Wednesday, October 07, 2015

“Το πρώτο φιλί” του Θωμά Κοροβίνη


Λάγνα Ανατολή και οθωμανικά χαρέμια, λιχουδιές και αρώματα, παλλακίδες και διαφανείς μουσελίνες, ένας κόσμος που μπορεί να διεγείρει τον πρώτο έρωτα, πιο πολύ σαν αποπλάνηση παρά σαν μόνιμο συναίσθημα. Πάλι η Κωνσταντινούπολη, όπως και στο "'55", αλλά φυσικά σε άλλο ιστορικό χρόνο και σε άλλα κοινωνικά συμφραζόμενα.


Πολίτικος καφές με καϊμάκι:
Θωμάς Κοροβίνης
“Το πρώτο φιλί”
εκδόσεις Άγρα και Ιστός
2015
 


          Πρόκειται για ένα διήγημα σαράντα περίπου σελίδων, που αναφύεται από τον κόσμο της Κωνσταντινούπολης, όπως τον έζησε και τον μετέφερε στα διηγήματά-του ο Γεώργιος Βιζυηνός. Αυτή είναι η διακειμενική βάση, αλλά η ουσία της λογοτεχνικής μαγείας έγκειται στην ηδυπάθεια της Ανατολής και στον λάγνο κόσμο του χαρεμιού.
          Ο μικρός Γιωργής είναι δώδεκα χρονών, στα όρια της παιδικότητας με την εφηβεία. Είναι μαθητευόμενος ράφτης σε έναν τεχνίτη στην Κωνσταντινούπολη και έχει αναλάβει να πάει στο παλάτι, και μάλιστα στον γυναικωνίτη, για να προβάρει το πολυτελές ρούχο της Μπας Χανόυμ, της υποψήφιας σουλτάνας που θα πάρει τη συζυγική θέση δίπλα στον πολυχρονεμένο Σουλτάνο. Εκεί στα όρια της αθώας παιδικής ηλικίας και της ιμερικής εφηβείας, στα όρια του θηλυκού με το αρσενικό (όρια που εκφράζονται εκτενώς με την περιγραφή των αρρενωπών αλλά ανίκανων ευνούχων), στα όρια του ελληνικού με το τουρκικό στοιχείο (όρια που εκφράζονται με την έντεχνη ανάμιξη ελληνικών με τούρκικες λέξεις) μεγαλώνει ο μικρός ραφτάκος και ανδρώνεται …με το πρώτο φιλί.
          Νομίζω ότι ο συγγραφέας επεδίωξε δυο παράλληλους στόχους. Ο ένας έχει να κάνει με τη γλώσσα, η οποία είναι αρκούντως υβριδική, ώστε να ανακαλεί την ιδιόλεκτο του Βιζυηνού αλλά και να δηλώνει την ελληνοτουρκική πολιτισμική αλληλεπίδραση. Η βάση είναι η σύγχρονη δημοτική, με ιδιαίτερα στρώματα δημώδους, απλής, καθημερινής, λαϊκής γλώσσας, πάνω στην οποία εμφυτεύονται σαν κερασάκια στην τούρτα πολυάριθμες τούρκικες λέξεις. Αυτές βέβαια είναι αρκετές, φυτρώνουν παντού, είναι συνήθως όροι, ρούχα ή φαγητά, και αναδεικνύουν τομείς όπου η τουρκική γλώσσα είχε εμφιλοχωρήσει στην ελληνική, όπως λ.χ. η κουζίνα. Και πάνω απ’ όλα αυτά λέξεις λόγιες, λίγο ύποπτες ως προς το γλωσσικό περιβάλλον ενός δωδεκαετούς, αλλά σύμφωνες με την ώριμη γραφή του συγγραφέα, όπως τερψιλαρύγγιος και αλγολαγνεία.

          Αυτή η υβριδική γλώσσα υπηρετεί το πέρασμα από την αθωότητα στον ερωτισμό, από την αγνότητα στην φιληδονία, από τη λογική στην παραφροσύνη. Το λάγνο κλίμα του χαρεμιού, οι θελκτικές μυρωδιές και τα εύγευστα φαγητά, το κάλλος των παλλακίδων, η ατμόσφαιρα στον γυναικωνίτη και φυσικά το πρώτο (μισό) φιλί ξύπνησε τον άβγαλτο Γιωργή, βουτώντας-τον απότομα μέσα στο βαθύ ρέμα ενός θυελλώδους συναισθήματος, που μπορεί στο μέλλον να μετατραπεί σε ψυχαναλυτικό τραύμα.
          Ο Κοροβίνης, γνώστης του Βιζυηνού και της Πόλης, ακροβατεί λεκτικά πάνω σε ένα ηδυπαθές μίγμα γλωσσικών και πολιτισμικών αλλά και ερωτικών μαντζουνιών, που τραβούν τον αναγνώστη μέσα στο άρωμα μιας λαγγεμένης εποχής.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 29/9/2015 και εδώ κοσμείται με εικόνες που έλαβα από: www.theguardian.com, world4.eu, www.imerodromos.gr και thesteamerstrunk.blogspot.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, October 04, 2015

“Ευτυχισμένοι οι ευτυχείς” της Γιασμίνα Ρεζά


Δεκαοκτώ ιστορίες από ισάριθμα πρόσωπα φωτίζουν διαδοχικά τον εαυτό-τους και τους άλλους, δείχνοντας μυστικά και ψέμματα, δράματα πίσω από τη λάμψη της φαινομενικής ευτυχίας, ερωτικές παρασπονδίες και υποκριτικά αισθήματα.


