Wednesday, October 29, 2008

Καφές πολίτικος: Πέτρος Μάρκαρης

Πέτρος Μάρκαρης
“Παλιά, πολύ παλιά”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2008


Παπαδιαμαντική συμπάθεια

Ο Μάρκαρης ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη και σε συνεργασία με τον Τούρκο συνάδελφό του προσπαθεί να επιλύσει το αίνιγμα: πού κρύβεται η Μαρία Χάμπου, γηραιά Ελληνίδα της Πόλης, που σκοτώνει Έλληνες και Τούρκους, και γιατί το κάνει.
Το κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ειδικά σ’ αυτό το έργο του Μάρκαρη, δέχεται ισχυρά πλήγματα. Καταρχάς, η δράστις είναι γνωστή και επομένως το αίνιγμα είναι το πού και το γιατί. Δεύτερον, αναμενόμενο για τον συγγραφέα, το βάρος μετατίθεται σε μια αστική ηθογραφία της Πόλης (βλ. Ιορδανίδου με τη “Λωξάνδρα” ή τον Κ. Πολίτη με το “Χατζηφράγκου” για τη Σμύρνη). Η γεμάτη καθυστερήσεις αφήγηση αναφέρεται στις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των Κωνσταντινουπολιτών και εκεί το μυθιστόρημα κερδίζει σε μαγεία.
Από εκεί ξεκινά και η παπαδιαμαντική συμπάθεια (μια επαμφοτερίζουσα στάση όπως στην “Φόνισσα”) που μένει στο τέλος για την φόνισσα του έργου. Οι πράξεις της αιτιολογούνται ως απολογισμός ζωής (τιμωρία για όσους θεωρούσε ένοχους και δώρα για όσους εκτίμησε τη θετική στάση τους), ως ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Οι Ρωμιοί της Πόλης (σαν σαλάμι ανάμεσα στους Ελλαδίτες και τους Τούρκους, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μάρκαρης) δεινοπάθησαν τη δεκαετία του ’40 και του ’50 και στο πρόσωπο της Χάμπου εκδικούνται όσους Έλληνες και Τούρκους εκμεταλλεύτηκαν την ανάγκη τους αγοράζοντας επί πινακίου φακής την περιουσία όσων έφευγαν στην Ελλάδα. Στο τέλος η Χάμπου αποκαλύπτεται αλλά δεν συλλαμβάνεται, αφού ήδη την είχε κτυπήσει ο καρκίνος και έτσι την άφησαν να πεθάνει ήσυχα. “Μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης”, λέει ο Παπαδιαμάντης για την ηρωίδα του. Κι ο Μάρκαρης, που πάντα καυτηρίαζε τον εγκληματία και αναζητούσε τα συμπτώματα της κρίσης, “δικαιολογεί” τη δική του φόνισσα εξηγώντας έμμεσα μέσω της κοινής γνώμης πόσο απάνθρωποι φέρθηκαν μερικοί στη δοκιμασία των Ρωμιών που αποφάσισαν άρον άρον να εγκαταλείψουν την πόλη τους.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, October 25, 2008

Αποτελέσματα Στατιστικής για τη Βιβλιοφιλία

Αποτελέσματα για ... βιβλιοκαταβροχθείς!

Καταρχάς, θέλω να ευχαριστήσω όλους όσοι συμμετείχαν. Ξέρω καλά πως δεν είμαστε αντιπροσωπευτικό δείγμα και πως δεν έχουμε όλοι την πλέον αντικειμενική γνώμη για τον εαυτό μας. Τα αποτελέσματα τουλάχιστον δείχνουν τάσεις στους κύκλους των βιβλιόφιλων μπλογκς.
Απάντησαν 13 άτομα:
1. Goloib
2. Pellegrina
3. Ναυτίλος
4. Πόλυ Χατζημανωλάκη
5. Anagnostria
6. Εύα Στάμου
7. Kafeini
8. Παναγιώτης Κονιδάρης
9. Λάκης Φουρουκλάς
10. Akamas
11. Κοπρόγατα
12. Πατριάρχης Φώτιος
13. Αλέξανδρος

Ακολουθούν λίστες με τους μέσους όρους ανά ερώτημα:

1. Τι είδους βιβλία διαβάζετε (σε ποσοστό);

α. λογοτεχνικά: 62,5 %
β. ιστορικές μελέτες: 10 %
γ. ψυχολογικά: 4 %
δ. επιστημονικά άλλων επιστημών πλην των παραπάνω: 17 %
ε. θρησκευτικά: 1 %
ς. άλλου είδους: 5,5 %

2. Τι είδους λογοτεχνία διαβάζετε (σε ποσοστό);

α. ελληνική πεζογραφία: 34 %
β. ξένη πεζογραφία: 50 %
γ. ποίηση: 12%
δ. θέατρο: 4 %

3. Πόσα βιβλία διαβάζετε περίπου τον μήνα; (πολλαπλή επιλογή)

Κάτω από 2: 0
3-5: 6
6-10: 7
Πάνω από 10: 1

4. Πόσες ώρες διαβάζετε βιβλία κατά μέσο όρο την ημέρα; (πολλαπλή επιλογή)

Κάτω από 0,5 ώρα: 0
0,5 – 1 ώρες: 0
1 – 2 ώρες: 8
Πάνω από 2 ώρες: 5


5. Πού διαβάζετε; (σε ποσοστό)

α. στο σπίτι σας: 80%
β. στη δουλειά: 8 %
γ. στα μέσα συγκοινωνίας: 3 %
δ. σε ανοικτούς χώρους: 4 %
ε. αλλού: 5 %

6. Από πού προμηθεύεστε τα βιβλία σας; (σε ποσοστό)

α. βιβλιοπωλεία (καταστήματα ή ηλεκτρονικά): 86 %
β. δανειστικές βιβλιοθήκες: 10 %
γ. φίλους και γνωστούς: 4 %
δ. με άλλους τρόπους: 0

7. Τι σας επηρεάζει ώστε να αποφασίσετε να διαβάσετε ένα βιβλίο; (σε ποσοστό)

α. κριτικές εφημερίδων: 20 %
β. ιστολόγια: 14 %
γ. γνώμες φίλων: 7 %
δ. το όνομα του συγγραφέα και τα προηγούμενα βιβλία του: 26 %
ε. οι βραβεύσεις του: 0,5 %
ς. οι πωλήσεις του: 0
ζ. η ανάγνωση του οπισθόφυλλου: 18,5 %
η. κάτι άλλο: 14 %

8. Με τι κριτήρια κρίνετε ένα βιβλίο, καθώς το διαβάζετε; (σε ποσοστό)

α. την πλοκή και αφηγηματικές αρετές: 25 %
β. το θέμα και χειρισμός του: 28,5 %
γ. τη γλώσσα και το ύφος: 19,5 %
δ. τους χαρακτήρες και η ψυχογράφησή τους: 10,5 %
ε. την πρωτοτυπία του που σε αιφνιδιάζει: 10 %
ς. κάτι άλλο: 6,5 %

9. Όταν διαβάζετε, αναζητείτε «βοήθεια»; (σε ποσοστό)

α. συζητήσεις με φίλους: 12,5 %
β. κριτικές, μελέτες, παρουσιάσεις ιστολογίων κ.ο.κ.: 22,5 %
γ. κάτι άλλο: 0
δ. τίποτα: 65 %

10. Πόσο συχνά αποφασίζετε να παρατήσετε ένα βιβλίο πριν το τελειώσετε; (πολλαπλή επιλογή)
α. πολύ σπάνια: 3
β. ελάχιστες φορές: 6
γ. μερικές φορές: 4
δ. συχνά: 0

