Sunday, May 09, 2010

Τσιμπολογώντας από την επικαιρότητα: διάλογος και κρίση: η συμβολή των διανοούμενων

Η κουλτούρα διαλόγου απουσιάζει στην ελληνική κοινωνία και αυτό είναι μία βασική παράμετρος της κρίσης του συστήματος. Δεν θα μιλήσω εδώ για απουσία διαλόγου μεταξύ των πολιτικών, κάτι που είναι πασιφανές, αλλά θα κατέβω στη βάση, στη διάθεση για ουσιαστική συζήτηση από τον καθένα, ας το εστιάσουμε ειδικά στον χώρο των ιδεών και του βιβλίου.
Το γλυπτό από την ιστοσελίδα
         1. Από τη μία οι κριτικοί βιβλίου: πολύ σπάνια δηλώνουν άμεσα ή έμμεσα ότι διαφωνούν με τον συνάδελφό-τους, αφού γράφουν τις κριτικές-τους λες και δεν είδαν ποτέ τι είπε πριν από αυτούς ο άλλος. Κι όταν το κάνουν, σκυλοβρίζονται (βλ. “διάλογος” Κούρτοβικ-Ζήρα ή ηπιότερα Κούρτοβικ-Χατζηβασιλείου/Κοτζιά). Παρεμπιπτόντως και όχι άσχετα τόσο με το θέμα, δείτε στα «Νέα» του Σαββατοκύριακου (8.10.2010) εγκωμιαστικό άρθρο της Μικέλας Χαρτουλάρη για τα βραβεία «διαβάζω». Αν παραμερίσουμε την επιφύλαξη ότι υπάρχει μια (μικρή) σκοπιμότητα, αφού στην επιτροπή είναι οι δικοί-τους Πιμπλής και Γαραντούδης, η κίνησή-της να κρίνει τα βραβεία, κρατικά και περιοδικών, είναι μια βάση διαλόγου, χωρίς ονόματα βραβευθέντων, που στοχεύει στην αποτίμηση ενός θεσμού.
        Τα βραβεία «διαβάζω» ανακοινώνονται τη Δευτέρα 10.5.2010 και ίσως αποτελούν τον πιο αξιόπιστο κριτή, φυσικά με τις όποιες υποκειμενικότητες των μελών της επιτροπής. Το ζήτημα, όπως λέει και η Χαρτουλάρη, είναι όχι να περιοριστεί η υποκειμενικότητα (μάλλον αδύνατο) αλλά να μην ενισχύεται με προσωποπαγή κριτήρια και συντεχνιακές διαπλοκές.
        2. Τα ιστολόγια, μετά λύπης-μου παρατηρώ, έχουν εξελιχθεί σε ανακοινωσιολόγια και διαφημιστικολόγια, μια σειρά δηλαδή από παράλληλους μονολόγους που δεν διασταυρώνονται. Εκεί με άλλα λόγια που θα περίμενε κανείς να δει ιδέες και απόψεις να κονταροχτυπιούνται, να ακούγονται, να ανασκευάζονται, να αξιολογούνται επιχειρήματα πάνω στο βιβλίο ή στον συγγραφέα, στην τρέχουσα λογοτεχνική ειδησεογραφία και στον κύκλο των ιδεών, ο καθένας μετατρέπει το μπλογκ-του ή στήνει επί τούτου ένα μπλογκ, με σκοπό να δημοσιοποιήσει την έκδοση του βιβλίου-του, τη δραστηριότητά-του σε Ελλάδα και εξωτερικό, να κοινοποιήσει εκδηλώσεις κ.ο.κ., χωρίς ούτε ο ίδιος αλλά χειρότερα ούτε οι αναγνώστες-του να ωθούνται σε διάλογο.
Η εικόνα από το myflutteringheart.blogspot.com/2009_10_01
         Κι αυτό το ιστολόγιο, όσο και όταν αδυνατεί να διεξαγάγει εποικοδομητικό διάλογο (είτε υπαιτιότητί-μου είτε με ευθύνη των θαμώνων του Βιβλιοκαφέ), δεν έχει στην ουσία πετύχει τον βαθύτερο στόχο-του.
          3. Με ρωτούσε ένας συνάδελφος τις προάλλες πού είναι οι πνευματικοί άνθρωποι μπροστά στην κρίση και στα νέα μέτρα. Αυτοί δεν θα έπρεπε να μιλήσουν, να καταγγείλουν, να ξεμπροστιάσουν και με τον λόγο-τους και την παρουσία-τους να δώσουν όραμα στον κόσμο. Ας συζητήσουμε τι μπορούμε να περιμένουμε από τους πνευματικούς ανθρώπους:
        α. Ποιους ρώτησαν τα έντυπα το διήμερο; Ποιους προέβαλαν ως διανοούμενους που θα μπορούσαν να έχουν γνώμη; Διαλέγω ενδεικτικά τρεις εφημερίδες:
Τα Νέα: Στουρνάρας (πανεπιστημιακός), Γκορίτσας (σκηνοθέτης), Μάρκαρης (συγγραφέας), Παπαδημητρίου (πανεπιστημιακός), Βέλτσος (πανεπιστημιακός), Τατσόπουλος (συγγραφέας), Καλοκαιρινός (πανεπιστημιακός), Μαργαρίτης (πανεπιστημιακός).
Η Καθημερινή: Κουμανταρέας (συγγραφέας), Καμίνης (Πρόεδρος Συνήγορου του Πολίτη), Καραποστολίδης (πανεπιστημιακός), Βερέμης (πανεπιστημιακός), Δεσποτόπουλος (πανεπιστημιακός), Γιανναράς (πανεπιστημιακός), Τ. Αθανασόπουλος (πανεπιστημιακός), Παξινός (Πρόεδρος δικηγορικού συλλόγου Αθηνών), Τσούκας (πανεπιστημιακός).
Το Βήμα: Μαντζαρίδης (πανεπιστημιακός), Γιατρομανωλάκης (πανεπιστημιακός, συγγραφέας), Βώκος (πανεπιστημιακός), Μάτεσις (συγγραφέας), Μοσχονάς (πανεπιστημιακός), Μαρωνίτης (πανεπιστημιακός), Λιάκος (πανεπιστημιακός).
  
       β. Πόσους απ’ αυτούς ή άλλους θεωρούμε όντως πνευματικούς ανθρώπους; Με άλλα λόγια, ποιους αναγνωρίζουμε για το κύρος-τους και την κοινωνική-τους συνείδηση, ασχέτως αν συμφωνούμε ή όχι με τις απόψεις-τους; A priori ίσως ελάχιστους, όχι μόνο γιατί είμαστε μια εποχή που δεν αποδέχεται αυθεντίες, αλλά και επειδή τα ΜΜΕ έχουν στομώσει τον λόγο-τους, είτε περιθωριοποιώντας-τον είτε δείχνοντάς-τον γραφικό. Το ίδιο δεν έχει γίνει με τον Μίκη Θεοδωράκη;