Γαλλικός καφές πολυποικιλιακός:
Yasmina Reza
“Heureux les heureux”
Flammarion 2013
Γιασμίνα Ρεζά
“Ευτυχισμένοι οι ευτυχείς”
μετ. Μ. Πιμπλής
εκδόσεις Εστία
2015
 


Μερικές προκαταρκτικές και περιμετρικές παρατηρήσεις:
Ø καταρχάς είχα λατρέψει τη Ρεζά, όταν είδα μια παράσταση με το έργο-της “Art”, όπου θαύμασα την ευφυΐα-της και το μεταμοντέρνο ξεσκέπασμα της κούφιας τέχνης. Επομένως, από τότε ήθελα να διαβάσω κάτι δικό-της, κάτι που να με επαναφέρει, αν είναι δυνατόν, σ’ αυτό το εκπληκτικό ξάφνιασμα.
Ø ο τίτλος του μυθιστορήματος, κατά τη γνώμη-μου, έχει μεταφραστεί λανθασμένα. Υποψιάστηκα και το έψαξα ότι η γαλλική λέξη “heureux” αντιστοιχεί στο ελληνικό “μακάριοι”, αφού έτσι μεταφράζονται οι περίφημοι μακαρισμοί από το κεφ. Ε΄ τού κατά Ματθαίον ευαγγελίου. Εικάζω λοιπόν ότι η Γαλλίδα συγγραφέας επιδίωξε να παραλλάξει τα γνωστά ευαγγελικά “Μακάριοι οι…” και να φτιάξει ένα παρωδιακό/διακειμενικό σύμπλεγμα του στυλ “Μακάριοι οι ευτυχείς” ή κάτι παρόμοιο.

Και τώρα η ουσία του κειμένου. Πρόκειται για ένα πολυεστιακό μυθιστόρημα, όπου παρουσιάζονται η οπτική γωνία ποικίλων προσώπων, η δική-τους στάση απέναντι στη ζωή και απέναντι στους άλλους, οι οποίοι σταδιακά παίρνουν τον λόγο και από δευτεραγωνιστές που ήταν στο προηγούμενο μονόλογο γίνονται πρωταγωνιστές στον δικό-τους. Έχουμε ένα είδος γαϊτανακίου, καθώς ο ένας παραδίδει τη σκυτάλη στον άλλο. Κάθε ιστορία είναι ένα αυτόνομο διήγημα, το οποίο όμως ολοκληρώνεται αν τεθεί δομικά δίπλα στα άλλα, σ’ αυτό το σπονδυλωτό έργο.
Το βασικό ζευγάρι των Τιμπουσό, ο Ρομπέρ και η Οντίλ, βρίσκονται σε μια διαρκή διαμάχη για καθημερινά θέματα, δείγμα ίσως μιας σοβούσας κρίσης. Διάφοροι άλλοι που τους περιτριγυρίζουν, συγγενείς και φίλοι, ασχολούνται με τη ζωή-τους, τραυματίζονται ή γελάνε, διάγουν μια καθημερινότητα που τους χαρακτηρίζει. Διάφοροι πιο έξω, άσχετοι εν πολλοίς, που δεν ξέρω αν κρατούν ένα νήμα να τους συνδέει με τους άλλους, “φωτογραφίζονται” σε μικρά σκηνικά, σε μικρές σκηνές οι οποίες δείχνουν σχέσεις, άγχη, ελπίδες κ.ο.κ.
Οι μικρές ιστορίες αποκαλύπτουν ότι άλλο πράγμα δείχνει συχνά η βιτρίνα ενός προσώπου ή μιας σχέσης και άλλο είναι η πραγματικότητα. Εναλλάσσοντας τις οπτικές γωνίες η Ρεζά δείχνει τόσο πως ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει τη δυστυχία-του, αλλά και οι άλλοι γύρω-του ενίοτε ξεσκεπάζουν τον μουσαμά, για να δείξουν πόσο λερωμένος είναι ο πίνακας που σιγά σιγά ζωγραφιζόταν.
Τελικά, οι παράλληλοι μονόλογοι δεν είναι πλέον τόσο πρωτότυπο τέχνασμα. Το γαϊτανάκι δεν κλείνει ή, αν κλείνει, έχει πολλά κενά, που δεν ξέρω αν μπορεί (και αν αξίζει) ο αναγνώστης να μπει στη διαδικασία να τα καλύψει. Τα πρόσωπα έρχονται ξανά, αλλά τόσο φευγαλέα, που δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα, μέσα από ένα τέτοιο παζλ με πολλά κομμάτια να λείπουν σκόπιμα. Κάθε κεφάλαιο έχει το δικό-του ενδιαφέρον, όσο το κοιτάμε σαν μια μικρή ιστορία, αλλά μας αποπροσανατολίζει όσο προσπαθούμε να το δούμε ως κομμάτι του ευρύτερου συνόλου. Αν, όπως φαίνεται, η Ρεζά άφησε σκόπιμα τη σύνθεση αποσπασματική, σπονδυλωτή, φυγόκεντρη, με πολύ λίγους τους αρμούς σύνδεσης, τότε αυτή η μεταμοντέρνα μυθιστορηματική αποδιάρθρωση προκαλέι πολλά προβλήματα στην αύξηση της αναγνωστικής απόλαυσης.
Κάτι έχασα από το βραβευμένο μυθιστόρημα της Ρεζά, κάτι δεν έφτασε μέχρι την ψυχή-μου και έμεινα μετέωρος πάνω από 18 ιστορίες που δεν με άγγιξαν.

[Η εικόνα κορυφής είναι ένα κολλάζ με τίτλο "Disappear" του Γάλλου καλλιτέχνη Slip. Τον υπόλοιπο εικαστικό διάκοσμο τον δανείστηκα από: www.purepeople.com, romainiacs.com, postgradproblems.com, www.cnn.com και www.saatchikevin.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, October 01, 2015

ΝΟΜΠΕΛ λογοτεχνίας 2014: Πατρίκ Μοντιανό

“Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά”

 
Πρωτομηνιά και ξαναγυρίζουμε στα καθιερωμένα-μας Νόμπελ: Όποιος διαβάσει έστω και ένα ή, καλύτερα, δύο βιβλία του Γάλλου πεζογράφου, θα καταλάβει τι εννοούσε η Σουηδική Ακαδημία όταν βραβεύοντάς-τον αναφερόταν στην “τέχνη της μνήμης με την οποία [ο λογοτέχνης] ανακάλεσε τα πιο ασύλληπτα ανθρώπινα πεπρωμένα και αποκάλυψε τον μικρόκοσμο της Κατοχής” (“for the art of memory with which he has evoked the most ungraspable human destinies and uncovered the life-world of the occupation”).


