αστυνομικά, μεσω των οποίων οι Γερμανοί μαθαίνουν (επιτέλους!) για τ σ υ γ χ ρ ο ν η Ελλάδα και Αθήνα.

Σε δευτερη σκέψη, το παραπανω ειναι ασφαλώς κατι, αλλα μετά μπαίνει το ερώτημα αν σκοπός της λογοτεχνίας ειναι τελικά να "μαθαίνουμε" για τη χωρα από την οποία προερχεται. (ισως μονο δευτερευόντως..)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
φοβερή σκέψη. Ο ξένος διαβάζει ένα εύπεπτο κείμενο και μαθαίνει για την άλλη χώρα, κυρίως δε τη νοοτροπία των κατοίκων-της που δοκιμάζεται στη συνάντησή-τους με την εγκληματικότητα.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, σκοπός της λογοτεχνίας δεν είναι να αποτελέσει τη γνωστική γέφυρα, αλλά τουλάχιστον την αναγνώριση της κοινωνικής κουλτούρας του άλλου λαού. Είναι κι αυτό μια συναίσθηση του Άλλου.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Για να μιλήσουμε σε ένα πλαισιο ρεαλισμού και ειλικρίνειας: για να μπεις στον κόπο να γραψεις αστυνομικό, πρέπει εκ των προτέρων να εχεις εξασφαλίσει εισοδο, και μάλιστα διάκριση, στην επίκαιρη αγορά. Δεν εχει κανενα απολυτως νοημα να γραψεις ενα αστυνομικο και να το αφήσεις "στο συρτάρι σου', για το βρουν οι ..επομενες γενιές. (οι επόμενες γενιες θα εχουν τα δικα΄τους αστυνομικά, πολλά, επίκαιρα και προσοδοφόρα). Ειναι χαμένος κόπος και χαμένη ζωή.
Το να προσπαθείς ομως να γραψεις κατι άλλο, πιο κοντά στην "αληθινη" λογοτεχνία, δνε ειναι. Εχει παντα την ελπίδα και πιθανότητα πως, οταν βρεθεί "στο συρτάρι" σου, κατι θα εχει να πει.
Αυτο (που αν θελουμε να ειμαστε ειλικρινεις, ισχυει απόλυτα), λεει πολλά για την ειδολογική διαφορά αστυνομικής και "κανονικής" λογοτεχνίας.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
γιατί θεωρείς προεξασφαλισμένη την έκδοση για να γράψει κανείς αστυνομικό. Δηλαδή πάει ο Χ και διαπραγματεύεται με τον Ψ εκδότη για ένα έργο που ΘΑ γράψει; Δηλαδή αστυνομικό γράφεις μόνο με μέσο; Ή οι εκδότες είναι σχετικά ανοικτοί στην αστυνομική λογοτεχνία επειδή πουλάει;
Προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται στην αγορά αλλά είμαι πολύ ...νυχτωμένος.
Καληνύχτα
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

οχι, δεν ξερω αν είναι προεξασφαλισμένη, αλλά σκέφτηκα ότι λογικά θα πρέπει κάπως να θεωρείται, γιατι αλλιώς γ ι α τ ί να το γράψεις; το αστυνομικό ειναι για να πουληθεί, δεν ειναι για τίποτα άλλο. Αυτό εννοούσα.