Tuesday, June 01, 2010

Κρέπα με σουτζούκι και χαλούμι Κύπρου: Βασίλης ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Το παρόν υπάρχει, κατά τον Γκουρογιάννη, ως μια πραγματικότητα σμιλεμένη από τις αναμνήσεις και τα ιστορικά βιώματα, τα οποία στιγματίζουν την τύχη των ηρώων. Στα πεζά-του κείμενα προσπαθεί να υποβάλλει την έννοια της δικαιοσύνης ώστε να αποκατασταθούν χαμένες αλήθειες που ακόμα δεν έχουν ανακαλυφθεί. Στα κείμενα-του, λοιπόν, διαπιστώνεται μια αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τις σκοτεινές πλευρές της ζωής. Είτε με αναπόληση είτε με σάτιρα, είτε με αδρές είτε με λεπτομερείς γραμμές σκιαγραφούνται καταστάσεις που ξεκινούν από το καθημερινό και το ιδιωτικό αλλά κατά βάθος αφορούν στο ευρύτερα εθνικό. Ο αναγνώστης μένει με μια αίσθηση υπαινικτικής αποκάλυψης, αν και η γεώτρηση της ανάγνωσης συχνά δεν προχωράει σε βάθος.
          Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, ενώ από το 1977 ασκεί δικηγορία στην Αθήνα. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1985 με την ποιητική συλλογή “Από φωτογραφία βουνού” και το 1987 κυκλοφόρησε την ποιητική σύνθεση “Σχόλια σε ποίηση”, ενώ στη συνέχεια τον κέρδισε η πεζογραφία με συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημα “Ο θίασος των Αθηναίων”, το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά.

Εργογραφία που έχει ληφθεί από τη www.biblionet.gr:
- “Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή” (Μυθιστόρημα), Μεταίχμιο, 2009.
- “Από την άλλη γωνία” (Διηγήματα), Μεταίχμιο, 2006.
- “Βέβηλη πτήση” (Μυθιστόρημα), Μεταίχμιο, 2003.
- “Ο θίασος των Αθηναίων” (Μυθιστόρημα), Καστανιώτη, 1999.
- “Μήδεια” (θεατρικό), Καστανιώτη, 1995.
- “Το ασημόχορτο ανθίζει” (Μυθιστόρημα), Καστανιώτη, 1992.
- “Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων” (Αφηγήματα), Καστανιώτη, 1990.
- “Σχόλια σε ποίηση”, Δωδώνη, 1987.
- “Από φωτογραφία βουνού”, Το Δέντρο, 1985.

Βασικά χαρακτηριστικά της γκουρογιάννειας γραφής και θεματικής είναι:
- τα πρώτα-του έργα εκ ποίησης ορμώμενα προσπαθούν να συγκεράσουν ποίηση και πεζογραφία σε μια ενδιάμεση γραφή ώσμωσης και ταλάντευσης ανάμεσα στα είδη.
- Το ύφος του συγγραφέα στα (τελευταία) πεζά-του είναι λιτό και απλό. Δεν φαίνεται να πολυδουλεύει τον λόγο-του, ο οποίος –παρά τις επιμέρους ασταθείς διατυπώσεις- δεν ξενίζει ούτε θετικά ούτε αρνητικά.
- Ενασχόληση με θέματα της ιστορίας του άμεσου παρελθόντος φλερτάροντας με την ιστορία και το ξαναγράψιμό-της. Και δεν είναι μόνο το “Κόκκινο στην πράσινη γραμμή” αλλά και “Το ασημόχορτο ανθίζει” (1992) που άπτεται χριστιανομουσουλμανικών αντιδικιών στη Θεσπρωτία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
- Έμφαση στη γενέτειρα Ήπειρο με θέματα που άπτονται της λαϊκής παράδοσης, διυλισμένα από το βλέμμα ενός πεπαιδευμένου.
- Γενικότερα είναι εμφανής η τάση του Γκουρογιάννη να ξαναδεί τα εθνικά σύμβολα και να πραγματευθεί το ιστορικό γίγνεσθαι και τα ιδεολογήματά του. Έτσι, στη “Βέβηλη πτήση” (2003) πλάθει ένα σενάριο μερικής καταστροφής του Παρθενώνα με τις συνεπακόλουθες εξελίξεις. Ο ελληνικός, ο κυπριακός και ο βαλκανικός βίος τίθενται σε μια επαναξιολόγηση θέτοντας τη λογοτεχνία ως λυδία λίθο σε πολιτικές και εθνικές βεβαιότητες. Το στίγμα του, όπως το αφήνει σχεδόν παντού, είναι η απόπειρα να αποδεσμευτεί από εθνικά ιδεολογήματα και να προβάλει ως ελληνόφωνος συνήγορος της άλλης πλευράς τα δίκαια όλων όσοι υφίστανται τον ζυγό της εκ προοιμίου ελληνικής ανωτερότητας.