Παρφέ σοκολάτα:
Patrick Modiano
“Pour que tu ne te perdes pas dans le quartier”
Edition Gallimard
Παρίσι 2014
“Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά”
μετ. Ρ. Γεωργακοπούλου
εκδόσεις Πόλις
2015


          Έγραφα πριν από μερικούς μήνες για την παλιότερη επαφή-μου με το έργο του Patrick Modiano, πιο συγκεκριμένα με το έργο “Ντόρα Μπρούντερ”, όπου ένα μικρό όνομα σε αγγελία του 1943 κινητοποίησε τον αφηγητή να ψάξει γι’ αυτήν την κοπέλα. Ανάλογο μηχανισμό διερευνητικής μνήμης ακολουθεί ο συγγραφέας και σ’ αυτό το βιβλίο, όπου ένα ασήμαντο, ξεχασμένο όνομα, αυτό του Γκυ Τορστέλ, κινητοποιεί τον γηραιό αφηγητή Ζαν Νταραγκάν.
          Το όνομα αυτό δεν του θυμίζει καταρχάς τίποτα, αλλά σιγά σιγά, υπό τη διακριτική / έντονη πίεση του Ζιλ Οττολινί και της φίλης-του Σαντάλ Γκριππέ, τον συνδέει με παιδικές μνήμες. Ο Τορστέλ ανήκε στον κύκλο της μητέρας του Νταραγκάν, μαζί με μερικούς άλλους, όπως και μια αινιγματική Αννί Αστράν. Ο αφηγητής προσπαθεί να συνδέσει ονόματα και πρόσωπα, αναμνήσεις και προσωπικά βιώματα, από τότε που νεαρός έγραψε το πρώτο-του βιβλίο με τίτλο “Το μαύρο του καλοκαιριού”. Ο μίτος της Αριάδνης δεν είναι ευθύς, αλλά κάνει στροφές και παλινδρομεί, ελίσσεται στα σκοτάδια της λήθης και προσπαθεί να ξαναβρεί το παρελθόν.
          Ο Μοντιανό, πιστεύω, έφτιαξε σκόπιμα μια θολή πορεία προς τα πίσω, για να δείξει την αιωρούμενη απειλή (άδηλη) και την αφερεγγυότητα της μνήμης. Σε αντίθεση με την “Ντόρα Μπρούντερ”, όπου η ανακάλυψη του παρελθόντος πατάει σε μικρά αλλά σταθερά σημεία, το “Για να μην χάνεσαι στη γειτονιά” είναι ασαφές ως προς τον στόχο της έρευνας, ως προς την ανάγκη-της και ως προς τα μυστικά που πρέπει να αποκαλυφθούν.
          Γι’ αυτούς τους λόγους, για τη φυγόκεντρη φορά της μνήμης, για την διασπορά των σκέψεων σε έναν κύκλο που δεν συγκλίνει πουθενά, ο αναγνώστης κάποτε χάνει το ενδιαφέρον-του. Έχοντας στον νου πως ο Μοντιανό έχει καταφέρει να χρησιμοποιήσει τη μνήμη ως πολιορκητικό κριό με τον οποίο αλώνει το παρελθόν, εδώ νιώθει κανείς ότι ατονεί όλος αυτός ο μηχανισμός. Προσπαθεί να βρει την πηγή ενός τραύματος, να διερευνήσει πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξε στη ζωή-του η Αννί Αστράν και η φυγή-τους στη Ρώμη. Κι αυτό το τραύμα μένει θολό, περιπεπλεγμένο, διεσπαρμένο σε πολλά πρόσωπα και αστραπιαίες ασύνδετες εικόνες.
          Η μνήμη είναι η λέξη που επαναλαμβάνεται συχνά στο έργο. “Πολλά χρόνια αργότερα, προσπαθείς να λύσεις αινίγματα που τότε δεν ήταν αινίγματα και θα’θελες να αποκρυπτογραφήσεις μισοσβησμένους χαρακτήρες από μια πολύ αρχαία γλώσσα, της οποία δεν ξέρεις καν το αλφάβητο” (σελ. 146). Μια αστυνομική έρευνα που ποτέ δεν διευκρινίζεται τι βρήκε, σκόρπιες αναμνήσεις που για ένα μικρό παιδί δεν βγάζουν νόημα, μια κομπίνα και η ανάγκη να φυγαδευτεί ο μικρός Ζαν. Οι λέξεις μνήμη, ανάμνηση, λήθη, αμνησία κ.ο.κ. δείχνουν πως “οι αναμνήσεις που του μένουν απ’ όλο αυτό είναι κι αυτές φαγωμένες από τη λήθη”.
          Νομίζω ότι το κείμενο είναι γεμάτο μισοσβησμένες εμπειρίες, που απασχολούν τον συγγραφέα, αλλά κάπου ξέφυγαν από την ενδοκειμενική ολότητα και γι’ αυτό αφήνουν τον αναγνώστη εν μέρει μετέωρο. Μπορεί ωστόσο αυτή η σκοπιμότητα (αν δεν είναι αστοχία) να λειτουργεί ως το ανοικτό πεδίο της αναγνωστικής εμπλοκής.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 4/8/2015 στο In2life και εδώ αναδημοσιεύεται με εικόνες που αντλήθηκαν από: www.befan.it, saintsulpice.unblog.fr, www.manifestabundancenow.com και 7-themes.com. Μεσολαβεί ως προτελευταία εικόνα ο πίνακας του Samuel Rodriguez "Συναρμολογώντας τα κομμάτια. Μνήμη και υβριδική ταυτότητα"]
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, September 28, 2015

“Νυχτερινή πτήση” του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξιπερί


Δεν είναι μόνο ο μικρός πλανήτης του “Μικρού πρίγκιπα” άξιος θαυμασμού, αλλά και ο έναστρος νυχτερινός ουρανός για τον πιλότο που εκστασιάζεται, απορεί, μένει άφωνος, ζει τον κίνδυνο, παλεύει με τις καταιγίδες, με τα νέφη, με τις συνθήκες οι οποίες συχνά είναι απειλητικές.