       γ. Απόρροια του προηγούμενου είναι ότι η κοινωνία δεν περιμένει τέτοιους πνευματικούς ταγούς να μιλήσουν: τους θεωρεί φλώρους, μέρος του συστήματος, ομιλητές εκ του ασφαλούς, χαρτοπόντικες (που θα έλεγε κι ο Καζαντζάκης), χαμένους στον κόσμο των Ιδεών, αλλά ανίκανους να εμπνεύσουν. Κι από την άλλη, εμείς ως λαός ξέρουμε το έργο-τους, έχουμε διαβάσει τα βιβλία-τους ή τις ταινίες-τους, έχουμε μπει στον προβληματισμό-τους; ΟΧΙ. Επομένως, τους ξέρουμε (και αν) ως φιγούρες των μίντια, αλλά όχι ως φορείς ιδεών, τους ξέρουμε ως προβεβλημένους του δημοσιογραφικού πρίσματος αλλά όχι ανιδιοτελείς φωτοδότες που έχουν όντως παραγάγει κοινωνικό έργο, γόνιμη σκέψη, ουσιαστικό λόγο και τώρα (εν μέσω κρίσης) συνεχίζουν τον αγώνα-τους προτείνοντας λύσεις.
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, May 05, 2010

Άλλο καιόμενος κι άλλο πυρπολημένος

Είναι άλλο πράγμα να θυσιάζεσαι, να διαμαρτύρεσαι, να δίνεις τη ζωή σου για μια ιδέα κι είναι άλλο να σε θυσιάζουν. Είναι άλλο να «αναλίσκεσαι περήφανος» κι άλλο να σε καίνε ζωντανό.

Ο καιόμενος
(Τάκη Σινόπουλου)

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! Είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιός είναι τούτος που αναλίσκεται υπερήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο.

      Τα βιβλία με δίδαξαν την αρετή της ανεκτικότητας. Όχι της απάθειας, όχι της αδιαφορίας, όχι της παθητικότητας. Με δίδαξαν να ακούω τους άλλους. Να δέχομαι προκαταβολικά ότι ο άλλος έχει το δίκιο-του. Μέχρις εκεί. Από εκεί και έπειτα οφείλω να το ελέγξω, για να το αποδεχθώ ή να το απορρίψω.
      Με δίδαξαν να μην ασκώ βία. Να αγανακτώ, να διαμαρτύρομαι, να επαναστατώ. Αλλά όχι επιβάλλοντας το δίκιο-μου. Να σέβομαι τους χαρακτήρες του έργου σαν να είναι υπαρκτά πρόσωπα και να σκέφτομαι τους γύρω συνανθρώπους-μου σαν να είναι η πλευρά της ζωής στην οποία (υπό άλλες συνθήκες) θα μπορούσα να είχα βρεθεί. Τα βιβλία με δίδαξαν να διορθώνω πρώτα τα λάθη-μου κι έπειτα να στρέφομαι στο άδικο των άλλων, να προτιμώ να αδικηθώ παρά να αδικήσω (κατά τον Σωκράτη). Κι αν είναι να πεθάνει ένας άνθρωπος για να κερδίσω έστω και την επιβίωσή-μου, προτιμώ να χαθώ εγώ…
Ο πίνακας Night-time reading είναι της Lisa Hirst.
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, May 01, 2010

Κρέπα με ελιές, φέτα και απάκι: Ρέα Γαλανάκη

Στιβαρή φωνή της τελευταίας εικοσαετίας η Ρέα Γαλανάκη έχει αφήσει τη σφραγίδα της στα νεοελληνικά γράμματα της μεταπολιτευτικής περιόδου.
       Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα κατά την περίοδο της δικτατορίας και οι πρώτες δημοσιεύσεις της έγιναν σε περιοδικά στρεφόμενα εναντίον του καθεστώτος. Έζησε για ένα διάστημα στην Πάτρα, ενώ τώρα διαμένει στην Αθήνα. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού (1994-1997).
      Το μυθιστόρημα "Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά" είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα το οποίο η ΟΥΝΕΣΚΟ ενέταξε στη Συλλογή αντιπροσωπευτικών έργων της και το μυθιστόρημα “θα υπογράφω Λουί” επελέγη να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Βραβείο λογοτεχνίας "ΑΡΙΣΤΕΙΟΝ", όπως και το “Ελένη, ή ο Κανένας”, το οποίο τελικά απέσπασε τη δεύτερη θέση. Τη χρονιά εκείνη, το 1999, πήρε και το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το “Ελένη ή ο Κανένας”.

Εργογραφία αυτοτελών έργων από το www.biblionet.gr:
-“Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα” (Μυθιστόρημα), Καστανιώτη, 2009.
-“Αμίλητα, βαθιά νερά: Η απαγωγή της Τασούλας” (Μυθιστορηματικό χρονικό), Καστανιώτη, 2006.
-“Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι” (Διηγήματα), Καστανιώτη, 2004.
-“Ο αιώνας των λαβυρίνθων” (Μυθιστόρημα), Καστανιώτη, 2002
-“Ελένη ή ο κανένας” (Μυθιστόρημα), Άγρα, 1998.
-“Βασιλεύς ή στρατιώτης: Σημειώσεις, σκέψεις, σχόλια για τη λογοτεχνία” (δοκίμια), Άγρα, 1997.
-“Ομόκεντρα διηγήματα: Η ιστορία της Όλγας, Mαυρόασπρο, T' αόρατα και τα ορατά” (Διηγήματα), Άγρα, 1997.
-“Πλην εύχαρις. Τα ορυκτά” (Ποιήματα), Άγρα, 1994.
-“Θα υπογράφω Λουί“ (μυθιστόρημα), Άγρα, 1993.
-"Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά" (μυθιστόρημα), Άγρα, 1989.
-“Πού ζει ο λύκος; (Ποίηματα), Άγρα, 1986.
-“Το κέικ” (Ποιήματα), Κέδρος, 1980.

Γενικά χαρακτηριστικά του έργου-της:
1. Ιστορική αναδίφηση της συγγραφέως με σκοπό να πραγματευθεί το πεδίο κυρίως του 19ου αιώνα. Η ιστορία τής δίνει τη δυνατότητα να αναζητήσει καβαφικές σιωπές και να τις καλύψει μυθιστορηματικά. Ταυτόχρονα μέσω της ιστορίας βρίσκει το περιθώριο να μιλήσει για το σήμερα, καθώς είτε συναντώνται στα «ιστορικά»-της έργα αναλογίες με το παρόν, είτε ο απόηχος των γεγονότων του τότε φτάνει ισχυρός ως το τώρα.
2. Αναγωγή στον μύθο. Εκεί βρίσκει αρχέτυπα, αναζητά τις πηγές αντιλήψεων και στερεοτύπων, στήνει τις αλληγορίες-της, που εμφανώς μπορούν να αναγνωστούν ως το πεδίο της ανθρώπινης υπαρξιακής αγωνίας.
3. Ποιητικότητα. Η καταγωγή-της από την ποίηση έχει αφήσει τα ίχνη-της στα πρώτα κυρίως-της πεζά, όπου το ύφος γεμίζει λυρισμό, άλλοτε με αντιστοιχία με το περιεχόμενο κι άλλοτε ως δέρμα που δεν μπορεί να το αποτινάξει.
4. Δραματικότητα. Η διχασμένη φύση του Ισμαήλ Φερίκ, η ανάγκη της Αλταμούρα να ντυθεί άνδρας για να σπουδάσει, η ρομαντική φύση του «Λουί», η εκούσια/ακούσια απαγωγή της Τασούλας κρύβουν μέσα-τους πυρήνες δραματικότητας, τους οποίους η Γαλανάκη αξιοποιεί ιδιαίτερα πετυχημένα.
5. Ψυχολογική σκιαγράφηση των προσώπων-της, ώστε αφενός να φανεί ο ψυχισμός, τα κίνητρα και τα πάθη-τους και αφετέρου να διαφανεί η σύγκρουσή-τους με τον άλλο-τους εαυτό ή με την κοινωνία. Ο εσωτερικός βίος των χαρακτήρων-της μετράει συχνά περισσότερο από τον εξωτερικό, εσωτερικεύοντας τα προβλήματα του κόσμου σε μια πρισματική διάθλασή-τους.