Μια γνώμη για το τελευταίο βιβλίο-του «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή»:
         Μερικά θέματα ταμπού δεν αγγίζονται από τους έλληνες συγγραφείς, γιατί πιστεύουν ότι οι αναγνώστες, πολιτικά κρίνοντας, θα αντιταχθούν στην αξία του βιβλίου-τους από προκατάληψη. Τα τελευταία όμως χρόνια που επανέρχεται η πολιτική λογοτεχνία, τόσο με τα θέματα λ.χ. του Εμφυλίου όσο και με άλλα μέχρι πρότινος απλησίαστα ζητήματα της τελευταίας εξηκονταετίας, οι λογοτέχνες τολμούν να εκτίθενται.
         Έτσι εκτέθηκε και ο Βασίλης Γκουρογιάννης με ένα θέμα που αφορά στην Κύπρο και μάλιστα στις ταραγμένες μέρες του Ιουλίου-Αυγούστου του 1974. Και λέμε εκτέθηκε γιατί βρέθηκαν πολλοί (εμπλεκόμενοι με τα γεγονότα και μη) που ξιφούλκησαν εθνικιστικά, όχι για τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος, αλλά για το πόσο τιμητικό στάθηκε για τους αγωνιστές της εποχής, πόσο σεβάστηκε την «ιστορική αλήθεια», πόσο εθνικά σωστό κρίνεται από τον έλληνα αναγνώστη του 2009.
         Ένας σύλλογος ελδυκαρίων αγωνιστών του 1974 οργανώνουν (με προεξάρχοντα τον δικηγόρο πρόεδρό-τους) ένα συνέδριο στη Λευκωσία, όπου επιδιώκουν να καταθέσουν τις προσωπικές-τους εμπειρίες από τον πόλεμο ενώπιον των υπολοίπων συναγωνιστών-τους αλλά και ενός ιστορικού ο οποίος καταγράφει μαρτυρίες στην προσπάθειά-του να μελετήσει τα κρίσιμα γεγονότα της ελληνοκυπριακής άμυνας. Όλοι φαίνονται να κουβαλάνε την τρέλα-τους και τα ψυχοσωματικά-τους συμπτώματα, αποτέλεσμα των βιωμάτων-τους τα οποία τους άφησαν κουσούρια -φυσικά δεν εννοούμε τα σωματικά τραύματα αλλά τις ψυχολογικές πληγές που τους κατατρύχουν ακόμα.
         Η επιτροπή του περιοδικού "διαβάζω" το βράβευσε, αν ερμηνεύω σωστά τις προθέσεις-της, γιατί είδε σ' αυτό τη θεματική τόλμη και τη συγκινησιακή αναφηλάφιση ενός θέματος που καίει.
        Η πορεία της αφήγησης, παρά τις αναδρομές και το πηγαινέλα μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος, κρίνεται μονοεπίπεδη: πάνω σε μια γραμμή που καθορίζεται από τις ομιλίες του συνεδρίου διακλαδίζονται ιστορίες και ένθετα ντοκουμέντα και αφηγήματα που δεν επιφυλάσσουν ανατροπές ή καμπές. Απόδειξη αποτελεί λ.χ. το κεφάλαιο με την κύπρια κοπέλα, την οποία ο δικηγόρος είχε γνωρίσει τότε, και τώρα θα ήθελα να την ξαναδεί: το κεφάλαιο αυτό μπήκε απρόσμενα στην 300ή περίπου σελίδα, χωρίς να έχει προοικονομηθεί από πριν. Το μόνο σημείο αφηγηματικού ενδιαφέροντος είναι η μυστηριώδης παρουσία του προέδρου στον τότε πόλεμο, του οποίου η αγωνιστικότητα αμφισβητείται, ενώ κι ο ίδιος δεν τολμά να βγάλει τα εσώψυχά-του και να δώσει πειστικές απαντήσεις. Η αποκάλυψη του μυστικού-του κρίνεται εντέλει πετυχημένη.
      Πέραν τούτων, υπάρχουν σημεία που έχουν αξία χάρη στον προβληματισμό που προκαλούν και την αναμόχλευση πληγών που ενώ πυορροούσαν δεν είχαν ως τώρα ξαναξυστεί. Και υπάρχει και η συνάντηση των ελλαδιτών βετεράνων με τούρκους ομολόγους τους στα Κατεχόμενα, σκηνή που εκπέμπει συγκίνηση και έντονη δραματικότητα, αν και προσπερνιέται κι αυτή χωρίς ένταση και έκταση ικανή να δημιουργήσει κορύφωση. Ίσως πρόκειται για τον πυρήνα του έργου που μετατρέπει το ιστορικό θέμα σε διεθνική τραγωδία, εστιασμένη, όπως και όλο το βιβλίο, στον ατομικό πόνο, ο οποίος βέβαια συμπυκνώνει τον εθνικό καημό.
        Τελικά, το συνολικό αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε. Αφενός ως προς την πλοκή και τον τρόπο δόμησης του υλικού, όπως προείπα, το μυθιστόρημα κρίνεται απλό και μονοκόμματο. Όταν κατάλαβα (κι αυτό έγινε νωρίς) πώς εξελίσσεται η ροή της ιστορίας, έπαψα να νιώθω έντονο ενδιαφέρον για την εξέλιξη. Από την άλλη, ιδεολογικά το έργο είναι αναμενόμενο, για να μην πω (πλέον) συντηρητικό. Οι απόψεις των αγωνιστών είναι ότι ο πόλεμος ήταν λιγότερο ηρωικός απ’ όσο φαντάζεται κανείς, όλοι (Έλληνες και Τούρκοι) είχαν διαπράξει έκτροπα, πολλοί στρατιώτες βρέθηκαν στην Κύπρο αλλά δεν πολέμησαν ουσιαστικά τον εχθρό, άλλοι ζουν ακόμα με τους εφιάλτες και τις τύψεις-τους… Αν εξαιρέσει κανείς την τελευταία περίπτωση, τα άλλα τα φανταζόμουν ως δεδομένα που δεν τα πρωτοαναδεικνύει ο Γκουρογιάννης, ούτε προβάλλει τις ιδιαίτερες πτυχές-τους. Στην ουσία ο συγγραφέας κάνει μια τοιχογραφία των ελλαδιτών κατά βάση αυτοπτών μαρτύρων, χωρίς να δίνει μεγαλύτερη εμβέλεια σε ένα καυτό θέμα.