Espresso stretto:
Antoine de Saint-Exupéry
“Vol de Noit”
1931

Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί
“Νυχτερινή πτήση”
μετ. Δ. Ζορμπαλάς
εκδόσεις Ψυχογιός
2015


          Το μικρό αυτό μυθιστόρημα ξεκινάει εξόχως λυρικά: η αίσθηση του πιλότου μέσα στη νύχτα που πλησιάζει τη γη και μπροστά-του απλώνεται η μαγεία της βραδιάς και το γήινο χαλί με όλα-του τα θέλγητρα. Είμαστε ακόμα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, όταν δηλαδή η πτήση πάνω από το έδαφος είναι μια σπανιότερη για τους πολλούς και μαγευτική για τους λίγους εμπειρία που περιγράφεται με μεταφορές και εικόνες.
          Παρακολουθούμε μια μονάδα αεροπορικού ταχυδρομείου στο Μπουένος Άιρες, όπου ο Ριβιέρ διοικεί με κυνικό ρεαλισμό, ο Ρομπινό επιθεωρεί με στωική ψυχρότητα και ο Πελερέν και ο Φαμπιέν πιλοτάρουν με όλες τις αντίξοες συνθήκες του χιονιού πάνω από τις Άνδεις και τα άλλα απρόσμενα ενός υπερατλαντικού ταξιδιού. Η γοητεία των αιθέρων συμπορεύεται με τους κινδύνους του ταξιδιού και την πειθαρχία της μονάδας, που δεν καταλαβαίνει από δικαιολογίες και σκληρές συνθήκες.
          Η υπόθεση είναι ασθενική, αλλά ο Εξιπερί έχει μια δύναμη να οδηγεί με τη γλώσσα-του τον αναγνώστη όλο και πιο βαθιά στην ουσία της ανθρώπινης οντότητας, που είναι το δέος μέσα στην απεραντοσύνη της φύσης, η νέα τεχνολογία που αναφύεται μαγική όσο και επικίνδυνη, η ευθύνη απέναντι σ’ όλη αυτήν την ανθρώπινη μοίρα. Ο Ριβιέρ λέει σε μια φάση: “Απόψε, με τους ταχυδρόμους-μου σε πτήση, είμαι υπεύθυνος για έναν ολόκληρο ουρανό”· μια φράση από τις πολλές που αναδεικνύει τη γλωσσική ανάταση σύστοιχη με τη συναισθηματική ανύψωση. Ο άνθρωπος και το μυστήριο της φύσης, έκπληξη μαζί και θαυμασμός, δέος και φόβος. Κι όπως ο “μικρός πρίγκιπας” έβλεπε ξανά και ξανά μέσα σε λίγα λεπτά την ανατολή του ήλιου, με χαρά και απόκοσμη ικανοποίηση, έτσι και ο πρωταγωνιστής μένει ενεός, παρά τις μεγάλες υποχρεώσεις-του, από τα μηνύματα του σύμπαντος: “Έτσι και το μήνυμα του άστρου. Του μιλούσαν πάνω από τόσους ώμους μια γλώσσα που άκουγε μονάχα αυτός”.
          Αυτό που κυριαρχεί είναι ο κίνδυνος, όπως τον βιώνουν όσοι βρίσκονται στο έδαφος και έχουν την ευθύνη για όσους πετάνε. Οι θύελλες και η έλλειψη επικοινωνίας, η μεγάλη έκταση των ακραίων καιρικών φαινομένων, οι πιθανές βλάβες και τα καύσιμα κ.ο.κ. κάνουν τον Ριβιέρ να νιώθει Άτλας που φέρει στους ώμους-του τον ουρανό.
          Παρά την έλλειψη πλοκής, ο αναγνώστης ανταμείβεται με ποικίλα αισθήματα που τον συγκλονίζουν: από το δέος της φύσης ως τον κίνδυνο της ζωής κι από τη μαγεία του ουρανού μέχρι την ευθύνη και την αγωνία. Σελίδα σελίδα ακολουθούσα τη γλώσσα του Εξιπερί, που είναι τόσο λίγο ποιητική όσο πρέπει, τόσο λυρική όσο ταιριάζει στην αφήγηση, τόσο γλαφυρή όσο αρμόζει σε μια βιωμένη πραγματικότητα που γίνεται μεθεκτή και από εμάς. Ο ίδιος ο συγγραφέας έζησε τέτοιες εμπειρίες και μάλιστα χάθηκε σε μια αεροπορική αποστολή μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μετουσίωση όλων αυτών σε κείμενο είναι που μένει και θα θυμόμαστε πάντα τον “Μικρό πρίγκιπα” που πετάει στους ουρανούς.

[Μαγικός ουρανός. Και πού να έχει και “ματωμένο φεγγάρι”, όπως είχε πριν από λίγες ώρες! Φανταστείτε θέαμα από το πιλοτήριο! Οι εικόνες που διακοσμούν το κείμενο ελήφθησαν από: www.skytamer.com, www.vintagewings.ca, www.ottawafamilyliving.com, highlife.ba.com και www.britannica.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, September 25, 2015

“Το χαρτόκουτο” του Κώστα Καβανόζη


Τι κουβαλά κανείς από τη ζωή-του πέρα από αντικειμενικά δεδομένα και επίσημα έγγραφα. Συχνά αναμνηστικά ισχυρών αισθημάτων και χαραγμένων στη συνείδηση του ανθρώπου εμπειριών, πολλά από τα οποία σχετίζονται με το σεξ.