Μια γνώμη για το τελευταίο-της βιβλίο, “Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα”
          Τέσσερις είναι οι πιο συνηθισμένοι κώδικες συμβόλων που συναντώνται στη δυτική λογοτεχνία: ο κώδικας της κλασικής μυθολογίας, του χριστιανισμού, του ρομαντισμού και τέλος της ψυχανάλυσης. Τουλάχιστον τρεις από αυτούς βρήκε η Ρέα Γαλανάκη στη μυθική ανάπλαση της ζωής του Ιούδα στο ποίημα της Κρητικής Αναγέννησης με τίτλο “Παλαιά και Νέα Διαθήκη”, και το έκανε μυθιστόρημα προσθέτοντας λίγη ρομαντική αύρα, όπως σε όλα-της τα έργα.
       Η ιδέα φαίνεται έξοχη και πολύ πρόσφορη για μυθιστορηματική πραγμάτευση. Η ιστορία του μυθιστορήματος κινείται σε δύο χρονικά και υφολογικά επίπεδα, το καθένα από τα οποία αντικατοπτρίζει το άλλο:
      -Ο Ιούδας γεννιέται με οιωνούς ότι θα σκοτώσει τον πατέρα-του και θα παντρευτεί τη μητέρα-του, όπως και κάνει, παρά τις προσπάθειες των γονέων-του να αποτρέψουν το μοιραίο κλείνοντάς τον από μωρό σε ένα πισσωμένο κασελάκι και εγκαταλείποντάς το στο πέλαγος (υπολανθάνει ο μύθος του Μωυσή ή του Περσέα). Γίνεται έτσι (πέρα από τη γνωστή ιδιότητά-του, αυτή του προδότη) αδελφοκτόνος από λάθος, πατροκτόνος και αιμομίκτης από τη μοίρα.
      -Στο επίπεδο του παρόντος μια ελληνοεβραία δασκάλα έρχεται αντιμέτωπη με τη συντηρητική νοοτροπία ενός χωριού στην ορεινή Κρήτη, την αντισημιτική συμπεριφορά-τους και την τοπικιστική δράση του άλλου δασκάλου του χωριού.
       Ο μύθος περικλείει το γνωστό από τον Σοφοκλή παράδειγμα του Οιδίποδα, που σκότωσε τον πατέρα-του και νυμφεύτηκε τη μητέρα-του (η ψυχαναλυτική διάσταση ελλοχεύει), αλλά και το πρόσωπο του Ιούδα, όχι στη καινοδιαθηκική-του προδοτική δράση αλλά στην εικαζόμενη προγενέστερη ζωή-του. Η Γαλανάκη επιχείρησε να ορθώσει το πρότυπο του απόλυτου κακού αποδίδοντας όλα τα αμαρτήματα του Οιδίποδα και του Ιούδα στο ίδιο πρόσωπο. Κι έπειτα θέλησε να δείξει πώς οι σύγχρονες ρατσιστικές και εθνικιστικές θέσεις ποικίλων ομάδων, στηριγμένες στη ριζωμένη νοοτροπία του λαού, όπως αυτή εκφράζεται στα έθιμά-του, λ.χ. το κάψιμο του Ιούδα (βλ. και ανάλογο περιστατικό στον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη), οδηγούν στην ανεύρεση εξιλαστήριων θυμάτων για να του φορτώσουν την κακοδαιμονία-τους και με όχημα το μίσος εναντίον-του να δρομολογήσουν τα πράγματα, όπως αυτοί θέλουν.
        Η χρήση του άχρονου μύθου, η διαχρονική-του ισχύς και η αρχετυπική παρουσία-του τόσο σε λαϊκά έθιμα και παραδεδομένες αντιλήψεις του ελληνικού λαού όσο και η ποιητική-του ανάπλαση πριν από πέντε αιώνες εξακολουθεί πάντα να γεννά μεστά λογοτεχνικά αποτελέσματα. Απέναντι στο καλό που εκπροσωπούμε πάντα εμείς, είτε είμαστε χριστιανοί, είτε καθαρόαιμοι Έλληνες, είτε ηθικά άμωμοι και άσπιλοι, υπάρχει κάποιος που είτε συνειδητά είτε ασύνειδα ενσαρκώνει το κακό (και μάλιστα όσο πιο πολλά δεινά κουβαλά τόσο το καλύτερο), και δέχεται το ανάθεμα μιας ολόκληρης κοινωνίας.
         Αφηγηματικά η ιστορία εξελίσσεται παράλληλα, μια στο μυθικό επίπεδο και μια στο σύγχρονο, με παρένθετες αναδρομές στους προγόνους της ελληνοεβραίας Μάρθας και με ονειρικούς διαλόγους-της με τη νεκρή μητέρα-της. Μ’ αυτήν τη βοστρυχωτή πλέξη παρόντος και παρελθόντος, σύγχρονης Κρήτης και μυθικής Ιουδαίας, ο αναγνώστης μπαίνει από πολύ νωρίς στο παιχνίδι των συμβολισμών και των αντικατοπτρισμών. Από τη μία, ο καθρέφτης του ελληνοϊουδαϊκού μύθου παρουσιάζει τον αποδιοπομπαίο τράγο κι από την άλλη ο καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας του 21ου αιώνα δείχνει την παθογένεια της προγονοπληξίας και της ξενοφοβίας, αλλά ταυτόχρονα αντανακλά τον άλλο σε μια αμοιβαία εξήγηση.
         Τι θα περίμενα περισσότερο; μια πιο σθεναρή ανάδειξη της νοοτροπίας της κοινωνίας, που να μην περιορίζεται στο πρόσωπο του δασκάλου Χάρακα: η κοινωνία έπρεπε να φαίνεται ως συλλογική συνείδηση και όχι ως μεμονωμένες περιπτώσεις∙ μεγαλύτερη ένταση σε κρίσιμες στιγμές της υπόθεσης, όπως στο πατρικό φόνο του Ιούδα, ή στις απειλές κατά της Μάρθας. Νιώθω ότι απουσιάζουν οι συγκρούσεις σε καίρια σημεία της υπόθεσης. Γενικότερα, εκτός από τη συγκίνηση και τον προβληματισμό, εκτός από τη γόνιμη ζεύξη άχρονου μύθου και σύγχρονου παρόντος, θα περίμενα να αξιοποιηθούν οι κορυφώσεις, ώστε ο αναγνώστης να φορτιστεί συναισθηματικά και να συναισθανθεί την τραγικότητα της ακούσιας αμαρτίας αλλά και τη συχνά αδιέξοδη αντίσταση απέναντι σε μια σκληροπυρηνική παράδοση ξενοφοβίας και ευδαιμονισμού.
        Πιστεύω ότι το μυθιστόρημα γεννά πολλούς προβληματισμούς για τον μύθο, τα σύμβολα, τη σύγχρονη πραγματικότητα, το εγώ και το εσύ, αλλά αστόχησε στη σφιχτοδουλεμένη πλοκή και σε πολλά σημεία της μυθιστορηματικής οικονομίας.
*Η φωτογραφία με τους βρακοφόρους
είναι παρμένη από το:
ganifantis.blogspot.com/2009/01/blog-post_02.html