Συμπεράσματα:
Τα συμπεράσματα αναφέρονται στους θαμώνες του Βιβλιοκαφέ και μόνο, αφού, όπως είναι φυσικό, αν γινόταν η δημοσκόπηση αυτή σε ένα λ.χ. ιστορικό ιστολόγιο, θα είχαμε άλλα αποτελέσματα.
1) Η λογοτεχνία κερδίζει τη μερίδα του λέοντος στις προτιμήσεις των βιβλιόφιλων. Οι φίλοι του Πατριάρχη είναι …αθεόφοβοι, αφού δεν διαβάζουν θρησκευτικά έργα, και ασχολούνται με την επιστήμη, φαντάζομαι ως ευρύτερη ή ειδικότερη παιδεία.
2) Η πεζογραφία κυριαρχεί σε σχέση με την ποίηση και το θέατρο, όπως είναι φυσικό σε μια κοινωνία που παραγκωνίζει την ποίηση προς όφελος κυρίως του μυθιστορήματος. Η ξένη λογοτεχνία είναι υπέρτερη σε επιλογές (50 %) σε σχέση με την ελληνική (34 %), γεγονός που χρήζει σχολιασμού.
3-4) Με 5-7 βιβλία κατά μέσο όρο και τουλάχιστον πάνω από μία ώρα τη μέρα διάβασμα, βρισκόμαστε σε πολύ καλό σημείο σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες. Μήπως είμαστε Φιλανδοί;
5) Στο μεγαλύτερο ποσοστό διαβάζουμε στο σπίτι μας. Τα μέσα συγκοινωνίας δεν προτιμώνται (γενικά ή ειδικότερα για διάβασμα;), ενώ ούτε το Βιβλιοκαφέ μας (ή άλλο καφενεδάκι) χρησιμοποιείται για αυτό το σκοπό. Μήπως εκεί απλώς συζητάμε;
6) Δυστυχώς για την ελληνική κοινωνία, οι βιβλιοφάγοι της σαν κι εμάς αναγκάζονται να αγοράσουν τα βιβλία τους, αφού ο δανεισμός υστερεί κατά πολύ.
7) Τα ποσοστά εδώ είναι εξαιρετικά μοιρασμένα: μετράει πολύ το όνομα και η ποιότητα του συγγραφέα ως άξονας που δημιουργεί προσδοκίες για το νέο του βιβλίο. Σχεδόν το ίδιο επηρεάζουν οι κριτικοί των εφημερίδων αλλά και η προσωπική γνώμη από το οπισθόφυλλο (και ίσως το ξεφύλλισμα), ενώ τα ιστολόγια συνεισφέρουν κι αυτά με τη σειρά τους. Το θετικό είναι ότι δεν εμπιστευόμαστε τα μπεστ-σέλερ…
8) Μοιρασμένες οι απαντήσεις εξίσου: ο αναγνώστης δεν επιμένει μονόπλευρα σε ένα χαρακτηριστικό του βιβλίου, αλλά τον ενδιαφέρει πρώτιστα το θέμα (δεν έχουν εξαντληθεί ήθελα να ’ξερα;), η πλοκή και η αφήγηση, η γλώσσα και το υφολογικό ντύσιμο.
9) Η πιο παρεξηγημένη ερώτηση: διαβάζουμε ένα βιβλίο και δεν μπαίνουμε στον πειρασμό να ψάξουμε στο διαδίκτυο για άλλες γνώμες ή να μιλήσουμε με φίλους που το διαβάζουν παράλληλα ή το έχουν ήδη διαβάσει; Έτσι, φαίνεται αφού οι περισσότεροι (65 %) δεν το πολυψάχνουν, ενώ αρκετοί (35 %) διασταυρώνουν την άποψή τους με γνώμες τρίτων.
10) Παρατάμε το βιβλίο από σπάνια έως (στη χειρότερη περίπτωση) μόνο μερικές φορές. Είμαστε συντηρητικοί; Πείσμονες; Ευγενικοί; Υπομονετικοί; Κάνουμε καλές επιλογές; Σεβόμαστε υπερβολικά τον μόχθο του άλλου; Αρνούμαστε να πιστέψουμε ότι ξοδέψαμε άσκοπα τα λεφτά μας;
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, October 23, 2008

Μέτριος με λίγο γάλα: Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
“Η ανακάλυψη της σκιάς”
εκδόσεις Καστανιώτη
2008



Ας παρακολουθήσουμε το βιβλίο από τη σκοπιά του συγγραφέα. Ας προσπαθήσουμε με άλλα λόγια να ακολουθήσουμε την πορεία συγγραφής του και τις προθέσεις του δημιουργού.
Ξεκινά με μια ιδέα. Ποια όμως; Ένας μέσος άνθρωπος που κάνει τη δική του επανάσταση; Η δικτατορία και τρόποι αντίστασης; Ένας άνθρωπος μεταξύ ηρωισμού και απαξίωσης; Ειλικρινά δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η όλη σύλληψη.
Συνεχίζουμε. Τρόπος πραγμάτωσης. Ο Τζαμιώτης γενικά γράφει δύσκολα, απαιτητικά, ανορθόδοξα πολλές φορές, κρυπτικά όσο και ιδεοληπτικά. Στήνει σκηνικά μέσα στα οποία κινούνται ιδέες, χωρίς να προβάλλονται σαφώς πίσω από μια εύληπτη υπόθεση. Εδώ τι έκανε; Πάντως όχι μανιέρα με μπούσουλα τα προηγούμενα έργα του. Ελεύθερος πλάγιος λόγος που παρακολουθεί τις σκέψεις του Ιγνάτιου Γεωργίου αλλά και πλάγια απόδοση των διαλόγων των προσώπων του. Θυμίζει πάρα πολύ έντονα τον Σαραμάγκου. Μα πάρα πολύ σε σημείο που να πιστεύω ότι δοκίμασε να ακολουθήσει σ’ αυτό το έργο τα ίχνη του.
Επιπλέον, κάτι που πάντα χαρακτήριζε τη γραφή του, έδωσε μεγάλη έμφαση στη λεπτομέρεια. Ένα γεγονός διάρκειας ενός λεπτού, δέκα λεπτών, μικρό τέλος πάντων, γίνεται αντικείμενο πολλαπλάσιας αφήγησης με εστίαση σε σκέψεις και μικρές ασήμαντες πλευρές, πιθανότητες και ολιγόσειρες περιγραφές. Το επέλεξε ή έτσι του βγήκε; Ελιτισμός ή ανάγκη, κρυπτικότητα ή υπολανθάνουσα αποκάλυψη;
Έχουμε λοιπόν την ιδέα που γεννήθηκε στο μυαλό του και τον τρόπο πραγμάτωσής της. Προχωράμε. Ο ήρωας δουλεύει ως δάσκαλος της νοηματικής και με τη μεσολάβηση υψηλά ιστάμενου προσώπου ως παρουσιαστής δελτίου ειδήσεων για κωφούς. Η αίσθησή του πως, ενώ θεωρείται σημαίνον τηλεοπτικό πρόσωπο, μέσα στο κανάλι αμφισβητείται τον ωθεί να κάνει παρασπονδίες, καθώς άλλα εκφωνεί η παρουσιάστρια κι άλλα, πιο κοντά στην αλήθεια, δείχνει αυτός με τα χέρια του. Κάποιοι τον καταλαβαίνουν και προσπαθούν να δουν ποιοι (μια συνωμοσία) κρύβονται πίσω από αυτόν, ενώ ο ίδιος επιμένει ότι ό,τι έκανε το έκανε μόνος του. Ως υπόθεση, και ειδικά τοποθετημένη μέσα στο ολοκληρωτικό καθεστώς της επταετίας 1967-1974, είναι πολύ ιντριγκαδόρικη και ιδεολογικά κραταιή.
Στην πράξη τι εισπράττει ο αναγνώστης; Μια αργόσυρτη αφήγηση, κεφάλαιο με κεφάλαιο να προχωρά αλλά ταυτόχρονα να κωλυσιεργεί, με ιδέες αμφίσημες και γεγονότα συγκεχυμένα: είναι ήρωας ή τυχαία επαναστάτης; Είναι αμφισβητίας του συστήματος ή αγανακτισμένος εργαζόμενος; Το τέλος τον αφήνει μετέωρο μεταξύ τιμωρίας από τους ιθύνοντες (άρα ήρωας) και ασυλίας από τους ισχυρούς φίλους του (άρα βολεμένος). Ο προβληματισμός παρότι ισχυρός δεν οδηγεί σε διέξοδο.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, October 18, 2008

Δημοσκόπηση βιβλιοφιλίας

Στα τραπεζάκια του Βιβλιοκαφέ θα συναντήσετε σήμερα ένα ερωτηματολόγιο, προκειμένου να αποτυπώσουμε τις αναγνωστικές συνήθειες των βιβλιόφιλων θαμώνων. Σημειώστε, παρακαλώ, τον αριθμό κάθε ερώτησης και δίπλα το γράμμα της απάντησης ή το ποσοστό %, ώστε το συνολικό ποσοστό των απαντήσεών σας να αθροίζεται στο 100%.

1. Τι είδους βιβλία διαβάζετε (σε ποσοστό);
α. λογοτεχνικά
β. ιστορικές μελέτες
γ. ψυχολογικά
δ. επιστημονικά άλλων επιστημών
ε. θρησκευτικά
ς. άλλου είδους (διευκρινίστε τι ακριβώς)

[απάντηση: π.χ. 1. α. 60%, β. 5%, γ. 25%, δ. 0%, ε. 10% (ιατρικά): σύνολο 100%]

2. Τι είδους λογοτεχνία διαβάζετε (σε ποσοστό);
α. ελληνική πεζογραφία
β. ξένη πεζογραφία
γ. ποίηση
δ. θέατρο

3. Πόσα βιβλία διαβάζετε περίπου τον μήνα; (πολλαπλή επιλογή)
α. μέχρι 2
β. 2-5
γ. 6-10
δ. πάνω από 10

4. Πόσες ώρες διαβάζετε βιβλία κατά μέσο όρο την ημέρα; (πολλαπλή επιλογή)
α. κάτω από 1/2
β. 1/2 – 1 ώρα
γ. 1 – 2 ώρες
δ. πάνω από 2 ώρες


5. Πού διαβάζετε; (σε ποσοστό)
α. στο δωμάτιό σας
β. στη δουλειά
γ. στα μέσα συγκοινωνίας
δ. σε ανοικτούς χώρους
ε. αλλού (αναφέρετε)

6. Από πού προμηθεύεστε τα βιβλία σας; (σε ποσοστό)
α. βιβλιοπωλεία (καταστήματα ή ηλεκτρονικά)
β. δανειστικές βιβλιοθήκες
γ. φίλους και γνωστούς
δ. με άλλους τρόπους