Ξανθιώτικος καφές με καϊμάκι:

Κώστας Καβανόζης
“Το χαρτόκουτο”
εκδόσεις Πατάκη
2015
 


          Στην αρχή νόμισα ότι το βιβλίο είναι “για τα μπάζα” (επιστημονικός όρος για να καταδειχθεί ότι ένα έργο είναι μέτριο έως κακό)! Γιατί; Γιατί παραθέτει σε μικρά κεφάλαια ένα ετερόκλητο υλικό λόγων που φαίνονται άσχετοι μεταξύ-τους. Κείμενα φυγόκεντρα, ασύνδετα, μια συλλογή αναμνήσεων που βρέθηκαν σε ένα χαρτόκουτο κατά τη μετακόμιση, κάτι τέτοιο. Κι επιπλέον, αυτό που με έκανε να μη δώσω μεγάλη σημασία στο μυθιστόρημα είναι ο λόγος του αφηγητή, με εκείνη την ιδιότυπη σύνταξη η οποία αφήνει το ρήμα στο τέλος της πρότασης, μια σύνταξη που κάνει κόρτε στην ποίηση αλλά στην πράξη φαίνεται σαν να εκφέρεται από ένα άτομο με ειδικές ανάγκες, που δυσκολεύεται να μιλήσει ώριμα.
          Πότε άλλαξα (λίγο ή εντελώς θα φανεί) γνώμη; Όταν συνέλαβα τον βασικό άξονα που είναι οι ποικίλες εκδοχές της σεξουαλικής ωρίμασης, όπως καταγράφονται με αυτή τη λοξή ματιά, λίγο ποιητική και λίγο χαζοχαρούμενη. Ανταποκρίνεται ίσως στη νοητική ωρίμαση του ήρωα, που σταδιακά προσπαθεί να ξεπεράσει τον σεξουαλικό αυτισμό και να ενηλικιωθεί, έστω και ημιτελώς. Κι ακόμα περισσότερο καταξίωσα το βιβλίο, όταν με έπιασε μια ασφυξία, ένας βραχνάς, εξαιτίας της αποτυχημένης σεξουαλικής ζωής του πρωταγωνιστή. Αυτός, ενώ πασχίζει να βρει την αισθησιακή επιτυχία, να ωριμάσει και να κατακτήσει τις υπεσχημένες κορυφές της ηδονής και της αυτοπραγμάτωσης, τόσο βουλιάζει σε μια σειρά ατυχιών και προσωπικών αποτυχιών. Έτσι, ενώ το σεξ θα έπρεπε να είναι πηγή ευχαρίστησης, ολοκλήρωσης, προσέγγισης του άλλου, επιβεβαίωσης κ.ο.κ., γίνεται, με κριτήριο το κοινωνικά επιθυμητό, ένα ναρκοπέδιο απογοητεύσεων.
          Η πορεία αυτής της σεξουαλικής ωρίμασης φτάνει στον γάμο με την Εύα και στη διάθεσή-τους να κάνουν παιδί, παρά τις δυσκολίες. Αυτές λύνονται εν τέλει και έτσι οι αυνανιστικές απόπειρες, οι φιλήδονες προθέσεις, οι εμπειρίες που σχετίζονται με τη γενετήσια πράξη “κοινωνικοποιούνται” και “κανονικοποιούνται” στη φυσική τάση για τεκνοποιία. Ο Καβανόζης εκφράζει με σπαρακτικό και μαζί με χιουμοριστικό τρόπο (αυτοσαρκαστικό ίσως) τη στάση του ανθρώπου για το σώμα του και το σεξ. Ένιωσα τον σπασμό-του, ένιωσα την αγωνία-του, κράτησα το αγκομαχητό-του μέσα από πορνικές σκηνές αλλά και μέσω των συναισθηματικών-του λυγμών.

[Δανείστηκα τις φωτογραφίες για τη διακόσμηση του κειμένου από: www.gossip-tv.gr, sextantra.ru και www.zougla.gr]

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, September 22, 2015

“Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ” του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ

Η μεγάλη ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα συνεχίζεται και στον 20ό με έργα που δεν είναι πολύ γνωστά, με συγγραφείς που ξέφυγαν από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως ο Γκαζντάνοφ που έφυγε νωρίς για τη Γαλλία και εκεί έγραψε στα ρώσικα τα κείμενά-του.


Μαύρος καφές:
Гайто́ Ива́нович Газда́нов
“Призрак Александра Волфа”
1947-1948
Γκαϊτό Γκαζντάνοφ
“Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ”
μετ. Ε. Μπακοπούλου
εκδόσεις Αντίποδες
2015
 


          Μια εξαιρετική ιδέα, που φαίνεται τόσο αληθινή σαν να είναι πραγματική, δίνει το εναρκτήριο πυρ για να ξεκινήσει το μικρό αυτό μυθιστόρημα. Ο νεαρός πρωταγωνιστής θυμάται όταν πυροβόλησε θανάσιμα, κατά τη διάρκεια του ρωσικού Εμφυλίου πολέμου του 1917, έναν ιππέα και του πήρε το άλογο. Χρόνια αργότερα ανακαλύπτει, καθώς ζει στο Παρίσι, ένα διήγημα του Αλεξάντρ Βολφ, Άγγλου συγγραφέα, που αναφέρεται ακριβώς στο ίδιο περιστατικό από την πλευρά του νεκρού. Αναζητεί λοιπόν τον άφαντο διηγηματογράφο, για να μάθει πιο λεπτομερείς πληροφορίες, και σ’ αυτή-του την προσπάθεια συναντά διάφορους Ρώσους της εμιγκράτσια που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα μ’ αυτόν.
          Το ενδιαφέρον και ελκυστικό ξεκίνημα δίνει τη θέση-του σε μια άρτια περιγραφή του αγώνα πυγμαχίας μεταξύ ενός Γάλλου και ενός Αμερικανού (καθότι ο ήρωας είναι δημοσιογράφος στο Παρίσι) και την αφήγηση του έρωτά-του με τη Γιελένα Νικολάγιεβνα, Ρωσίδα της γαλλικής πρωτεύουσας. Ο αναγνώστης, παρόλο που αναγνωρίζει συγγραφική δεινότητα σ’ αυτές τις στροφές του δρόμου, νιώθει συνεχώς ότι αυτές οι παρεκβάσεις κάποτε θα κλείσουν και θα ξαναβρεθεί αντιμέτωπος με το αρχικό, υπαρξιακό ζήτημα. Περιμένει πότε θα εμφανιστεί ο Αλεξάντρ Βολφ…
          Κι όντως η εξέλιξη της ανάγνωσης ολοκληρώνει και εν μέρει απαντά στα εξής ερωτήματα, που είναι καθοριστικά για την κατανόηση και αξιολόγηση του μυθιστορήματος:
1.     Τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη μέρα του φόνου και πώς βρίσκεται ζωντανός ο Βολφ;
2.     Πώς ένα τέτοιο συνταρακτικό γεγονός μετέτρεψε έναν τυχοδιώκτη σε συγγραφέα;
3.     Ποια η συμβολή της μοίρας στην ανθρώπινη ζωή;