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, April 28, 2010

Capriccioso: “Από στήθους. Ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών” του Ξ. Μπρουντζάκη

Η πορνογραφία έχει αναγάγει το γυναικείο στήθος σε φετίχ υποβαθμίζοντας τη γυναίκα σε αγελάδα και κατόπιν σε σκύλα. Η λογοτεχνία παίζει ρόλο σ’ αυτήν τη ζωοποίηση ή μπορεί και το χειρίζεται με άλλον τρόπο;

“Από στήθους. Ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

      Λουκρέτσια, Σελίν, Άννα, Μαρία, Χάννα, Κουντεκούνε, Λίντσεϋ κ.ο.κ. Ιταλία, Αγγλία, Ισπανία, Γαλλία, Πολωνία, Ρωσία, Κροατία, Ελλάδα: ο γύρος του κόσμου με δυο βυζιά, ασχέτως αν σε κάθε διήγημα τα φέρει άλλη γυναίκα σε άλλη εποχή, σε άλλη πόλη και σε άλλες συνθήκες. Κάθε ιστορία περιστρέφεται γύρω από μια απλή γυναίκα που όμως χάρη στα τροφαντά στήθη-της παίζει κάποιο μικρό ή μεγάλο ρόλο στη μικρο-ιστορία της χώρας. Κάθε γυναίκα επηρεάζει τον μικρόκοσμο που την περιβάλλει, χωρίς να λείπουν και οι ευρύτερες συνέπειες στην Ιστορία.
        Η αφήγηση συνδυάζει το ερωτικό στοιχείο με την ιστορική περιδιάβαση. Ευτυχώς, αν και ο αναγνώστης κρυφοκοιτάζει αισθησιακά τους ζουμερούς μαστούς κάθε ηρωίδας, η όλη ατμόσφαιρα δεν καταντάει πορνογραφική. Απουσιάζουν σκηνές ζωώδους διέγερσης και ο συγγραφέας, σοφά ζυγιάζοντας υπαινιγμούς και αποκαλύψεις, δεν ξεγυμνώνει το αντικείμενό-του παρά μόνο σε αγαστή συμφωνία με την ατμόσφαιρα και το περιβάλλον. Ο αναγνώστης στον ιστό ερωτισμού και ιστορίας σαγηνεύεται από την εναλλαγή σκηνικών , ειδικά αφού σε πολλά διηγήματα διασταυρώνονται δύο παράλληλες και αλληλοεμπλεκόμενες αφηγήσεις, μια για τη στηθοφόρο γυναίκα και μια συνήθως για τον άνδρα που την περιτριγυρίζει σαν πεταλούδα γύρω από τη λάμπα.
        Το γυναικείο στήθος, παρότι δεν παρουσιάζεται σε ποικιλία συμβόλων, συνδέεται με το απαγορευμένο στη θρησκεία, ανάγεται σε μοντέλο για την τέχνη, περνά το ερωτικό-του χρώμα σε ό,τι συναντά, γίνεται όπλο επαναστατικής πρακτικής, γίνεται σύμβολο ζωής στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κ.ο.κ. Όλες αυτές οι επιμέρους χρήσεις-του το μετατρέπουν σε υπερ-σύμβολο όχι μόνο της δύναμης της γυναικείας σάρκας, αλλά και φορέα ζωής, συνεχιστής της αέναης επαφής των δύο φύλων, πόλο έλξης για την επιστήμη και τη θρησκεία, την τέχνη και τη καθημερινή διαπροσωπική επικοινωνία. Ο Μπρουντζάκης γράφει τον ύμνο στο στήθος ως πηγή ευθυμίας και αναζωογόνησης κάθε μουντής ζωής.
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, April 24, 2010

Cappuccino Freddo Kenya AA Washed: Ασωνίτης και Λυκεσάς

Γενιά του ’80: Αλέξανδρος Ασωνίτης, Χρήστος Βακαλοπουλος, Άρης Σφακιανάκης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Έρση Σωτηροπούλου, Πέτρος Τατσόπουλος κ.ο.κ. Γεννημένοι λίγο πολύ στη δεκαετία του ’50, πρωτοεμφανίζονται εκεί γύρω στα 1980-1990 και γίνονται δεκτοί με ευμενή σχόλια.

“Το μνημειώδες σχέδιο του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

         Ο Αλέξανδρος Μ. Ασωνίτης πρωτοδημοσίεψε λίγο αργότερα, αρχές του ’90, με πρώτο βιβλίο τη “Συνείδηση της αιωνιότητας” (αυτοί οι βαρύγδουποι τίτλοι φαίνεται ότι ήταν της μόδας, αν θυμηθούμε και την “Αυτοκρατορική μνήμη του αίματος” του ομήλικού-του Β. Ραπτόπουλου). Το πρώτο-του έργο ακούστηκε, απ’ όσο θυμάμαι, και έτσι ο συγγραφέας εισήλθε στων “ποιητών την πόλη”. Από εκεί και έπειτα σχεδόν τον έχασα, μέχρι που βρήκα αυτό το βιβλιαράκι με δυο νουβέλες-του κι είπα να τον ξανασυναντήσω.
        Το πρώτο έργο-του με τον ομώνυμο του τομιδίου τίτλο φέρει τα ίχνη μιας υφολογικής μεγαλομανίας με την οποία έχουμε συνηθίσει τον πεζογράφο. Φράσεις όπως «Ήταν ένας ρέκτης πατροκτόνος που, εκτός των άλλων, δικαίωνε την ύπαρξη της ψυχανάλυσης ως ανάγκη και απόδειξη της ολοκληρωτικώς διχοστατούσης ακοσμίας» δείχνουν πόσο αυτό το υψηλόφρον ύφος τον κανοναρχεί [Σε δύο σημεία ίσως να πρέπει να του δώσω δίκιο: α) η χρήση-του, τουλάχιστον σ’ αυτήν τη νουβέλα, αιτιολογείται από το γεγονός ότι δείχνει τη μεγαλοϊδεατική (ας μου επιτραπεί ο όρος) αντίληψη, την ιμπεριαλιστική λογική του Τσόρτσιλ και β) η δεύτερη νουβέλα, λες και το έκανε επίτηδες αναπαράγει σε παπαδιαμάντειας έμπνευσης ύφος τον λόγο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού].
       Η δεύτερη νουβέλα με κούρασε γιατί δεν βρήκα τι νόημα είχε η λαϊκότροπη αυτή αφήγηση. Γενικά τη διάβασα ράθυμα και άνευρα, πράγμα που έδειχνε πως, αν και στα άλλα του έργα ο Ασωνίτης ίσως δεν μπορεί να εμβαθύνει, τουλάχιστον έχει όμως νεύρο και τσαγανό. Εδώ όμως χάθηκε κι αυτό, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να τον παρακολουθήσω άλλο.