7. Τι σας επηρεάζει ώστε να αποφασίσετε να διαβάσετε ένα βιβλίο; (σε ποσοστό)
α. κριτικές εφημερίδων
β. ιστολόγια
γ. γνώμες φίλων
δ. το όνομα του συγγραφέα και τα προηγούμενα βιβλία του
ε. οι βραβεύσεις του
ς. οι πωλήσεις του
ζ. η ανάγνωση του οπισθόφυλλου
η. κάτι άλλο (αναφέρετε)

8. Με τι κριτήρια κρίνετε ένα βιβλίο, καθώς το διαβάζετε; (σε ποσοστό)
α. την πλοκή και αφηγηματικές αρετές
β. το θέμα και χειρισμός του
γ. τη γλώσσα και το ύφος
δ. τους χαρακτήρες και η ψυχογράφησή τους
ε. την πρωτοτυπία του που σε αιφνιδιάζει
ς. κάτι άλλο (αναφέρετε)

9. Όταν διαβάζετε, αναζητείτε «βοήθεια»; (σε ποσοστό)
α. συζητήσεις με φίλους
β. κριτικές, μελέτες, παρουσιάσεις ιστολογίων κ.ο.κ.
γ. κάτι άλλο
δ. τίποτα

10. Πόσο συχνά αποφασίζετε να παρατήσετε ένα βιβλίο πριν το τελειώσετε; (πολλαπλή επιλογή)
α. πολύ σπάνια
β. ελάχιστες φορές
γ. μερικές φορές
δ. συχνά

Ευχαριστώ για την υπομονή σας και συγγνώμη για τα τυχόν λάθη (δεν είμαι στατιστικολόγος!).
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, October 15, 2008

Γαλλικός καφές με γάλα: Δημήτρης Μπουραντάς

Δημήτρης Μπουραντάς
“Όλα σου τα ’μαθα, μα ξέχασα μια λέξη”
εκδόσεις Πατάκη
2008


Ακούς συνέχεια γι’ αυτό το βιβλίο. Το βλέπεις στα ευπώλητα, αλλά το εντοπίζεις πού και πού σε κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις. Εμφανίζεται σαν το λογοτεχνικό βιβλίο που με φιλοσοφικό αλλά εύληπτο τρόπο καταφέρνει να περάσει στον αναγνώστη την αισιοδοξία ότι όλα είναι εφικτά –με αγώνα- στη ζωή. Με μαθήματα ηγεσίας ενταγμένα στο πλαίσιο της αφήγησης ο συγγραφέας πλέκει την ιστορία ενός καθηγητή πανεπιστημίου και μιας φοιτήτριάς του, η οποία παρά τις δυσκολίες κατάφερε να αδράξει τη μέρα και σταδιακά να ανέβει στην ιεραρχία μέχρι την κορυφή.
Η Ελ. Γκίκα στο Έθνος (το άρθρο της στο kritikohroma.blogspot.com/2008/10/blog-post_01.html) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο συγγραφέας πραγματώνει ένα άρτιο έργο «παραθέτοντας άλλοτε δοκιμιακά και άλλοτε αλληγορικά τις γνώσεις του, καθώς και τη δική του πείρα ζωής, χωρίς να στερείται αφηγηματικής ικανότητας». Και πιο κάτω: «Με μια στέρεη ιστορία αυτή του Νίκου και της Άννας, με φιλοσοφικούς προβληματισμούς που ακτινογραφούν τους νέους καιρούς, με χαρακτήρες που διαγράφουν όλη τη διαδρομή για την αυτογνωσία, αναζητώντας ταυτοχρόνως και την εθνική μας ταυτότητα και με μοντέρνα δομή, ο Δημήτρης Μπουραντάς υπογράφει ένα σύγχρονο και ταυτοχρόνως τόσο παλιό όσο η ανθρώπινη ύπαρξη, μυθιστόρημα
Μου φαίνεται ότι πρέπει να αλλάξουμε τα κριτήριά μας για το τι είναι λογοτεχνία και τι όχι, τι φαντάζει καλό με τον μανδύα της αφήγησης και τι είναι απλώς εκλαϊκευμένα μαθήματα μάνατζμεντ. Γιατί ο Μπουραντάς κάνει το δεύτερο και όχι το πρώτο, αποτυγχάνει ως πεζογράφος αλλά πετυχαίνει ως εμψυχωτής. Εξηγούμαι:
1. Μηδέν φιλοσοφικοί συλλογισμοί: το βιβλίο είναι μια εκλαϊκευμένη παράδοση με άφθονα παραδείγματα και πολλή θεωρία. Καλό ως παιδαγωγικό μέσο αλλά όχι ως λογοτεχνία.
2. Η αφήγηση είναι αδύναμη. Το τετριμμένο θέμα του Πυγμαλίωνα και της ευνοούμενής του που με κόπους φτάνει στους στόχους της: πολύ κοινότοπο και πολύ απλοϊκά γραμμένο. Μια αφηγηματική γραμμικότητα που σπάει με άτεχνες αναδρομές και αφελή εγκιβωτισμένα αφηγήματα. Η ουσιαστική δράση, οι συγκρούσεις που βγαίνουν αβίαστα, οι χαρακτήρες με πραγματικά εσωτερικά διλήμματα και όχι με στημένα δίπολα είναι στοιχεία λογοτεχνικά ανύπαρκτα.
[Παρατηρείται πολύ συχνά να εμφανίζονται ειδικοί και επαγγελματίες από άλλους χώρους, να γράφουν λογοτεχνικά έργα εμπλουτίζοντάς τα με ιδέες από τον δικό τους χώρο (καθόλα θεμιτό κάτι τέτοιο), αλλά χωρίς αίσθηση του τι είναι λογοτεχνία, τι αφήγηση με τις όποιες τεχνικές της, χωρίς να έχουν διαβάσει άλλους ποιοτικούς πεζογράφους, για να δουν πού θα στοχεύσουν. Ικανοποιούνται λοιπόν με το ξετύλιγμα της ιστορίας τους, χωρίς συνείδηση των απαιτήσεων]
3. Πλήρης εξωραϊσμός και εξιδανίκευση. Προφανώς τα πράγματα στο πανεπιστήμιο είναι περισσότερο διεφθαρμένα απ’ όσο φαίνεται, αφού δεν υπάρχει αξιοκρατία, ούτε συγκινούνται οι καθηγητές με την αξία κανενός, αν δεν είναι δικός τους. Το καλό και άξιο παιδί που πετυχαίνει στη ζωή, παρόλο που ξεκίνησε λούστρος, είναι μια κοινοτοπία από παλιά ελληνική ταινία, αλλά πλέον φαίνεται ουτοπική. Όχι ότι δεν υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, αλλά το βασικό στη λογοτεχνία είναι ΠΩΣ το λέει κανείς και όχι τι λέει. Κι ο Μπουραντάς μένει στο δεύτερο.
Αν κρίνω από τα σήριαλ που παίζονται στην τηλεόραση, τα οποία βασίζονται στην αισιοδοξία των παραμυθιών (Μαρία η άσχημη: “Το ασχημόπαπο”) και στην κοινοτοπία των στερεότυπων, τότε καταλαβαίνω γιατί το βιβλίο έχει πέραση και πώς διαμορφώνονται τα λογοτεχνικά γούστα στην Ελλάδα.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, October 12, 2008

Λεμονάδα: βιβλιανάγνωση

Είναι η ποσότητα αναγνωσμένων τίτλων κοινωνικό εφόδιο;

Ξαναδιατυπώνω το ερώτημα του τίτλου: είναι εφόδιο κύρους και κοινωνικού status η ανάγνωση πολλών βιβλίων; Υπολογίζεται κανείς που διαβάζει πολλούς τίτλους σαν ένας άνθρωπος με ποιότητα, με παιδεία και με ευρύτητα πνεύματος;
Τα ερωτήματα προέκυψαν με αφορμή το πολυσυζητημένο βιβλίο του Πιερ Μπαγιάρ «Πώς να μιλάτε για βιβλία που δεν έχετε διαβάσει». Το βιβλίο θέτει πολλά ενδιαφέροντα ζητήματα γύρω από την κοινωνιολογία της ανάγνωσης αλλά εγώ στάθηκα περισσότερο στο πόσο σημαντική είναι η ανάγνωση, όχι ως πνευματικό εφόδιο αλλά ως κοινωνικό εισιτήριο σε εκδηλώσεις, παρέες, κοσμικές συγκεντρώσεις κ.ο.κ., που ενδιαφέρεται κανείς να δείξει ότι έχει διαβάσει ενώ δεν έχει.
Αν συμβαίνει αυτό (επαναλαμβάνω δεν στέκομαι στην ουσία του βιβλίου: τι διαβάζει κανείς, πόσο καλά ή πόσο αποσπασματικά, ποια βιβλία ξεχνάμε κ.ο.κ.), τότε το βιβλίο είναι υψηλό αγαθό και η κοινωνία μας του αποδίδει ιδιαίτερη αξία. Όπως δηλαδή σε ειδικούς κύκλους μπορεί κανείς να περηφανευτεί για το πόσες γκόμενες είχε, σε άλλους για το πόσα αυτοκίνητα έχει οδηγήσει, έτσι και σε (μερικές έστω) περιπτώσεις το να έχεις μια πλούσια συλλογή αναγνωσμάτων είναι διαβατήριο καλής φήμης. Αν ισχύει αυτό έστω και ως επίφαση, έστω και ως νεοπλουτισμός (δηλαδή έχω μια τεράστια βιβλιοθήκη, αλλά δεν την έχω διαβάσει όλη, αλλά θέλω να δείξω κουλτούρα ή χρησιμοποιώ τα αναγνωστικά μου βιώματα), τότε ακόμα η πνευματικότητα είναι εφόδιο ζωής. Τότε η κοινωνία θαυμάζει τον φιλομαθή και το βιβλίο δεν θεωρείται απλώς μανία των κουλτουριάρηδων αλλά απαραίτητο λούστρο που ανεβάζει το ίματζ.
Δυστυχώς δεν το πιστεύω! Και το σημερινή ρεπορτάζ της Καθημερινής δείχνει ότι στην οικονομική κρίση ο Νεοέλληνας θα κόψει το βιβλίο, αλλά όχι το γήπεδο, το κλαμπ, το ακριβό ρούχο και το χλιδάτο τζιπ.