Το έργο από ενδιαφέρον ανάγνωσμα μετατρέπεται σταδιακά σε μυθιστόρημα ιδέων, καθώς η επανασυνάντηση αφηγητή και Βολφ προκαλεί αλυσιδωτές εξελίξεις, κυρίως σε επίπεδο φιλοσοφικής θέασης της ζωής. Ας τις δούμε βήμα βήμα:
Ως προς το πρώτο ερώτημα, η ιστορία εξελίσσεται με ομαλό τρόπο, χωρίς αδιέξοδα κυνήγια και μάταιες αναζητήσεις. Ο ήρωάς-μας συναντά τελικά τον ίδιο τον Βολφ και του αποκαλύπτει ποιος είναι, ενώ ο Βολφ αποδεικνύεται πλέον ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος, που έμαθε από τον παρ’ ολίγο θάνατό-του. Γλίτωσε βαριά τραυματίας, παρόλο που ο αφηγητής είχε πιστέψει απόλυτα ότι ήταν νεκρός, σώθηκε από τους φίλους-του και κατέφυγε εντέλει στην Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα στο Λονδίνο. Ο θάνατός-του ήταν λοιπόν μια αυταπάτη…
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, η σημασία-του μέσα στο βιβλίο είναι δευτερεύουσα αλλά μπορεί κανείς να πει ότι μια συγκλονιστική εμπειρία αλλάζει τη ροή της ζωής, ανατρέπει βεβαιότητες και μπορεί να στρέψει τον άνθρωπο σε μια νέα αρχή, μια συγγραφική απόπειρα και σε μια καλλιτεχνική αναζήτηση.
Στο τελευταίο ερώτημα συμπυκνώνεται όλο το νόημα του έργου, όπου οι απαντήσεις δεν είναι τόσο ρητές και γι’ αυτό η διασταύρωση του αναγνώστη με τα ερωτήματα αυτά γεννά και το πραγματικό ενδιαφέρον για το κείμενο. Ο Βολφ, επειδή έφτασε στο χείλος του θανάτου αλλά δεν πέθανε, άλλαξε τρόπο σκέψης και ζωής, συνάντησε τη μοίρα και την απέφυγε, φιλοσόφησε πάνω σ’ αυτήν και έφτιαξε, σύμφωνα με τα λόγια του αφηγητή, μια “ιδιότυπη φιλοσοφία”. Από την άλλη, ο δημοσιογράφος της ιστορίας-μας δεν ξεπέρασε ποτέ το γεγονός και πάντα αναρωτιόταν, τώρα πια πιο φιλοσοφημένα, τι θα γινόταν αν τον σκότωνε ο άλλος, τι αν τον σκότωνε αυτός, όπως μέχρι τώρα πίστευε. Η μοίρα και η τύχη καθορίζουν τη ζωή-μας κι εμείς χορεύουμε με βάση τον ρυθμό στον οποίο μας παίζουν.
Αυτή είναι η βασική θέση τουλάχιστον του Βολφ κι ο Γκαζντάνοφ τη θέτει στο τραπέζι για να τη σκεφτούμε. Η κατάληξη του έργου την επιβεβαιώνει, αφού ο άνθρωπος μπορεί γλιτώσει τη μοίρα-του περιστασιακά αλλά τελικά αυτή θα τον βρει.
Το έργο διατηρεί την καλογραμμένη υφή-του σε όλο-του το μήκος, στηρίζεται ώρες ώρες στην υποβλητική-του ατμόσφαιρα, απηχεί Πόε, όπως επισημαίνει ο Αστερίου στο επίμετρό-του, συνδυάζει μυστήριο και φιλοσοφία, εφαρμόζει όσα λέγονται με λόγια και παραβολές στην ίδια την υπόθεση… Το διάβασα με ενδιαφέρον και με νοητική διέγερση, ακόμα και στις παρεκβάσεις ήλπιζα (και δεν διαψεύστηκα) ότι θα γυρίσει στη βασική κοίτη, με έπεισε ότι έχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και αποζημιώθηκα διττά, αφηγηματικά και φιλοσοφικά, ασχέτως αν πιστεύω σ’ αυτήν τη μοίρα που προβάλλει ο Γκαζντάνοφ.
Άξιο!

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 16/7/2015 στον ιστότοπο In2life και εδώ αναδημοσιεύεται στολισμένο με φωτογραφίες που αντλήθηκαν από: www.pinterest.com (οι δύο πρώτες), www.aviapress.com, www.dailymail.co.uk, www.pinterest.com και www.taxi-library.org]

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 20, 2015

“Φύλλο μηδέν” του Ουμπέρτο Έκο


Πόσο τα ΜΜΕ προκαθορίζουν το γίγνεσθαι; Σήμερα, ημέρα εκλογών, βγαίνει το “Φύλλο μηδέν” ή θα μπορούσε να είναι η “Εκπομπή μηδέν”, καθώς τα ΜΜΕ επεμβαίνουν και επιχειρούν να καθορίσουν την πραγματικότητα. Η λογοτεχνία είναι για τον Έκο ένας τρόπος να εφαρμόσει τις θεωρητικές-του ιδέες, τόσο για τη δύναμη της γλώσσας και της αφηγηματικής κατασκευαστικότητας, όσο και για τα σημεία που διαμορφώνει ο άνθρωπος για να νοηματοδοτήσει τον κόσμο: έτσι γράφει ένα βιβλίο για τη δύναμη/αδυναμία του Τύπου να κατασκευάσει το είναι.