“Το τσίρκο των ψύλλων”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2009

         Θα μπορούσε να είναι αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά ο συγγραφέας δεν το ήθελε. Το έχυσε στο καλούπι-του, σκόπιμα φαντάζομαι το έσπασε κι έφτιαξε ένα ψηφιδωτό από στιγμές της πόλης Αμεριμνησίας.
        Το ερώτημα της Θεοδοσοπούλου στην “Ελευθεροτυπία” (19/1/2010) δεν είναι τόσο σχολαστικό όσο φαίνεται: είναι αστυνομικό μυθιστόρημα με κοινωνικές προεκτάσεις ή είναι κοινωνικό με αστυνομικό περιτύλιγμα; Συμφωνώ με την κριτικό για τη δεύτερη εκδοχή, αφού η αστυνομική πλοκή εξαρθρώνεται με ανορθόδοξες μεθόδους και φυγόκεντρες τάσεις, σε σχέση τουλάχιστον με το ορθόδοξο αστυνομικό μυθιστόρημα.
        Ο Λυκεσάς στήνει έναν πολυπλόκαμο κοινωνικό ιστό, από τον γύφτο τραγουδιστή ως τον μοναχό αντιγραφέα βυζαντινών έργων τέχνης κι από τον καθηγητή πανεπιστημίου ως μία αμφίθυμη δικηγόρο. Όλοι αυτοί σαν εκτεινόμενο τσίρκο, ή καλύτερα σαν ψηφιδωτό όπου η μεταξύ των προσώπων σχέση μόλις που αχνοφαίνεται στην ομίχλη της Αμεριμνησίας, παρελαύνουν απομακρύνοντας τη σκέψη του αναγνώστη από το έγκλημα του ηγούμενου, την έρευνα του οποίου αναλαμβάνει ο αστυνόμος Απέργης. Κι όλα ξεκινούν ασύμβατα, μικρές ιστορίες στον κόσμο της φανταστικής πόλης που κινούνται παράλληλα μεταξύ-τους, αλλά που σταδιακά ολοκληρώνουν το αόρατο παζλ.
       Δεν ξέρω όμως τελικά τι πέτυχε ο συγγραφέας; Μια τοιχογραφία μικροϊστοριών που οδηγούνται σε ένα καθαρτήριο τέλος; Μια συλλογή υπόπτων από τους οποίους ξεδιαλύνουμε σταδιακά τον ένοχο/ τους ενόχους; Ένα μεγάλο ερωτηματικό πλανάται πάνω από τη σκέψη μου και γι' αυτό δεν βρήκα ανάπαυση σ' αυτό το βιβλίο.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 22, 2010

Προαναγγελία κρέπας: Ρέα Γαλανάκη

Την 1η Μαΐου θα πιάσουμε την άνοιξη με μια κρέπα, αφιερωμένη σε ένα μεγάλο όνομα των ελληνικών γραμμάτων, που αποτελεί σημείο-σταθμό την τελευταία εικοσαετία.
        Με αφορμή το τελευταίο βιβλίο-της ("Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα") ετοιμάζουμε μια κρέπα προς τιμήν της Ρέας Γαλανάκη. Ξεκίνησε ως ποιήτρια αλλά καθιερώθηκε ως πεζογράφος με το εμβληματικό "Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά" το 1989. Έκτοτε παράγει σταθερά, κυρίως μυθιστορήματα αλλά σκόρπια και διηγήματα, με έμφαση στην ιστορία και σε πρόσωπα που έχουν μια κάποια τραγικότητα... Φτάνει όμως μέχρι εδώ. Αναμονή δέκα μέρες!
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, April 19, 2010

Χυμός τρία εσπεριδοειδή: Ελληνική λογοτεχνία σε διεθνές επίπεδο

       Ένας δεδομένος αριθμός ενεργών αναγνωστών διαβάζει ελληνική λογοτεχνία (πεζογραφία και ποίηση), ενώ ένα μικρό σώμα κριτικών, πανεπιστημιακών και ας πούμε ιστολόγων κρίνει, μελετά, προβληματίζεται πάνω στη λογοτεχνική παραγωγή της χώρας-μας. Πρωτοποριακά κείμενα φυσικά δεν κάνουν το μπαμ, ρηξικέλευθα ρεύματα προφανώς δεν εκδηλώνονται, τάσεις που ανοίγουν δρόμο δεν παρατηρούνται. Ως εκ τούτου η διαμάχη για τη βράβευση του καλύτερου βιβλίου και η κριτική αντιπαράθεση στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο έχει μικρό διακύβευμα. Μικρό το χωριό, μικρά τα μαρούλια. Το ίδιο συμβαίνει και στον εκδοτικό χώρο, όπου οι πωλήσεις ακολουθούν συνήθως διαφορετική γραμμή στον άξονα Χ-Ψ από τη γραμμή της αξιολόγησης κάθε λογοτεχνικού έργου στον ίδιο άξονα (ευπώλητα vs. αξιολογηθέντα).
         Ποια η θέση τελικά αυτών των μικρών σκουληκιών πάνω στο τεράστιο αμπελόφυλλο της οικουμένης, για να παραφράσω τα λόγια του Καζαντζάκη; Από το Νόμπελ του Σεφέρη και του Ελύτη έχουν περάσει πολλά χρόνια. Διάφορες βραβεύσεις και μεταφράσεις που γίνονται σε ελληνικά έργα περνάνε απαρατήρητες στο εξωτερικό. Μια δυο φορές με Γαλανάκη, Ζατέλη και Δούκα (αν δεν κάνω λάθος) φτάσαμε κοντά σε ένα λ.χ. Ευρωπαϊκό Αριστείο, αλλά δεν τα καταφέραμε. Κι αν τα καταφέρναμε, δεν ξέρω αν θα πετυχαίναμε κάτι πιο μακροπρόθεσμο. Το 2004 στην Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης πετύχαμε μια πρόσκαιρη προβολή, που έσβησε λίγα χρόνια, αν όχι λίγους μήνες αργότερα. Τα αστυνομικά του Μάρκαρη πήγαν καλά στη γερμανική αγορά. Μόνο η Δημουλά έχω την αίσθηση ότι κάτι πετυχαίνει σε αναγνωρισιμότητα και νομίζω ο Κύπριος Μόντης είχε μπει σε μια ευρεία λίστα για τα Νόμπελ, αλλά δεν προχώρησε.
       Δεν γράφω το ποστ για να γκρινιάξω. Αντίθετα, κάθισα στον υπολογιστή, για να αρθώ πάνω από το μικρό ελληνικό κουτάκι μέσα στο οποίο κάποιοι είναι άρχοντες, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι είναι στην τελευταία επαρχία των γραμμάτων ανά την υφήλιο. Φταίει η γλώσσα; λένε κάποιοι. Τότε ο Κανταρέ, ο Παμούκ και οι λοιποί τούρκοι συγγραφείς, άλλοι λογοτέχνες από εξίσου μικρές γλώσσες γιατί τα καταφέρνουν καλύτερα; Συγκυρίες; Φταίει η κακή οργάνωση στο promoting; Αν ναι, τότε το περιεχόμενο είναι μεν καλό ή έστω μέτριο και ένα καλό αμπαλάζ θα το κάνει πιο δελεαστικό και πιο αναγνωρίσιμο; Φταίει η κοντόθωρη αντίληψη των συγγραφέων-μας που δεν μπορούν να αρθούν πάνω από το μίζερο ομφάλιο λώρο με τα μίντια, τις εφήμερες διακρίσεις και την ελλαδίτικη διαπλοκή; Φταίει μήπως (γενικότερα κρίνοντας) η ελλιπής παράδοση στο μυθιστορηματικό είδος, ενώ στην ποίηση που έχουμε αιώνες γόνιμης καλλιέργειας, τα πράγματα είναι καλύτερα, έστω κι αν η ποίηση δεν πουλάει; Μήπως δεν γράφουμε τόσο οικουμενικά έργα που θα αγγίξουν κάθε ξένο αναγνώστη; Ή μήπως αντίθετα δεν γράφουμε εμφανώς ελληνικά ώστε να δείξουμε κάτι ιδιαίτερο στη μεταμοντέρνα σούπα;
          Απαντήσεις δεν έχω. Ούτε θα ωφελούσε αν εγώ, ο ανώνυμος ιστολόγος σε μια άκρη του διαδικτύου, είχα τη σωστή εκτίμηση για τα πράγματα. Το ζήτημα είναι οι ίδιοι οι συγγραφείς να βάλουν ψηλότερα τον πήχυ και να στοχεύσουν σε έργα που θα συγκριθούν με τα αντίστοιχα των άλλων λαών. Το ζήτημα είναι οι υπεύθυνοι (εκδότες, κριτικοί, αναγνώστες κ.ο.κ.) να πάψουν να εκθειάζουν τη μετριότητα ελλείψει καλύτερου και να απαιτήσουν νέο αέρα και πρωτοποριακές συλλήψεις.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, April 16, 2010