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, October 09, 2008

Καφές με βότκα: Γιάγκος Ανδρεάδης

Γιάγκος Ανδρεάδης
“Λαθρέμποροι. Ιστορίες κλεμμένες από άλλους”
Εκδόσεις Τόπος
2008


Λαθρέμποροι, κοντραμπατζήδες, χαφιέδες, ρουφιάνοι, καταδότες, μυστικές υπηρεσίες, αντάρτες και άλλοι παρόμοιοι τύποι παρελαύνουν μέσα στη σειρά αφηγήσεων στο βιβλίο του Γιάγκου Ανδρεάδη “Λαθρέμποροι” με τον υπότιτλο “μυθιστορία”. Κι είναι αυτός ο υπότιτλος που υπαγορεύει ότι στις προθέσεις του συγγραφέα ενυπάρχει μια μεγαλύτερη συνεκτικότητα από αυτή που θα υπαγόρευε η εναλλακτική τιτλοφόρηση “συλλογή διηγημάτων”.
Ο κόσμος των ηρώων, των αντιηρώων και των αρνητικών ηρώων του Ανδρεάδη δεν συστήνει ακριβώς αυτό που θα ονομάζαμε περιθώριο. Από τη μία, όντως έχουμε ανθρώπους που για ιδεολογικούς ή βιοτικούς λόγους καταφεύγουν στο λαθρεμπόριο, λειτουργούν εκτός της εκάστοτε νομιμότητας, ζουν με ύποπτους τρόπους και άνομα μέσα. Την ίδια στιγμή όμως ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι όλοι αυτοί δεν παρανομούν από ανηθικότητα ή αντικοινωνική ιδιοσυγκρασία. Είναι ένας χώρος που δεν αναδίδει οσμές διαφθοράς και σήψης, δεν κινείται με σκοτεινά μέσα, όσο κι αν η συμπεριφορά τους κρίνεται τυπικά άνομη και παραβατική. Παρακολουθώντας τους μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που κάθε αφήγηση δημιουργεί, βρίσκεται κανείς σε αμηχανία, καθώς αυτό που στην τρέχουσα ηθική ορίζεται ως κέντρο και ως περιθώριο δεν ισχύει με τους ίδιους όρους στο μυθοπλαστικό πλαίσιο.
Ας γίνω πιο σαφής: καταρχάς, οι εμφυλιακοί αντίλαλοι φέρνουν ξανά στο προσκήνιο το δίκιο της αριστεράς και της δεξιάς, όχι όμως αναγκαστικά με βάση τα δημιουργημένα στερεότυπα αλλά με πολλές αμφιβολίες για την ηθική κάθε παράταξης και τη βαθύτερη δικαίωσή της μέσα στην ιστορία. Ποιος είναι δηλαδή ο νόμιμος και ποιος ο παράνομος δεν είναι a priori ξεκαθαρισμένο. Αντίστοιχα, το πρόσφατο δικτατορικό πλαίσιο της ολοκληρωτικής κυβέρνησης και των αντιφρονούντων τοποθετεί το νόμιμο και ηθικά δικαιωμένο όχι στο κέντρο της εξουσίας αλλά στο περιθώριο της αντίδρασης. Από την άλλη, άνθρωποι που ξεκίνησαν όπως όλοι μας κύλησαν σε μικρές παρανομίες που σταδιακά μετατράπηκαν σε τρόπο ζωής.
Μια τοιχογραφία παρανομιών και αποκλινουσών συμπεριφορών, οι οποίες ωστόσο ξεκίνησαν από τον ανυποψίαστο μέσο όρο. Ο Ανδρεάδης φαίνεται άνθρωπος με παιδεία, με αφηγηματική δεινότητα, με βάθος σκέψης που ωστόσο διοχετεύεται στο κείμενό του με απλό τρόπο.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, October 05, 2008

Τιραμισού: Οι εφημερίδες του τριήμερου

Ξεφυλλίζοντας τον τύπο

Διαβάζοντας την Ελευθεροτυπία (με την Βιβλιοθήκη) της Παρασκευής 3/10, τα Νέα (με το Βιβλιοδρόμιο) του Σαββάτου 4/10, το Βήμα (με το Βιβλία και τις Νέες Εποχές) της Κυριακής 5/10 και την Καθημερινή (με τις Τέχνες και γράμματα) σταχυολόγησα μερικές αξιοσυζήτητες ειδήσεις και απόψεις:
1. Είναι η ανωνυμία των μπλόγκερς απειλή για τη δημοκρατία με τη λιβελογραφία τους, τη συκοφαντία, την εύκολη λασπολογία, όπως επισημαίνει η Σχινά στην Ελευθεροτυπία; Ή η ψευδωνυμία είναι μια άλλη ταυτότητα που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της ανεξαρτησίας, εφόσον φυσικά κινηθεί σε πλαίσια διαλόγου, μετριοπάθειας και ανάλυσης επιχειρημάτων; Κατανοώ ότι όταν δεν ξέρεις ποιος θεσμικά μιλάει, τότε ανησυχείς και τα προβλήματα που απορρέουν από αυτό το καμουφλάζ, αλλά…
2. Ο Βέλτσος κατέθεσε μερικές σκέψεις για τις επιτροπές κρατικών βραβείων. Προβληματίστηκα στα εξής: α) αν ο ένας συγγραφέας ψηφίζει τον άλλο με διαθέσεις αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας (ψήφισέ με, για να σε ψηφίσω), τότε μήπως πρέπει να πάψουν οι συγγραφείς να μπαίνουν σε επιτροπές εκφράζοντας γνώμη για συναδέλφους τους, μεροληπτικά θετική ή αρνητική; β) αν στην επιτροπή επιτρέπεται εκ του νόμου να μπαίνουν καθηγητές τμημάτων Φιλολογίας, αδιακρίτως ειδικότητας, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να δούμε σε κρίσεις για τη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία να συμμετέχουν καθηγητές λ.χ. Λαογραφίας και να μην περιλαμβάνονται Νεοελληνιστές που υπηρετούν σε ένα τμήμα λ.χ. Θεατρολογίας.
3. Ο Σουηδός γραμματέας της Ακαδημίας (υπεύθυνης για το βραβείο Νόμπελ) επιτέθηκε στους Αμερικάνους συγγραφείς κατηγορώντας τους για απομονωτισμό και εσωστρέφεια, καθώς δεν δέχονται επιρροές από τη σφύζουσα –κατ’ αυτόν- ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Δείτε το σχόλιο και τον διάλογο στο ιστολόγιο:
http://ficciones.wordpress.com/2008/10/02.
4. Διαβάζω στο Βήμα (5/10) άρθρο του Βέλτσου, πολύ καλογραμμένο ομολογουμένως στις γενικές του θέσεις, που επιτίθεται στο ΕΚΕΜΕΛ γιατί δεν βράβευσε την Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου για τη μετάφραση του έργου του Σελίν «Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας». Δεκτή η άποψή του, παρόλο που δεν εξήγησε αν η μετάφραση ήταν εξίσου καλή με το βιβλίο. Λίγο πιο κάτω ο Μπακουνάκης επαναλαμβάνει την ίδια επίθεση. Κι αναρωτιέμαι εγώ ο ανυποψίαστος αναγνώστης: ποια είναι αυτή η γυναίκα που δέχεται την υποστήριξη του Βήματος σε δύο άρθρα; Ήταν τόσο κατάφωρη η αδικία εις βάρος της…;
5. Τιμώμενη χώρα στο Φεστιβάλ βιβλίου της Φραγκφούρτης φέτος είναι η Τουρκία. Θα επανέλθω με αφιέρωμα στην τουρκική λογοτεχνία, αλλά ρίχνω και την ιδέα –αφού κάποιοι θαμώνες του βιβλιοκαφέ το ζήτησαν- να κάνουμε μια Ιστολέσχη ανάγνωσης με άξονα ένα βιβλίο Τούρκου συγγραφέα. Αν δω ανταπόκριση, θα το συνεχίσω…

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, October 03, 2008

Φραπέ με γεύση φράουλα: Σταμάτης Δαγδελένης

Σταμάτης Δαγδελένης
“Το βιβλίο των αιρέσεων”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2008