Espresso:
Umberto Eco
“Numero Zero”
Bompiani 2015
Ουμπέρτο Έκο
“Φύλλο μηδέν”
μετ. Έ. Καλλιφατίδη
εκδόσεις Ψυχογιός
2015
 


          Το βασικό θέμα που απασχολεί τον Έκο (νομίζω ότι μόνο σ’ αυτό το βιβλίο-του, αλλά εν μέρει ή εν όλω και σε άλλα) είναι η αλήθεια. Η δημοσιογραφική και η ιστορική αλήθεια. Πώς δηλαδή πλησιάζει ο άνθρωπος την πραγματικότητα, αν υπάρχει βέβαια η τελευταία, πώς την παρουσιάζει ή την πλάθει, πώς επινοεί ό,τι δεν ξέρει, πώς προβάλλει ως πραγματικότητα τη δική-του σύλληψη. Και η δημοσιογραφία των σημερινών μίντια είναι η φάμπρικα κατασκευών, άλλοτε σκόπιμων κι άλλοτε υποκειμενικά παραπλανητικών. Κι η ιστοριογραφία;
          Μια ομάδα δημοσιογράφων πειραματίζεται για έναν χρόνο πάνω σε μια φανταστική εφημερίδα με το όνομα “Αύριο”. Αν μπορέσει και ολοκληρωθεί το πλάνο, η εφημερίδα θα κυκλοφορήσει κανονικά την επόμενη χρονιά. Ωστόσο βασικός στόχος της ομάδας δεν είναι η αλήθεια, αλλά ο λαϊκισμός, η λασπολογία, η ωραιοποίηση, το στερεότυπο, η συμβατικότητα, η λασπολογία, με λίγα λόγια ό,τι θα τραβήξει την προσοχή των αναγνωστών, ασχέτως αν είναι πραγματικό ή πλαστό. Η δημοσιογραφία γίνεται λανθανόντως λογοτεχνία, όχι με το ίδιο καλαίσθητο ύφος, ούτε με τη ρητή διαβεβαίωση ότι γράφει φανταστικά σενάρια, αλλά με την υπόρρητη δήλωση ότι γράφει αλήθειες, ενώ ουσιαστικά λειτουργεί ευφάνταστα και επινοητικά.
          Και τότε, σκάει μια υποψία ότι ο Μουσολίνι είχε έναν σωσία, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο τις τελευταίες μέρες-του, όταν οι Σύμμαχοι απελευθέρωναν την Ιταλία. Κι όταν ανακοινώθηκε ο θάνατός-του, (τώρα “αποκαλύπτεται” ότι) στην ουσία νεκρός ήταν ο άλλος, ενώ ο Ντούτσε είχε φυγαδευτεί στην Αργεντινή. Ένα κλασικό σενάριο συνωμοσιολογίας που επιδέχεται πολλών ερμηνειών και δείχνει πόσο εύκολο είναι να πειστεί ο μέσος άνθρωπος από τα ΜΜΕ ότι κάτι κρύβεται που δεν του το λένε, αλλά πρέπει να το ξέρει.
          Ο Ιταλός συγγραφέας ποτέ δεν ήταν καθαρόαιμος λογοτέχνης και δεν κατάφερε απόλυτα στα μυθιστορηματικά-του έργα να στεγάσει τις ιδέες-του κάτω από μια λογοτεχνική σκεπή. Αντίθετα, κι αυτό ισχύει κι εδώ, υπερτερούν οι σημειολογικές-του αναφορές, η πλοκή υπάρχει μόνο όσο υπηρετεί τους διαξιφισμούς ιδεών, τα πρόσωπα σαν μαριονέτες κινούνται μέσα στο ιδεοπλαστικό πλαίσιο του Έκο. Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα της ίδρυσης μιας εφημερίδας και όλο το συμβολικό πεδίο που πλάθεται είναι πολύ εύστοχο, αφού αναδεικνύει με την υπερβολή και τη σκοπιμότητά-του τη διαφθορά των ΜΜΕ, τα υπόγεια παιχνίδια παραπλάνησης, τον λαϊκισμό-τους και τη διαστρέβλωση κάθε κανόνα δεοντολογίας, προς εξυπηρέτηση κάθε είδους προπαγάνδας.
Τελικά, το εγχείρημα αποτυγχάνει με μια δολοφονία, οργανωμένη από τα συμφέροντα που γεννούν και φοβούνται τη δημοσιογραφική “αλήθεια”.

[Δανείστηκα τις εικόνες που συνοδεύουν την ανάρτηση με τη σειρά παρουσίασης από: cuetherant.com, www.ips.org, www.lessignets.com και www.vvclassroom.com]

Πατριάρχης Φώτιος 

Thursday, September 17, 2015

“Η κρύπτη των καπουτσίνων” του Joseph Roth

Πρέπει στους θεωρούμενους μεγάλους συγγραφείς να δίνεις μια δεύτερη ευκαιρία. Να τους αφήσεις να σου ξαναμιλήσουν ώστε να διαμορφώσεις πιο σταθερή γνώμη και να εντάξεις τον λογοτέχνη στον χάρτη. Μετά τον “Ιώβ. Η ιστορία ενός απλού ανθρώπου”, που, μολονότι δείχνει συγγραφική τέχνη, μου είχε περάσει ένα ασφυκτικό κλίμα, το οποίο με απωθούσε, τώρα επανέρχομαι στον Ροτ με ένα, ομολογουμένως, καλύτερο έργο.