Εσπρέσο Ρομάνο: “Δεύτερη γέννα” του Θ. Γρηγοριάδη

Ο μονόλογος, ενώ μπορεί να διαβαστεί ως πεζό είδος, ένα διήγημα ή νουβέλα με αφηγητή τον ίδιο τον ήρωα, ενέχει ταυτόχρονα και θεατρική διάσταση. Έτσι, διαβάσαμε πρόσφατα τη “ΜΑΙΡΟΥΛΑ” της Κιτσοπούλου και τους μονολόγους του Σερέφα στο “Θα σε πάρει ο δρόμος”. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και το τελευταίο έργο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

«Δεύτερη γέννα»
εκδόσεις Πατάκη
2009

         Μια μητέρα κατεβαίνει από την Καβάλα στην Αθήνα για να ετοιμάσει το σπίτι της κόρης-της για τα γενέθλιά-της και έρχεται σε επαφή με γνωστούς της κόρης-της τόσο στην ημερήσια όσο και στη νυχτερινή ζωή-της. Σταδιακά –και προς το τέλος- καταλαβαίνουμε, μέσω αναμνήσεων και διαλόγων, ότι η μητέρα ζει σε χρόνο μηδέν, αφού η κόρη-της απουσιάζει.
      Ο Πιμπλής (Τα Νέα, 10.10.2009) αποδίδει τη γυναικεία θεματική στο πολυπληθές γυναικείο αναγνωστικό κοινό, που ωθεί ακόμα και άνδρες συγγραφείς να μιλάνε για γυναικεία θέματα. Η Σελλά (Η Καθημερινή, 17.10.2009) επιμένει στο σταδιακό ανέβασμα της θερμοκρασίας του κειμένου, αφού η αρχική γλυκύτητα σκληραίνει όσο περνάνε οι σελίδες. Η Θεοδοσοπούλου (Ελευθεροτυπία, 20.11.2009) εντοπίζει τη θεατρικότητα και εστιάζει όχι τόσο στην κόρη, όσο στην ψυχολογία της μάνας, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει, χωρίς να παραφρονήσει, το τραγικό συμβάν. Σ’ αυτό το πλαίσιο κινείται και ο Αθηνάκης (Αυγή, 22.11.2009) «Η μάνα, ενώ παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, την ίδια στιγμή καρκινοβατεί μεταξύ του δολοφόνου της κόρης της και του δικού της «δολοφόνου», που, εκτός απ' την ίδια τη ζωή, είναι και ο άντρας της».
           Αν δεν σταθεί κανείς στην κεντρική φιγούρα της μάνας και μετατοπίσει το ενδιαφέρον-του στην κόρη-θύτη, συνειδητοποιεί λοξά ότι αυτή υπέστη τις συνέπειες μιας ζωής που (περιστασιακά ή κατ’ εξακολούθηση) είχε αφήσει περιθώρια σε αγνώστους να μπουν στη ζωή-της, θαμώνες ενός μπαρ ονόματι Heaven, κάποιος εκ των οποίων την έδεσε στο κρεβάτι-της… Η ανησυχία της μάνας θέτει σε δεύτερη μοίρα την ίδια την κόρη και ο πόνος της αφηγήτριας παραγκώνισε τα ίδια τα αίτια της κατάληξης της νεαρής κοπέλας.
       Λιτό και συμπυκνωμένο, συναισθηματικό και τραγικό, ίσως αυτό που του έλειπε είναι οι αφηγηματικοί άξονες, που, αν ήταν πιο έντονοι, θα στήριζαν επαρκέστερα και θα αναδείκνυαν καλύτερα το τωρινό δράμα.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, April 12, 2010

Καφές φίλτρου με άρωμα καρύδα: “Κρέας από σταφύλι” της Σ. Σκαλίδη

Το δεύτερο βιβλίο κρίνεται πιο αυστηρά από το πρώτο. Είναι αναμενόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο, καθώς το πρώτο ελαφρύνεται από την αύρα του νεοεμφανισθέντος, και δικαιολογούνται ως συμπτώματα πρωτόλειου λάθη και ατέλειες. Το δεύτερο όμως είναι ανοικτό στην αυστηρή κριτική, γιατί: α) είναι πλέον έργο ωρίμασης και όχι πρωτόπειρου ενθουσιασμού, β) εκτιμάται για το αν ο συγγραφέας προχώρησε στη γραφή και στη σκέψη ή ανακυκλώνεται και γ) αξιολογείται ως σώμα με το πρώτο και δίνει μια συνολικότερη εικόνα για τον δημιουργό.