Δέκα μικρά αφηγήματα που αναφέρονται σε δέκα ανύπαρκτες αιρέσεις θρησκευτικοφιλοσοφικής χροιάς. Τυπικά και ουσιαστικά καθένα από αυτά αρνείται να φτιάξει πρόσωπα (ίσως πλην ενός), αλλά η ιστορία αυτή καθεαυτή έλκει τα φώτα της ανάγνωσης, καθώς εξιστορεί την ίδρυση και την εξέλιξη κάθε αίρεσης. Ο χώρος και ο χρόνος ποικίλλει από ιστορία σε ιστορία, οι αιώνες ανεβοκατεβαίνονται οριζοντίως και καθέτως, το εξωτικό χρώμα παλιών εποχών και τόπων μαγεύει και δημιουργεί συνθήκες αληθοφάνειας και φαντασίας.
Το ουσιαστικότερο είναι φυσικά η προσπάθεια του συγγραφέα να δείξει ότι α) κάθε άνθρωπος είναι αιρετικός, καθώς πλάθει τον δικό του κόσμο και τη δική του ιδεολογία, κάποιες από τις οποίες γενικεύονται και μετατρέπονται σε θρησκείες, αιρέσεις, φιλοσοφικές σχολές, β) κάθε πιστεύω ανεβάζει στο θρόνο μια εμμονή, μια ασήμαντη πολλές φορές λεπτομέρεια, γ) ιστορικά πολλές διαφορές ανάμεσα στις αιρέσεις η τις θρησκείες είναι στην ουσία ασήμαντες λεπτομέρειες, μικρές διαφορές στη σύλληψη του θείου, επουσιώδεις διαφοροποιήσεις που συχνά αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Το βιβλιαράκι αυτό ψυχαγωγεί και προβληματίζει, καθώς κινείται μεταξύ σοβαρής επιχειρηματολογίας και σοφιστείας, μεταξύ στοχασμού και παρωδίας με τη δεύτερη να κερδίζει πόντους στη συνείδηση του αναγνώστη.
Μια πρωτότυπη σύλληψη που αξίζει αφηγηματικά και φιλοσοφικά.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, September 30, 2008

Black Coffee: Χάρης Χριστοφορίδης

Χάρης Χριστοφορίδης
“Ρέιβεν σίτυ”
εκδόσεις Ελληνικά γράμματα
2008


Αστυνομικό μυθιστόρημα με ένδυμα επιστημονικής φαντασίας. Μια μελλοντική πόλη, η μόνη που σώθηκε από μια παγκόσμια καταστροφή, ζει με τους εφιάλτες της και σωρεύει πτώματα από έναν μετα-φυσικό δολοφόνο που αφήνει ζωδιακά σύμβολα όπου σκοτώσει.
Η όλη ατμόσφαιρα φουτουριστική, η αναζήτηση του δράστη έχει κάτι από road movie, το πλέγμα των σχέσεων και των προσώπων διακλαδίζεται σε έναν εκτεταμένο λαβύρινθο, που άλλοτε σε μπερδεύει κι άλλοτε σε διευκολύνει. Μια παρατήρηση πάνω στην πλοκή: όσο προχωράει η υπόθεση, τα κενά της αφήγησης που εντείνουν την άγνοια και την περιέργειά σου αντί να μειώνονται πολλαπλασιάζονται δημιουργώντας νέα ερωτήματα. Αυτή η τεχνική, όταν δεν λειτουργεί με χαοτικό τρόπο αυξάνοντας άμετρα τις πιθανότητες, απλώνει το πεδίο δράσης και, παρόλο που παραβιάζει την αρχή της αστυνομικής πεζογραφίας να μένει σε έναν κλειστό κύκλο υπόπτων, προσθέτει δόσεις νουάρ και θρίλερ που εξιτάρουν.
Από την άλλη, ένας νέος 24 χρονών, όπως είναι ο Χριστοφορίδης, γιατί ξεκινάει την πεζογραφική του καριέρα με τέτοια δουλική μίμηση; Γιατί φτιάχνει την μελλοντολογική του ατμόσφαιρα μόνο με αμερικάνικα υλικά, με Κινέζους να παίζουν τον στερεοτυπικό ρόλο του μαφιόζου και τους Ισπανόφωνους του παρία; Τι προσφέρει γράφοντας μια κόπια νουάρ, road movie, λίγο Στήβεν Κινγκ, πολλούς αμερικάνους συγγραφείς αστυνομικών, πολύ κινηματογράφο επιστημονικής φαντασίας; Πολλά κλισέ και πολλά στερεότυπα. Κρίμα. Μια φτηνή αμερικανοκόπια, σαν ταινία που δεν θα την έβλεπα ούτε τις πιο βαρετές ώρες των διακοπών μου, σαν τη διαφήμιση της Coca-cola που προβάλλει τον ιδανικό χωρισμό με τον πιο χαζοαμερικάνικο τρόπο, σαν φιλμ που μεταδίδεται από την τηλεόραση μετά τις 2.00 τα μεσάνυχτα.
Μ’ αρέσει (!) που η ελληνική κοινωνία είναι περήφανη για τον αντι-αμερικανισμό της (διαδηλώσεις, μένος, κάψιμο αμερικάνικων σημαιών κ.ο.κ.), αλλά στην ουσία –συντηρητική και προοδόπληκτη μαζί (αντιφατική)- μιμείται με δουλοφροσύνη τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, αντιγράφει τον πολιτισμό της, ταυτίζει την παγκοσμιοποίηση με τα εκείθε του Ατλαντικού δεδομένα, προσκολλά τη λογοτεχνία στο άρμα του κινηματογράφου…
Υποσημείωση: πολλά ιστολόγια ασχολήθηκαν με το βιβλίο, κανένα ωστόσο εξ όσων γνωρίζω δεν είναι βιβλιοφιλικό. Το μυθιστόρημα είχε πέραση σε οπαδούς της επιστημονικής φαντασίας, ιστοριών εγκλήματος κ.ο.κ., δηλαδή σε παραλογοτεχνικούς κύκλους που βλέπουν τη λογοτεχνία σαν γραπτή οθόνη.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, September 27, 2008

Κοκτέιλ μαργαρίτα: εφήμεροι συγγραφείς

Το χρηματιστήριο των συγγραφέων

Η αξία ενός συγγραφέα μέσα στην ιστορία της λογοτεχνίας είναι συνάρτηση δύο παραγόντων: α) της εκτίμησης που χαίρει στην εποχή του και β) της πρόσληψης του έργου του στις επόμενες γενιές μέχρι σήμερα. Όταν, λοιπόν, ο συγγραφέας ζει και παράγει η γνώμη της εποχής γι’ αυτόν εξαρτάται από i. την αισθητική αξία του έργου του (δεν είναι απόλυτη αξία ούτε αντικειμενικά καθορισμένη), ii. την ιδεολογία της εποχής (οι αριστεροί λ.χ. κριτικοί προτιμούσαν παλαιότερα έργα αριστερής κοσμοθεωρίας), iii. το σύστημα προώθησής του (εκδοτική διαφήμιση, μάρκετινγκ, μπεστ-σέλερ κ.ο.κ.), iv. το πρόσωπό του και το λογοτεχνικό star system (το πώς δηλαδή πουλάει τη φυσικό του ύπαρξη εκτός των βιβλίων του), v. την τηλεοπτική διασκευή έργων του και vi. την κριτική αποτίμηση των βιβλίων του. Αν δεν σκέφτομαι κάτι, παρακαλώ συμπληρώστε…
Αφορμή των σκέψεών μου το κείμενο του Κούρτοβικ στον Ταχυδρόμο των σημερινών Νέων (27.9.2008). Παραθέτει παραδείγματα συγγραφέων που έγιναν για ένα διάστημα μόδα, χωρίς πάντα να διατήρησαν αυτή την υψηλή θέση ως σήμερα. Το θέμα δεν έγκειται σε μια συνωμοσία της εποχής, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Ούτε σήμερα οι διακεκριμένοι συγγραφείς στηρίζονται στο κύκλωμα. Πιο πολύ δημιουργείται ένας ορίζοντας αποδοχής του έργου τους βασισμένος στις ιδιαιτερότητες της εποχής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και κάτι διαχρονικό ή τουλάχιστον σταθερό.
Εγώ ένα πράγμα θα ήθελα να επισημάνω: κριτικοί και μπλόγκερς να πάψουν να υπερβάλλουν, συνήθως προς τα πάνω, εξυμνώντας ένα έργο λες και είναι αριστούργημα, ενώ σύντομα θα το έχουν ξεχάσει κι οι δύο. Ας εκτιμούμε το παρόν με όρους του μέλλοντος… [Θα επανέλθω]