        Πάνω που είχα προγραμματίσει την παραπάνω ανάρτηση, οι Ισραηλινοί έκαναν επίκαιρο το θέμα με μια άλλη, ανάλογη όμως, επίδειξη δύναμης, επιβολής και θηριωδίας. Με αδίστακτη δράση, με τη σκληρή των όπλων γλώσσα αποδεικνύουν ότι τα θέματα που απασχολούν ένα λαό είναι ίδια με πολλών άλλων και πως η βία και ο πόλεμος είναι η απάνθρωπη δύναμη που καταστρατηγεί πολιτισμούς. Είμαι πολύ θυμωμένος με τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επαναλαμβάνει την ιστορία-του…
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

5 comments:

Μανος Κοντολεων said...

Αφού είσαι ακόμα θυμωμένος με τον τρόπο που ο άνθρωπος επαναλαμβάνει την ιστορία του και όχι τρομαγμένος, έχεις ελπίδα Ζωής. Κάποιοι δεν την έχουν. Πλέον.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μάνο,
τρομαγμένοι θα ήταν όσοι το έζησαν, ή τρομαγμένες ήταν γενιές επί γενεών που βίωσαν πόλεμο, προσφυγιά, κ.ο.κ. Εμείς ζούμε -ευτυχώς/δυστυχώς- σε μια "ήσυχη" εποχή, σε μια "πολιτισμένη" κοινωνία, που μάς θυμίζει ενίοτε (πολλές φορές συχνά) ότι ο πολιτισμός-μας είναι φο.
Φοράμε τον φο-πολιτισμό της εποχής-μας και έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είναι γνήσιος και μάλιστα πολύτιμος...
Πατριάρχης Φώτιος

Ζήνα Λυσάνδρου said...

Αγαπητέ Πατριάρχη Φώτιε,
σας διαβάζω εδώ και πολύ καιρό και σας εκτιμώ ιδιαιτέρως. Με επηρέασε βέβαια και η καλή μου φίλη η αναγνώστρια στην εκτίμηση που σας έχω. Διαβάζοντας το βιβλίο του Γκουρογιάννη οφείλω να σας εξομολογηθώ ότι συγκλονίστηκα από όσα βίωσαν οι ελλαδίτες αδελφοί μας στην Κύπρο και από τις συνέπειες του πολέμου που κουβαλούν για τόσα χρόνια. Δεν φτάνει που υπέφεραν τα πάνδεινα στην Κύπρο,έίχαν να αντιμετωπίσουν και τις κατηγορίες των άκαπνων... Περισσότερες σκέψεις μου θα γράψω προσεχώς στπ μπλογκ μου.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ζήνα,
ευχαριστώ για τα καλά-σου λόγια, πολύ μάλλον διότι είναι ειλικρινή. Η συγκίνηση του βιβλιου του Γκουρογιάννη ίσως είναι η βασική πηγή ευαρέσκειας για τον αναγνώστη. Και αυτό -ξαναλέω- είναι που αναδεικνύεται μέσα από το ζέον θέμα με το οποίο καταπιάνεται ο συγγραφέας.
Να είσαι καλά
Πατριάρχης Φώτιος

Δώρα Τσίρκα said...

Εγώ πάντως προσπαθώ από μέρες να διαβάσω το βιβλίο του και όλο σκοντάφτω και το αφήνω. βρίσκω το ύφος του εξαιρετικό, αλλά σε ορισμένα σημεία καθόλου ακριβόλογο και ίσως κάποιες εκφράσεις του είναι και άστοχες. επίσης με κουράζουν οι αναλυτικές περιγραφές του. Αυτό μαζί με το θέμα που δεν προσεγγίζεται με τόλμη, αλλά σέρνεται από τις πρώτες γραμμές, μάλλον με κάνουν να μην μπορώ να το διαβάσω με συνέπεια, αλλά μόνο με το στανιό για να το τελειώσω.