“Κρέας από σταφύλι”
εκδόσεις Πόλις
2010

         Περνάει αυτό το τεστ η Σταυρούλα Σκαλίδη μετά το επιτυχημένο πρώτο-της έργο “Προδοσία και εγκατάλειψη”, που απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού «Διαβάζω»;
        Ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: στην παρούσα νουβέλα (;) μια μάνα τρελή ανατρέφει τα παιδιά-της με καταπιεστικό τρόπο, ο γιος μεγαλώνει και κάνει οικογένεια αλλά την εγκαταλείπει για να ξεφύγει από τη μάνα-του, η κόρη-του σαν μεγαλώσει έρχεται στην πόλη για να σπουδάσει κουβαλώντας τα βάρη της πατρικής εγκατάλειψης…
         Η υπόθεση μπλέκει τρεις γενιές και πολλά άλλα πρόσωπα, τα οποία γεμίζουν με τις ψηφίδες-τους το πολυεπίπεδο έργο της συγγραφέως. Η υπόθεση δεν δίνεται χρονολογικά (θα ήταν παλιομοδίτικο και βαρετό) αλλά εναλλάσσονται χρονικά επίπεδα και οπτικές γωνίες με μια τεχνική που μου έφαγε στην αρχή αρκετή φαιά ουσία για να την αποκωδικοποιήσω. Είναι σαν κάποια παιχνίδια με αριθμημένες τελείες που ο αναγνώστης πρέπει να ενώσει με μια μονοκονδυλιά μολυβιού για να μπορέσει να ανακαλύψει το σχέδιο που κρύβεται πίσω τους. Έτσι και στο «Κρέας από σταφύλι» κάθε πρόσωπο και κάθε μικροϊστορία ακούγεται αυτόνομη μέχρι τη στιγμή που το αφήγημα, κάνοντας τον κύκλο-του, ξαναφέρνει τα πρόσωπα συνδεδεμένα φευγαλέα αυτή τη φορά με το υπόλοιπο κάδρο. Η τεχνική αυτή αρκεί να καταξιώσει το βιβλίο με το ευφυές αλλά και καλοστημένο σχέδιό-της.
          Σ’ αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο η ιστορία χτίζεται με ύφος λιτό αλλά και ποιητικό, αργό και αλλά σταθερό, ράθυμο αλλά και ισόρροπο μεταξύ εξιστόρησης και συλλογισμού. Δύο πράγματα που θα τα ήθελα διαφορετικά: αφενός το ύφος θα μπορούσε να ποικίλει ακόμα περισσότερο από αφηγητή σε αφηγητή (όσο κι αν φαίνονται τέτοιου είδους προσπάθειες, στην τελική έκβαση κρίνονται ελλιπείς) και αφετέρου πολλές μικρές κοινοτοπίες (ειλημμένες από τραγούδια ή κλισέ φράσεις της εποχής) υποβαθμίζουν τον λόγο.
          Τέλος, θέλω να σταθώ στη δυνατότητα να μελετήσουμε τη συμπεριφορά των προσώπων και πέρα από τα έργα-τους να δούμε και τα αίτια της στάσης-τους, ιδωμένα από ψυχολογικής και, γιατί όχι, από ψυχαναλυτικής σκοπιάς. Ένα παράξενο Οιδιπόδειο (μάνας και γιου) και αμέσως κατόπιν ένα σύμπλεγμα της Ηλέκτρας (κόρης και πατέρα) που στην αλληλοδιαδοχή-τους επηρεάζουν τα μέλη της οικογένειας. Η μάνα έχει σκοτώσει ένα κοριτσάκι μπροστά στα μάτια του μικρού γιου-της, ο οποίος κουβαλώντας τα τραύματα της παιδικής ηλικίας ξεσπά παρατώντας την οικογένειά-του και τις δυο κόρες-του. Η μία από αυτές δίνεται εύκολα σε ερωτικές απολαύσεις ενώ η άλλη, πιο εσωστρεφής και βαθιά τραυματισμένη, επιφυλάσσεται υπερβολικά (;) να συνάψει σχέσεις. Το μετακυλιόμενο τραύμα, οι αμαρτίες γονέων που “παιδεύουσι” τέκνα, η σχέση άπωσης προς συμπεριφορές που εκθέτουν και ακρωτηριάζουν ψυχικά τον ένα εξαιτίας του άλλου…
          Το δεύτερο αυτό έργο είναι καλογραμμένο και άρτιο. Η Σκαλίδη ανεβαίνει σταδιακά και αναγνωρίζεται. Το ζήτημα πάντα είναι να μην εγκλωβιστεί στη μανιέρα του ύφους-της και των (μικρο)αστικών-της θεμάτων και δεν μπορέσει να καινοτομήσει μελλοντικά σε σχέση με τον εαυτό-της.

ΥΓ. Έχοντας έτοιμη την παρουσίασή-μου από την προηγούμενη εβδομάδα, διάβασα στα «Νέα» του Σαββατοκύριακου (10.4.2010) την κριτική του Κούρτοβικ. Ο άνθρωπος αυτός έχει οξύτατη μύτη και δουλεμένη ικανότητα να παρουσιάζει ευκρινώς τις απόψεις-του. Πολλά με βρίσκουν σύμφωνο, όπως ο κίνδυνος μανιέρας και μελοδραματισμού, αλλά πιστεύω ότι η Σκαλίδη εξελίσσεται αφηγηματικά, αφού, όπως προείπα, συνδέει με καλοσχεδιασμένο τρόπο τα επιμέρους στοιχεία. Δες και την άποψη του Βιβλιολόγιου: http://bibliologio.blogspot.com/2010/04/blog-post.html  
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, April 07, 2010

Νες καφέ Monte Tasso: “Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες” του Δημοσθένη Βουτυρά

Μαύρη λογοτεχνία: η λογοτεχνία που συνδέεται με τον θάνατο, τα φαντάσματα, τα νεκροταφεία, τα φονικά. Μια σκοτεινή πλευρά της ζωής αναδεικνύεται με μια υπόγεια αγάπη για το αλλόκοσμο.

“Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες”
εκδόσεις Τόπος
2009

       Ο Δημοσθένης Βουτυράς έγραψε πάμπολλα είδη διηγημάτων, ενώ αυτά που περιλαμβάνονται στο ανά χείρας τομίδιο ανήκουν στη μαύρη λογοτεχνία. Αρέσκεται να αφηγείται σε σύντομα κειμενάκια μια ιδέα ζωής μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, όπου όλα τα μακάβρια μπορεί να βγουν αληθινά. Κι έτσι οι ήρωές-του κινούνται σε νεκροταφεία ή σε έρημα μέση μέσα στη νύχτα, σε απόκρημνους γκρεμούς και σε απόμερα σπίτια. Κάνουν παρέα με απόκληρους της ζωής αλλά και με φαντάσματα που κάπου σαν να φαίνονται αλλά ποτέ κανείς δεν είναι σίγουρος. Ο Βουτυράς δηλαδή δεν εγκαταλείπει το ρεαλιστικό γράψιμο και δεν μεταπηδά στο φανταστικό, αλλά σκόπιμα μένει στο ανάμεσα προκαλώντας στον αναγνώστη ανάμικτα συναισθήματα.
         Δίοδος προς το «επέκεινα» δεν είναι μόνο τα όνειρα αλλά και οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες. Γενικότερα ο συγγραφέας δίνει την εντύπωση πως ζούμε σε μια Χ πραγματικότητα, αλλά είναι πολύ πιθανόν παράλληλοι κόσμοι να κινούνται γύρω-μας, χωρίς ποτέ κανείς να τους έχει γνωρίσει αλλά και χωρίς να μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξή-τους.
         Την επιμέλεια έκανε ο Τσοκόπουλος ο οποίος έχωσε μέσα στα μαύρα διηγήματα και ένα με κοινωνικό προβληματισμό, εκφράζοντας και τη σοσιαλιστική ματιά του διηγηματογράφου (μου φάνηκε αταίριαστο με τα υπόλοιπα που είχαν συγκεκριμένο χαρακτήρα). Η χρήσιμη εισαγωγή-του μας εισάγει στο έργο του Βουτυρά και μας κατατοπίζει για τη γραφή-του. Κι αν κανείς σκεφτεί ότι πρόκειται για έναν πεζογράφο των αρχών του 20ού αιώνα, παρωχημένο και άκαιρο, θα του έλεγα ότι διαβάζει κανείς μια πολύ ζωντανή δημοτική γλώσσα, δουλεμένη σαν να γράφτηκε σήμερα, σαν να μην πέρασε από πάνω της η σκιά της καθαρεύουσας που ανάσαινε παράλληλα μ’ αυτήν.
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, April 06, 2010

Χριστός Ανέστη

Χριστός ανέστη.
Για τους πιστούς είναι ένα χαρμόσυνο μήνυμα.
Για τους μη πιστούς ένας χαιρετισμός.
Πάσχα
Για τους πιστούς είναι μια μεγάλη γιορτή με συμβολισμούς και αφορμή για νέο ξεκίνημα
Για τους μη πιστούς ανοιξιάτικες διακοπές και καλό φαΐ.
Εύχομαι σε όλους να βρήκαν αυτό που έψαχναν.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 01, 2010

Κρέπα αλμυρή με λαχανικά: Δημήτρης ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ

Δέκα χρόνια τώρα ο Δημήτρης Μαμαλούκας χτίζει σιγά σιγά το συγγραφικό-του προφίλ. Προσέχθηκε με ένα αστυνομικό, την “Απαγωγή του εκδότη” (2005) και καταξιώθηκε με ένα μυθιστόρημα που διαθέτει πάλι στοιχεία αστυνομικής λογοτεχνίας, τη “Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα” (2007). Από τότε συνεχίζει…

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα, όπου και κατοικεί, αλλά κατάγεται από τη Λευκάδα. Είναι πτυχιούχος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Lecce της Ιταλίας. Ξεκίνησε τη συγγραφική του δραστηριότητα το 1999 με το μυθιστόρημα “Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα” (που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τίτλο Όσο υπάρχει αλκοόλ...) και ακολούθησαν έργα που τον καταξίωσαν τόσο στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας όσο και στο είδος του ψυχολογικού θρίλερ. Ασχολείται με τη μετάφραση και γράφει κριτική λογοτεχνίας στην κυριακάτικη «Αυγή». Διατηρεί δικό-του ιστολόγιο: mamaloukas.blogspot.com.