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, September 25, 2008

Καφές λούνγκο: Θανάσης Βαλτινός

Θανάσης Βαλτινός
“Άνθη της αβύσσου”
εκδόσεις Εστία
2008


Ο Σολωμός …αλά Αγγελόπουλος

Ο Βαλτινός έγραψε σενάριο για τη ζωή του Σολωμού, το οποίο όμως ποτέ δεν γυρίστηκε ταινία. Ο συγγραφέας στηριγμένος στο έργο του ποιητή, στην αλληλογραφία του που αποκαλύπτει κρυφές πτυχές της ζωής του, και φυσικά σε άλλα στοιχεία της βιογραφίας του, συνέθεσε αποσπασματικές σκηνές για τη ζωή του.
Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα ήταν σε ταινία. Καταρχάς, είναι πολύ θετικό που αποτυπώνονται στιγμές από τον αγώνα του Σολωμού με τους συγγενείς του (σημειωτέον ήταν νόθος γιος του κόντε Σολωμού), τη ζωή του στη Ζάκυνθο και κυρίως τα βιώματα που ενέπνευσαν τον ποιητή, όπως λ.χ. στη "Γυναίκα της Ζάκυθος".
Από την άλλη, λίγοι διάλογοι και πολλές περιγραφές, μεγάλες σιωπές, εικόνες χωρίς λόγο συστήνουν ένα αγγελοπουλικό σκηνικό που υποβιβάζει τον λόγο (άλλωστε είναι πιο αρτιστίκ να μην μιλάνε πολύ οι ποιητές) προς όφελος της φωτογραφίας και της ατμοσφαιρικής σκηνοθεσίας. Στην ανάγνωση όμως είναι πολύ βαρετό. Από την άλλη, προϋποθέτει ότι ο αναγνώστης ξέρει πολλά για τη ζωή του Σολωμού, οπότε μπορεί να παρακολουθήσει τα κενά της ιστορίας και να μην απορεί συχνά για πρόσωπα, υπαινιγμούς και στιγμιότυπα που απλώς παρελαύνουν.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 21, 2008

Πολυποικιλιακός καφές: Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσθένης Κούρτοβικ
“Τι ζητούν οι βάρβαροι”
εκδόσεις Ελληνικά γράμματα
2008


Λογοτεχνική Balkanovision στη Μακεδονία

Το τελευταίο βιβλίο του Κούρτοβικ πραγματεύεται μια συνάντηση κριτικών από τις χώρες των Βαλκανίων, προκειμένου να βραβεύσουν το καλύτερο μυθιστόρημα μεταξύ των εθνικών υποψηφιοτήτων (κάτι σαν λογοτεχνική Balkanovision). Τρία από αυτά ξεχωρίζουν: το συντηρητικό ελληνικό, το λυρικό βουλγάρικο και το μεταμοντέρνο σέρβικο. Κοινή συνισταμένη και των τριών είναι ότι μυθοποιούν ένα πραγματικό γεγονός των Βαλκανικών πολέμων σε ένα χωριό της Μακεδονίας με πληθυσμό ακαθόριστης εθνικής συνείδησης. Τελικά το βραβείο το παίρνει… (παρότι έχει μεγάλη σημασία, δεν αποκαλύπτω την τελική έκβαση της κρίσης για λόγους σασπένς).
Τεχνικά ο Κούρτοβικ έχει μάθει πολλά από το μεταμοντέρνο περιβάλλον που ολοένα εξαπλώνεται και στην Ελλάδα. Ήπια προσαρμοσμένες στην παραδοσιακή αφήγηση τεχνικές συνθέτουν και αποδομούν έναν ολοκληρωμένο καμβά. Τρεις διαδοχικοί εγκιβωτισμοί αποσπασμάτων από τα μυθιστορήματα (σε μια περίπτωση έχουμε δυο αποσπάσματα), αυτοαναφορικότητα, συνεχής διάλογος παρόντος (συγχρονικής ματιάς) και παρελθόντος (ιστορίας), πολυπολιτισμική προσέγγιση της βαλκανικότητας και μάλιστα με πολυεστιακή θέαση του ίδιου γεγονότος· το τελευταίο εντείνεται ακόμη περισσότερο από τη διαλεκτική λογοτεχνίας-ιστορίας, πάνω στο ζήτημα της ιστορικής ακρίβειας και ειδικά αν η τελευταία καταξιώνει ένα λογοτεχνικό έργο ή όχι.
Ο συγγραφέας γενικά αποδεικνύει ότι η λογοτεχνία και η ιστορία δεν είναι ούτε μόνο αισθητικά ούτε μόνο επιστημονικά θέματα. Και οι δύο εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την πολιτική, χωρίς η ίδια να παρεμβαίνει κατ’ ανάγκη ενεργά, την εθνική συνείδηση και την ιδεολογία… Κι έτσι, ενώ η λογοτεχνία τολμά να βάλει πιο βαθιά το μαχαίρι, η πολιτική-εθνική ματιά μετριάζει το τόλμημα και ανακόπτει την καλλιτεχνική εξέλιξη προς όφελος πιο ανώδυνων λύσεων. Τα διεθνικά θέματα χωρίζουν τους ανθρώπους ούτως ή άλλως, ειδικά στην «Πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» και όποια προσπάθεια και να γίνει από την τέχνη θα σκοντάψει στις ενδόμυχες αναστολές των αποδεκτών να δούνε την όποια αλήθεια –ιστορική ή μυθοπλαστική-, με αποτέλεσμα όλοι να αυτολογοκρινόμαστε και να διστάζουμε το άλμα της εθνικής και λογοτεχνικής αυτογνωσίας.
Στην αντίστοιχη Eurovision του τραγουδιού –ειδικά των τελευταίων χρόνων- αυτός που επικρατεί δεν είναι κατ’ ανάγκη ο καλύτερος τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός κ.λπ., αλλά ανάμεσα στους καλούς (;) ο επιτυχέστερα συμπλεκόμενος, αυτός που διαθέτει το καλύτερο promotion και κυρίως η χώρα, που θα συγκεντρώσει τους περισσότερους (περιστασιακούς ή μόνιμους) συμμάχους: οι βαλκανικές μεταξύ τους, οι γύρω από τη Βαλτική ομοίως, οι πρώην Σοβιετικές κ.ο.κ., με αποτέλεσμα οι ανάδελφοι Δυτικοί να μην πλασάρονται ποτέ σε καλές θέσεις.
Στην Balkanovision του Κούρτοβικ οι υποψηφιότητες, χωρίς να είναι πολέμιες, βλέπουν με ύποπτο βλέμμα το βιβλίο του άλλου. Η παλιά αντίθεση Ελλήνων και Τούρκων έχει παραμεριστεί και τη θέση της έχει πάρει η αντιπαράθεση των πρώτων με τους βόρειους γείτονές τους, όχι κατευθείαν με τους Βορειομακεδόνες αλλά με τους Βούλγαρους (ο Κούρτοβικ αποφεύγει να μπει στο κλίμα εθνικιστικών ή αντεθνικών αντεγκλήσεων με τη “Νέα Μακεδονία”).
Το βιβλίο της Βουλγάρας καλλονής και μοιραίας γυναίκας είναι εντέλει αυτό που εκφράζει τη σλαβική θέση για την ταυτότητα των κατοίκων της Μακεδονίας στους αδιευκρίνιστους χρόνους των αρχών του αιώνα και κατηγορεί την άλλη πλευρά (την ελληνική) για παραποίηση της ιστορικής αλήθειας. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με το ελληνικό μυθιστόρημα… Ποιο είναι το καλύτερο ας το αφήσουμε στις άδηλες προθέσεις του συγγραφέα και στις ημι-έκδηλες του αφηγητή και ας κρατήσουμε το αποτέλεσμα, που δεν προέκυψε από την αισθητική αξία των έργων αλλά από τη σύναψη άτυπων συμμαχιών, ώστε να αποφευχθεί η τοποθέτηση των χειρών επί τον τύπον των ήλων. Το “νίπτω τα χείρας μου” αποτελεί εντέλει και τον γνώμονα κρίσης, ώστε να μη επιτραπούν τριβές αλλά και να μην επικρατήσουν εθνικιστικές ή αντεθνικές θέσεις, αμφότερες επικίνδυνες και ολισθηρές.
Ποιο πρόβλημα αφήνει περιθώρια για επιφυλάξεις; η εγκεφαλικότητα της εξέλιξης, χωρίς εμφανείς συναισθηματικές εμπλοκές, έστω κι αν εκδηλώθηκε η σχέση μεταξύ του Έλληνα κριτικού και της Βουλγάρας πρώην στριπτιζέζ και νυν μυθιστοριογράφου. Η σχέση αυτή επιχείρησε να εισαγάγει και τον ψυχολογικό παράγοντα στην αναγνωστική πρόσληψη και να θέσει το ζήτημα του ίδιου του προσώπου του συγγραφέα στην αξιολόγηση του έργου του, αλλά δεν κατάφερε να άρει την τακτοποιημένη φύση των υλικών, τη λογική κατασκευή του μύθου και την αίσθηση του αναγνώστη ότι διαβάζει ένα εργαστηριακό μυθιστόρημα, που, όπως υποστηρίζει η Κοτζιά, ταλαντεύεται χωρίς να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε πολλά μυθιστορηματικά είδη.
Τελικά, η αποτίμηση της λογοτεχνίας τόσο λόγω όσο και έργω γίνεται με λογικές διεργασίες, που, όσο κι αν συχνά πηγάζουν από βαθιά υποσυνείδητες έλξεις και απώσεις, καθορίζουν τη στάση μας, χωρίς να εκτιμούμε τη χαρά της ανάγνωσης και της ουσίας μιας βιωματικής σχέσης με το βιβλίο.

Πατριάρχης Φώτιος
ΥΓ. Δυστυχώς, ο Κούρτοβικ εκτός από συγγραφέας είναι και πρόσωπο και κριτικός. Και λέω δυστυχώς γιατί η κριτική και αναγνωστική κοινότητα, αντιμετώπισε το βιβλίο αναλόγως με τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές της προς τον άνθρωπο Κούρτοβικ. Κάποιοι τού επιτέθηκαν (με επιχειρήματα), κάποιοι άλλοι τον έγλειψαν (πάλι με επιχειρήματα) κι άλλοι αδιαφόρησαν (με ενδόμυχα, φαντάζομαι, επιχειρήματα!!!).