Cappuccino με σαντιγί:
Joseph Roth
“Die Kappuzinergruft”
1938

“Η κρύπτη των καπουτσίνων”
μετ. Μ. Αγγελίδου
εκδόσεις Άγρα
2014
 


          Σε αντίθεση με τον “Ιώβ. Η ιστορία ενός απλού ανθρώπου” (2013), το οποίο ήταν βαρύ, εν μέρει καταθλιπτικό και μελαγχολικό, “Η κρύπτη των καπουτσίνων” ξεκινά σαν ένα βιεννέζικο βαλς· σχετικά χαλαρό, ανάλαφρο, βγαλμένο από τον ανέμελο τρόπο ζωής των αριστοκρατών της πρωτεύουσας Βιέννης, που ζει το 1914, λίγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με μια διάθεση ελίτ (και στερεοτυπικού) καθωσπρεπισμού (μακριά από αδύναμους έρωτες, αγάπες στη μητέρα και θρησκευτικά πιστεύω), κοινωνικά αποδεκτού ευδαιμονισμού και διαρκούς διασκέδασης.
       Σ’ αυτό το κλίμα ζει ο αφηγητής Φραγκίσκος Φερδινάνδος (ή Σέρβους), εύπορος, αριστοκρατικός, νέος, περιπετειώδης, ελεύθερος, με γνωριμίες και με γενναιόδωρη διάθεση. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής, της τελευταίας χρονιάς της ισχυρής Αυστροουγγαρίας, παραθερίζει σε ένα μικρό χωριό, ονόματι Ζλότογκροντ, μαζί με τον καστανά Γιόζεφ Μπράνκο και τον Εβραίο αμαξά Μανές Ράιζινγκερ. Κι όταν ξεσπάει ο Πόλεμος, επιλέγει, αντί να καταταγεί με την αριστοκρατία της Βιέννης, να ενταχθεί στο 35ο σύνταγμα της Γαλικίας μαζί με τους λαϊκούς φίλους-του. Αν ήταν μια νεανική εφήμερη σκέψη, τότε ο ήρωάς-μας ήταν ρηχός και ξέγνοιαστος όπως πάντα· αν όμως ήταν μια συνειδητή απεξάρτηση από τα “βουτυρόπαιδα” της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τότε ο Φραγκίσκος καταλάβαινε από τότε τη διαφθορά των Αυστριακών που θα οδηγούσε στη φθορά της Αυτοκρατορίας. Αν τα σχόλιά-του για την τρυφηλή Βιέννη ήταν σκέψεις των είκοσι κάτι ετών-του, τότε εξ αρχής ο πρωταγωνιστής ήταν πιο συνειδητοποιημένος απ’ ό,τι φαινόταν. Αν όμως τα σχόλιά-του είναι εκ των υστέρων σκέψεις της ώριμης ηλικίας του αφηγητή, τότε η ζωή τον ωρίμασε the hard way, που λένε και οι Αμερικάνοι.
          Η κρύπτη των καπουτσίνων έχει μέσα-της το νεκρό σώμα του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ κι ανάλογα “Η κρύπτη των καπουτσίνων” ενταφιάζει την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και την αριστοκρατική-της τάξη. Ενώ δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου σε μάχες και πολεμικές ιαχές, το έργο του Ροτ ανήκει σ’ αυτό το είδος της λογοτεχνίας το οποίο έχει ως κέντρο-του τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος διέλυσε κυριολεκτικά την έως τότε ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων. Έτσι, ο αριστοκράτης πρωταγωνιστής “Σέρβους”, επιστρέφοντας από τον πόλεμο τέσσερα χρόνια μετά, συναντά ένα άλλο τοπίο: η Αυστροουγγαρία είναι διαλυμένη, το πλούσιο σπίτι-του να διατηρεί μόνο την επίπλαστη και κούφια αρχοντιά-του, η αριστοκρατία να έχει καταρρεύσει και να έχει αναδειχθεί μια νέα αστική τάξη, η γυναίκα-του να έχει κόψει τα μαλλιά-της, να είναι λεσβία και να διατηρεί κατάστημα με είδη εφαρμοσμένης τέχνης, τα οποία και εμπορεύεται…

          Το βιβλίο αφορά στο πριν και το μετά του πολέμου· αφορά στην πτώση μιας αυτοκρατορίας· αποτελεί το requiem του 19ου αιώνα και τη σκληρή επανέναρξη μιας νέας εποχής, λιγότερο ανέμελης, λιγότερο ελαφριάς, βγαλμένης από τη σκόνη μιας εκκωφαντικής κατάρρευσης. Κι ο αναγνώστης βλέπει την αλλαγή με την επιστροφή του ήρωα σε έναν κόσμο τον οποίο δεν αναγνωρίζει και ο οποίος δεν τον αναγνωρίζει. Η μελαγχολία, η απογοήτευση, η μουντάδα έρχεται σαν βαριά συννεφιά να επισκιάσει όλο το προηγούμενο μεγαλείο, αλλά και να θάψει τον ρομαντισμό, την αφελή αισιοδοξία, τον παρωχημένο ιδεαλισμό, που πρυτάνευαν μέχρι το 1914. Το αρχοντικό σπίτι μετατρέπεται σε πανσιόν και ο κόσμος αλλάζει με ραγδαίο, βάναυσο, απόλυτο τρόπο και περνά σε μια πιο προσγειωμένη, ρεαλιστική και στεγνή από μεγαλείο φάση.
          Συνδέουν το βιβλίο με το “Εμβατήριο του Ραντέτσκυ”· ενώ εκεί τα πράγματα είναι επικά, εδώ είναι ελεγειακά. Κι έτσι μένει μια ωχρή, σαν αποκαΐδια από σβησμένη φωτιά, κάπνα να θυμίζει τι υπήρχε προηγουμένως…

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 8/9/2015. Εδώ αναδημοσιεύεται με εικόνα κορυφής τον πίνακα του Josef Engelhart "Η Βιέννη το 1918", ενώ οι υπόλοιπες εικόνες αντλήθηκαν από: derstandard.at, www.bbc.co.uk και kultur-online.net]

          Πατριάρχης Φώτιος