Εργογραφία (αντλημένη από τη http://www.biblionet.gr/):
- “Κοπέλα που σε λένε Φίνι”, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2009.
- “Η μοναξιά της ασφάλτου”, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2008.
- “Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα”, Καστανιώτη, 2007
- “Η απαγωγή του εκδότη”, Καστανιώτη, 2005.
- “Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού”, Καστανιώτη, 2003
- “Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα”, Απόπειρα, 1999.

Τα χαρακτηριστικά της συγγραφικής-του τέχνης:
1. Πρώτον και σημαντικότερο προσόν του Μαμαλούκα είναι η δεξιοτεχνία στη σύνθεση πλοκής. Ειδικά, στα αστυνομικά-του έργα, όπου η εξύφανση της ιστορίας διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο, καταφέρνει να στήσει τα γεγονότα ώστε νομοτελειακά να καταλήγουν στο τέλος που επιθυμεί. Ο συγγραφέας με άλλα λόγια έχει την ικανότητα να συνθέτει (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, χωρίς ο αναγνώστης να πιστέψει ότι μερικά σημεία στριμώχνονται άρον άρον για να δοθεί ένα Α τέλος στην υπόθεση. Σ’ αυτό βοηθούν οι εύστοχες ανατροπές οι οποίες δεν αφήνουν τον αναγνώστη να εφησυχάσει αλλά κι ούτε τον απογοητεύουν από την καμπή που παίρνουν συχνά τα πράγματα.
2. Εύστοχη η απεικόνιση των μεμονωμένων σκηνών και μαζί εξαιρετική η σκηνοθεσία της δράσης, ώστε να αποτυπώνεται παραστατικά ο χώρος, η ατμόσφαιρα, η ένταση της στιγμής. Ειδικά στα τελευταία-του θρίλερ, η έμφαση στο πώς κάθε σκηνής και η εστίαση στα ψυχολογικά συμφραζόμενα οδηγούν τον αναγνώστη σε μια εκμάγευση της σκέψης-του.
3. Αφανής αλλά όχι ασήμαντη είναι η σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, ώστε να φανεί ο αβυσσαλέος ψυχισμός-τους, η φρενήρης εμμονή-τους σε προσωπικές αξίες, η εναγώνια προσπάθειά-τους να πετύχουν τον θεμιτό ή αθέμιτο στόχο-τους. Εν μέρει η μοίρα πλανάται μέσα στη ζωή-τους και τους χειραγωγεί κι αυτοί, μοιραίοι αλλά όχι άβουλοι, προσπαθούν να την οδηγήσουν εκεί που οι ίδιοι θέλουν.


Μια αποτίμηση του τελευταίου-του έργου “Κοπέλα που σε λένε Φίνι”:
       Από το 2008 με το μυθιστόρημά-του “Η μοναξιά της ασφάλτου” φαίνεται ότι επιχειρεί να κάνει μια στροφή και να αλλάξει το ιταλικό τοπίο και το αστυνομικό υπόβαθρο. Το προηγούμενο βιβλίο-του ήταν περισσότερο θρίλερ και μάλιστα σήκωσε πολλή συζήτηση στο ποστ της 7ης Ιανουαρίου 2009, όταν κατέγραψα τα υπέρ και τα κατά που είχε, με τα δεύτερα, κατά τη γνώμη-μου, να υπερισχύουν.
        Το τωρινό-του έργο “Κοπέλα που σε λένε Φίνι” ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου, αλλά (όπως πιστεύω) με πολύ πιο προσεκτικά βήματα και με αποφυγή των όποιων ακροτήτων. Πρώτα απ’ όλα βγάζω το καπέλο στον Μαμαλούκα για τη δυναμική πλοκή-του, που στήνεται λιθαράκι λιθαράκι, χωρίς κενά και αδιέξοδα, χωρίς ο συγγραφέας να λεηλατεί την πίστη του αναγνώστη, χωρίς να εκκρεμούν ζητήματα… Αντίθετα, καθετί οικοδομείται με ακρίβεια μοιρογνωμονίου, η εξέλιξη προετοιμάζεται με όλες τις λεπτομέρειες και το τέλος έρχεται ως φυσική απόληξη μιας καλοεπεξεργασμένης αλυσίδας. Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι έχουν εγκωμιάσει την τέχνη-του στην πλοκή.
        Από την άλλη, φτιάχνει (ίσως για πρώτη φορά) έναν κόσμο πλασματικό που ωστόσο πείθει για την αλήθεια-του. Σε ένα άτοπο στρατόπεδο η Φίνι ξεκινάει από εργάτρια σε απάνθρωπες συνθήκες στα λαγούμια κάτω από τη γη, κακοποιείται και μεταφέρεται στο νοσοκομείο, καταφέρνει να εξελιχθεί σε νοσοκόμα και σταδιακά να δραπετεύσει με τον νοσοκόμο Γκον. Η απόδρασή-τους και η πορεία-τους στην αφιλόξενη "γκρίζα γη" μέχρι το τέλος καταλήγουν σε μια ιστορία εκδίκησης. Οι περιπέτειές-τους δείχνουν τη φαντασία του συγγραφέα, δείχνουν μια καλογρασαρισμένη μηχανή παραγωγής αγωνίας, σασπένς, έντασης και τέλος συγκίνησης.
       Θα ήθελα για άλλη μια φορά να ξεκαθαρίσω μέσα-μου το γιατί ο Μαμαλούκας γράφει. Στήνει τις υποθέσεις-του για τη χαρά της εξιστόρησης, σαν ένα παζλ που ικανοποιεί τον κατασκευαστή-του και θέλγει τον συναρμολογητή-του μέχρι να το αποπερατώσει; Φυσικά ισχύει κάτι τέτοιο. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα όμως είδα επιπλέον και το ιδεολογικό background: η δύναμη της θέλησης που κινητοποιεί κρυμμένες δυνάμεις, αλλά και το βαθιά χαραγμένο πείσμα της εκδίκησης, που ελλοχεύει και ξεπηδά για να δαγκώσει όταν έλθει η ώρα-της. Ο πεζογράφος δουλεύει την ψυχή του ανθρώπου που θέλει να δραπετεύσει με κάθε τίμημα αλλά και την αίσθηση της προδοσίας που μπορεί να συντρίψει κάθε-του όνειρο.
Καλό μήνα και καλό Πάσχα
Πατριάρχης Φώτιος