Friday, September 19, 2008

Φραπές με πάγο: Μαρλένα Πολιτοπούλου

Μαρλένα Πολιτοπούλου
“Δώδεκα θεοί τρεις φόνοι”
εκδόσεις Κέδρος
2005

Είπα να συνεχίσω την ενασχόληση με το αστυνομικό μυθιστόρημα όπως προέκυψε τον Αύγουστο, έστω κι αν πρόκειται για βιβλίο παλαιότερης εσοδείας. Πριν από τον Μαρή, καλοκαίρι και χαλάρωση, σε μια παραλία της Φολεγάνδρου δεν σου κάνει κέφι παρά να βυθιστείς σε ένα αστυνομικό, να σε παρασύρει ο ρυθμός και να ξεχαστείς. Και το βιβλίο της Πολιτοπούλου κρατάει το ενδιαφέρον και εφαρμόζει κατά γράμμα τη συνταγή της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας, με επιρροές από την Α. Κρίστι.
Ένας ανεξάρτητος ντετέκτιβ, που συνεργάζεται ωστόσο με την επίσημη αστυνομία, διεξάγει τις έρευνες για έναν φόνο, μια δολοφονία που φάνηκε στην αρχή καρδιακή προσβολή και τέλος άλλον έναν φόνο. Σκηνικό το Λουτράκι που διατηρεί τη χαμένη αίγλη των πλουσίων επισκεπτών του, δείχνει όμως και την κατιούσα πορεία του, ενώ το Καζίνο και τα Λουτρά εξακολουθούν να αποτελούν κέντρο κοσμοπολιτισμού. Η αντιστοιχία με την αρχαιοελληνική μυθολογία στήνει ένα μισοέξυπνο παιχνίδι εντυπώσεων, ενώ το πιο δυνατό σημείο του έργου είναι φυσικά η ψυχολογική εμβάθυνση στα πρόσωπα. Τα κίνητρα των φόνων είναι ψυχολογικά, είναι συναισθηματικά και αναδεικνύονται μέσα από τις ιδιοσυγκρασίες τους. Απωθημένα, μύχιες παρορμήσεις, φόβοι και καταπιεσμένες πτυχές της ψυχής αναδύονται και κινούν τα νήματα.
Το βιβλίο όμως ξεχνιέται εύκολα, γιατί δεν καινοτομεί σε σχέση με την κλασική γραμμή. Η απόλαυση τελειώνει με το πέρας της ανάγνωσης, γιατί δεν αφήνει το στίγμα του με κάτι που θα εξιτάρει, θα αιφνιδιάσει, θα συγκλονίσει τον αναγνώστη.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 14, 2008

Καφές του μπάτσου: Γιάννης Μαρής

Από την παραλογοτεχνία στη λογοτεχνία

Η σειρά του Βήματος με 24 έργα του Γιάννη Μαρή συντάσσεται απόλυτα με την αναβίωση του αστυνομικού μυθιστορήματος που το έβγαλε από τους πάγκους της παραλογοτεχνίας και το ενθρόνισε στα περίοπτα ράφια της λογοτεχνίας. Ο Γιάννης Μαρής πάντοτε αποτελούσε τον πατριάρχη του είδους με τους 50 τίτλους του μεταξύ 1953 και 1979. Βλέπω ότι πολλοί ασχολήθηκαν ξανά με τον Γιάννη Μαρή εξ αφορμής των τομιδίων του Βήματος:
tribes.wordpress.com/2008/08/26/maris,
vivliomania.blogspot.com/2008/09/blog-post_10.html,
Αυτές τις μέρες διάβασα:
1. Έγκλημα στο Κολωνάκι
2. Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη
3. Περιπέτεια στο Άγιο Όρος
4. Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα
5. Έγκλημα στα παρασκήνια
6. Επικίνδυνο καλοκαίρι
7. Αυστηρώς προσωπικό
8. Το χαμόγελο της Πυθίας
9. Αυτόπτης μάρτυς
10. Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν
11. Το χαμόγελο στης Σφίγγας

Τα χαρακτηριστικά της γραφής του δεν είναι καθόλου αμελητέα, παρά τις πολλές λογοτεχνικές του αδυναμίες (άχρωμη γλώσσα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα, μανιέρα στις περιγραφές των μοιραίων γυναικών…). Και φυσικά στην εποχή του θεωρήθηκε παραλογοτεχνία γιατί δεν αξιοποίησε καθόλου τα διδάγματα του μοντερνισμού δεν ασχολήθηκε με τα ζητήματα που απασχόλησαν τον Έλληνα της μεταπολεμικής περιόδους και έδινε την εντύπωση πως το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με τον εαυτό του. Είναι συνάρτηση και σε ποιο κοινό απευθυνόταν...
Ωστόσο, σήμερα, αναδρομικά και σύμφωνα με την εποχή μας, βλέπουμε ότι δεν ήταν κακός συγγραφέας με δύο τα βασικότερα προτερήματα των έργων του: α) έξοχα προδιαγεγραμμένη πλοκή: καλοστημένη υπόθεση, μικρές και μεγάλες ανατροπές, σταδιακή ανάπτυξη της εξιχνίασης του γρίφου, λογική αλληλουχία και χωρίς κενά εξέλιξη των γεγονότων και β) ψυχολογική εμβάθυνση σε κίνητρα και στόχους των προσώπων: φυσικά ο δεν-μου-γεμίζει-το-μάτι αστυνόμος Μπέκας που ξέρει περισσότερα απ’ όσα λέει αλλά και οι ύποπτοι διαγράφονται με επιμονή στις λεπτομέρειες και στην ψυχοσύνθεσή τους που τους οδηγεί στη μία ή στην άλλη κίνηση.
Παράκληση: βάλθηκα να βρω εσωτερικές ενδείξεις χρονολόγησης των μυθιστορημάτων του και βρήκα όντως σε 3-4 από αυτά. Αν κανείς ξέρει πού (κάποιο άρθρο, κανένα αφιέρωμα κ.λπ.) μπορώ να βρω τις χρονολογίες πρώτης έκδοσής τους, παρακαλώ να με ενημερώσει.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, September 12, 2008

Αμερικάνικος καφές: Κώστας Λογαράς

Κώστας Λογαράς
“Ερημιά στο βλέμμα τους”
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2008


Το θέμα της μετανάστευσης και της νοσταλγίας για την πατρίδα αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου. Ο μετανάστης που γυρίζει στην Ελλάδα και πιο πολύ με την καρδιά παρά με τη λογική, πιο πολύ με τη μνήμη παρά με την επιβεβαίωση όσων γνωρίζει ξαναβλέπει το χωριό του και αναπόδραστα συγκρίνει με το παρελθόν. Ένας απολογισμός ζωής…
Σήμερα στην «Ελευθεροτυπία» (Βιβλιοθήκη) η Χουζούρη (όπως συνήθως) καταπιάστηκε με το βιβλίο λες και είναι ένα ακόμα αριστούργημα. Εξυμνεί την ποιητική διάσταση του κειμένου, παρόλο που κατά τη γνώμη μου αυτή η ποιητικότητα επιβραδύνει την εξέλιξη και βαλτώνει την προσοχή του αναγνώστη· προβάλλει το συναίσθημα του νόστου και δικαίως, αν και δεν μεταφέρεται στον αναγνώστη παρά μόνο ως απόηχος μιας χαμένης αίσθησης· Κι αυτή η καταληκτήρια εντύπωση “καλοφτιαγμένο μυθιστόρημα” δε στέκει παρά μόνο ως πρόθεση και ως ύφος. Αλλά μυθιστόρημα δεν είναι αυτή η λιμνάζουσα αναπόληση…
Είναι αυτή η τάση της πεζογραφίας μας να ποιητικίζει χάνοντας με αυτόν τον τρόπο την πλοκή, τους χαρακτήρες, τις εξωτερικές συγκρούσεις, τις κρίσιμες καμπές, τις ανατροπές κ.λπ.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, September 09, 2008

Χυμός 3 εσπεριδοειδή: είμαστε μαζόχες;

Απόλαυση και λογοτεχνία



1. Νεαρός (ετών 19, μακρύ παντελόνι μπάσκετ, κουρεμένο κεφάλι, μικρό σκουλαρίκι στο αυτί, σπιρτόζικο βλέμμα): σιγά μη διαβάζω στον ελεύθερο χρόνο μου. Δεν πάω στο γήπεδο καλύτερα ή δεν παίζω κάνα ηλεκτρονικό;
2. Νεαρά (ετών 17, παντελόνι τζιν, κοντό μπλουζάκι που αφήνει τον ομφαλό τη ελεύθερο, κατσαρό μαλλί, ελαφρό τραύλισμα): σιγά μην ξοδέψω το χαρτζιλίκι μου για βιβλία. Δεν αγοράζω καλύτερα ρούχα;
3. Κύριος (ετών 68, φαλάκρα, μικρό μουστάκι, μπόλικη κοιλιά, δέρμα μαυρισμένο από τον ήλιο της ελληνικής υπαίθρου): μου έφεραν δώρο ένα βιβλίο. Εδώ δεν διαβάζω εφημερίδα, θα διαβάσω βιβλίο; Λίγη τηλεόραση, κάνα ταβλάκι, κουβεντούλα στο καφενείο…

Οι περιπτώσεις θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν. Ο κόσμος θεωρεί το βιβλίο ψυχαγωγία κυριλέ, για φλώρους, για τους κουλτουριάρηδες. Και φυσικά καθόλου απολαυστικό ώστε να παρακινηθεί να το διαβάσει.
Κι εμείς, οι “ταγμένοι” να το κυνηγάμε και να γεμίζουμε μ’ αυτό τον ελεύθερο χρόνο μας, είμαστε μαζόχες; Μας αρέσει το βιβλίο; Το κάνουμε γιατί έτσι μεγαλώσαμε; Βρίσκουμε χαρά στην ανάγνωσή του ή την αναζητούμε και μας προκύπτει μια φορά στις 10· αλλά γι’ αυτήν ακριβώς τη μία φορά, διαβάζουμε με προσμονή πολλά άλλα; Το υπαγορεύει η παιδεία μας; Είμαστε δυνάμει συγγραφείς; Είναι μανία…;
Κι από την άλλη: είναι το καλό βιβλίο και απολαυστικό; Απολαυστικά είναι τα μπεστ-σέλλερ (γι’ αυτό άλλωστε έχουν πέραση), απολαυστικά είναι τα αστυνομικά (στα οποία η αναζήτηση του τέλους προκαλεί ενδιαφέρον), απολαυστικά είναι τα περιπετειώδη κ.λπ.
Και τα καλά βιβλία (όχι πως δεν βρίσκουμε στις παραπάνω κατηγορίες καλά βιβλία); Πολλά είναι βαριά, δύστροπα, στοχαστικά και αφηγηματικά ασήκωτα. Κι όμως σπεύδουμε να πούμε τι φοβερή γραφή, τι εξαίρετη πλοκή, τι καλοδουλεμένη γλώσσα. Ναι έτσι είναι. ΑΛΛΑ: απολαύσαμε την ανάγνωση με την καρδιά μας ή ξερά είπαμε με τη λογική “είναι ποιοτικό, άρα πρέπει να πω (στον εαυτό μου πρώτα) ότι μου άρεσε”;

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 07, 2008

Black coffee: Μαρία Σούμπερτ

Μαρία Σούμπερτ
“Η Ρόζα στη μέση”
εκδόσεις μελάνι
2008


Η υπόθεση αφορά έναν υποψήφιο συγγραφέα, μεγάλο ταλέντο, μελλοντικό Νόμπελ, αγλάισμα της ελληνικής πεζογραφίας. Με ένα μόνο ελάττωμα: δεν έχει γράψει ούτε μία αράδα. Ψάχνει επομένως να βρει το θέμα με το οποίο θα μεγαλουργήσει, ξεσπιτώνεται και ζει άστεγος για να βιώσει το δράμα του δρόμου, αναζήτησε σατανιστές, ακολούθησε ανθρώπους που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον, βρέθηκε στο νοσοκομείο, και γενικά αναζητούσε όποια περιπέτεια, τραγική ή κωμική, θα τον έβγαζε από το αδιέξοδο της α-γραφίας.
Η Σούμπερτ έπιασε το θέμα από δύο πλευρές αλληλεξαρτώμενες: αφενός την κωμική που γελά με τα χάλια του ήρωά της, που εκκωμικεύει την αναζήτηση της πρωτοτυπίας και του καινοφανούς θέματος και αφετέρου τη σατιρική, που ξεμπροστιάζει τα ψώνια-wannabe συγγραφείς που πιστεύουν ότι είναι ταλέντα χωρίς να έχουν ασχοληθεί σοβαρά με το γράψιμο ή παρατηρούν τη ζωή για να αρμέξουν το πρωτόφαντο θέμα με το οποίο θα κάνουν επιτυχία.
Γιατί δεν τα κατάφερε; Γιατί άφησε τον αναγνώστη να παρακολουθεί μια σπονδυλωτή ζωή χωρίς ειρμό, χωρίς ο άξονας «θέλω να γίνω συγγραφέας» να αρκεί για να ενώσει τα επιμέρους επεισόδια. Από την άλλη, κανείς δεν γελά, το χιούμορ δεν ξεχειλίζει (μού φαίνεται βέβαια πως δεν επιδιώχθηκε κάτι τέτοιο), αλλά παράλληλα κανείς δεν στοχάζεται βαθύτερα για το φαινόμενο της γραφής και της μετουσίωσης της ζωής σε κείμενο.
Υ.Γ. Σε παρουσίαση της Βιβλιοθήκης (5/9/2008) εμφανίζουν το βιβλίο ως συλλογή 11 διηγημάτων! Απορώ και εξίσταμαι...

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, September 03, 2008

Καπουτσίνο με σαντιγύ και κανέλα: Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
“Το παραμύθι του ύπνου”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2008


Ο Παν. Χατζημωυσιάδης είναι συμπαθής ιστολογική παρουσία και γι’ αυτό ίσως η γνώμη μου για το τελευταίο βιβλίο του δεν θα είναι αντικειμενική. Επειδή όμως έχω να κάνω και αρνητικά σχόλια, πιστεύω ότι κράτησα σε κάποιο επαρκή βαθμό την κριτική μου αντικειμενικότητα.
Πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας ξέρει να γράφει. Τι εννοώ μ’ αυτό; Ότι γνωρίζει να κρατάει τη γλώσσα στο επίπεδο που να υπηρετεί το ύφος και την καθαρότητα της αφήγησης. Φυσικά στο προηγούμενο έργο του “Καλά μόνο να βρεις”, χάρη στην υφολογική ποικιλία, αυτό φαινόταν καλύτερα, αλλά κι εδώ η γλώσσα του δεν προκαλεί δυσχέρειες, δεν αφήνει κενά, δεν φαίνεται εκκρεμής.
Από την άλλη, ο ήρωάς(;) του, μετεωρολόγος στο επάγγελμα, ενσαρκώνει τον μέσο Έλληνα, που αφενός επιθυμεί να στήσει τη μικροαστική ζωούλα του με όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο τρόπο, αφετέρου το επιδιώκει μέσα από καθόλα ανεκτές (νόμιμες) διεργασίες, οι οποίες ωστόσο φτάνουν στα όρια ενός ανδρικού σεξισμού και την επιβεβαίωση των ανδρικών στερεοτύπων για την επικράτηση του ισχυρού φύλου. Το αποτέλεσμα είναι σταδιακά –κι αυτό καταλογίζεται στα συν του έργου- να αποκαλυφθούν τα ρήγματα που σείουν τη ζωή του, που αποσταθεροποιούν τον καλοβολεμένο μέχρι ενός σημείου βίο του, ως την τελική διάλυση της οικογένειάς του και την αδιαφορία για τη σταδιοδρομία πάνω στην οποία είχε στηρίξει πάρα πολλά. Στην όλη του ιδεολογία το βιβλίο μού θύμισε το «Ψαράκι της γυάλας» του Μ. Χάκκα, με άλλη φυσικά ανάπτυξη της ιστορίας.
Το πρόβλημα –βασικό στη συνείδησή μου που ωστόσο δεν έκανε το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον να καταρρεύσει- έγκειται στην απουσία στοιχείων που να κάνουν τον αναγνώστη να κλειστεί στον κόσμο του βιβλίου και να απολαύσει το έργο. Θα μου πεις: η υψηλή λογοτεχνία δεν είναι και απολαυστική. Ναι (;) αλλά υπάρχουν συναισθηματικά, λογικά, αισθητικά ή άλλα σημεία που αφήνουν τον αναγνώστη σε ένα αναγνωστικό τραμπάλισμα, πέρα από τις όποιες ιδέες αποκομίζει από το κείμενο.

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, September 01, 2008

Καφές από καλαμπόκι: Τάκης Εμμανουήλ

Τάκης Εμμανουήλ
“Η έβδομη φωτογραφία”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2007


Είδα κάπου μέσα στο καλοκαίρι σε μια εφημερίδα την παρουσίασή του. Το διάβασα και …περίμενα πώς και πώς να τελειώσει… Από ανία!
Ξεκινά ως πολιτικό θρίλερ και συνεχίζεται ως ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Η κόρη ενός από αυτούς ψάχνει τα ίχνη του πατέρα της συζητώντας σε μια σκυταλοδρομία με έναν έναν όσους τον έζησαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Αν γράφτηκε ως κατάθεση τιμής σ’ αυτούς τους ανθρώπους, ΟΚ. Αν όμως γράφτηκε ως λογοτεχνικό έργο με αξιώσεις, απέτυχε πλήρως. Δεν συζητάω για μοντερνισμούς, καινοτομίες και άλλες αφηγηματικές πρωτοπορίες. Δεν μου έβγαλε ούτε συγκίνηση, ούτε ενδιαφέρον, ιστορική περιέργεια, αστυνομικό σασπένς, πολιτική αγωνία κ.λπ. Τίποτα. Δεν ανάπλασα ως αναγνώστης ατμόσφαιρα, δεν βρήκα ανθρώπινο μεγαλείο ή παρακμή. Δεν βρήκα ούτε το κουράγιο να παρακολουθήσω επισταμένως σε κάθε σελίδα τις σχοινοτενείς αφηγήσεις που οδηγούσαν την ηρωίδα στα τελευταία προπολεμικά χρόνια. Εν γένει χαμένες αναγνωστικές ώρες.

Πατριάρχης Φώτιος