Friday, December 16, 2016

“Η μπλε κιθάρα” του Τζων Μπάνβιλ

Η κλεπτομανία είναι μια συνθήκη που δείχνει μια βαθύτερη ανάγκη οικειοποίησης, όπως και η απιστία με παντρεμένο/η, αφού ο άλλος γίνεται δικός-σου. Η παραίτηση από την άλλη μετατρέπει τη συνδιαλλαγή του έξω κόσμου και του μέσα σε μια συνεχή αυτοανάλυση.


Irish coffee:

John Banville
“The Blue Guitar”
2015

  
Τζων Μπάνβιλ
“Η μπλε κιθάρα”
μετ. Τ. Κοβαλένκο
εκδόσεις Καστανιώτη
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή ο Μπάνβιλ μου έχει ήδη αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις με το προηγούμενο βιβλίο-του, το “Αρχαίο φως”, όπου έδειξε τρόπο γραφής και πεδίο αφήγησης. Και τώρα από την αρχή ξαναθαύμασα τον τρόπο να μπλέκει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο ώστε ούτε ο αναγνώστης να χαθεί ούτε η αφήγηση να γίνει ρηχή και ευθεία.

Καθώς το διάβαζα:
          Ο ήρωας και αφηγητής Όλιβερ Ότγουεϊ Ορμ είναι / ήταν ζωγράφος, που πάσχει από ένα είδος κλεπτομανίας, ενώ στην αρχή του μυθιστορήματος βρίσκεται να ερωτεύεται τη φίλη της γυναίκας-του Πόλυ. Πάλι, όπως στο “Αρχαίο φως”, ένας απαγορευμένος έρωτας… Ο πρωταγωνιστής “κλέβει”, με άλλο περιεχόμενο στη λέξη, τη γυναίκα του Μάρκους κι έτσι δυο φαινομενικά άσχετα χαρακτηριστικά, η κλεπτομανία και η απιστία, συνδέονται ευφυώς με ψυχολογικό τρόπο.
          Η αφήγηση, ενώ βρίθει σχολίων και στοχασμών, παρεκβάσεων κα κύκλων, αναμειγνύει την εξωτερική και την εσωτερική ταχύτητα κι έτσι εμείς οι αναγνώστες βλέπουμε τη ζωή του Όλιβερ, τον γάμο-του με τον Γκλόρια, την απώλεια της μικρής-τους κόρης Ολίβια, το τσιλιμπούρδισμα με την Ανελίζ, τη θλίψη του Μάρκους όταν αντιλαμβάνεται ότι η Πόλυ τον απατά (αλλά δεν ξέρει με ποιον!), τη συζήτηση με την Πόλυ κ.ο.κ. Με μια αφήγηση-χέλι, που γλιστρά παρά τη νωθρότητά-της, ο Μπάνβιλ αναπλάθει την ιδιοσυγκρασία κατά βάση του πρωταγωνιστή-του, ο οποίος συνδυάζει ελικοειδώς τη ζωγραφική, την κλεπτομανία, την απιστία και φυσικά τις σχέσεις των ανθρώπων αλλά και τη στάση των ανθρώπων απέναντι στις σχέσεις που αυτοί συνάπτουν.
Ο ίδιος ο Όρμ είναι στο επίκεντρο των γεγονότων αλλά κυρίως των σκέψεών-του, που παίζουν ιριδιζόντως ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο με όλες τις ανάμεσα αποχρώσεις. Λίγο αήθικος, λίγο ευθυνόφυγος, λίγο κουλουριασμένος σκύλος, λίγο άβουλος, πλήττεται από την απώλεια, τόσο των ανθρώπων γύρω-του όσο και της διάθεσής-του να συνεχίζει να ζωγραφίζει.
          Η ίδια η ιστορία κάνει πολλαπλές κοιλιές και ενίοτε ξεχειλώνει, αλλά η αφήγηση, το ύφος ενός τεχνίτη, ο κυματισμός της γραφής είναι τελικά αυτό που μένει. Κι η γραφή είναι σαν την κλοπή, κάπου το λέει και το βιβλίο, αφού ο συγγραφέας οικειοποιείται ό,τι του αρέσει για να το κάνει δικό-του μέσα στο έργο-του. Ο Μπάνβιλ εκφράζει τα συναισθήματα ενός παραιτημένου, ενός καλλιτέχνη που δεν βρίσκει κίνητρο κι αυτό το κάνει με δραματικά και κωμικά χρώματα, με πινέλα που δεν αφήνουν πάντοτε σαφή και διαυγή τα ίχνη-τους στον καμβά.

Αφού το διάβασα:
          Το χάρηκα σίγουρα πολύ λιγότερο από το “Αρχαίο φως”.

[Οι εικόνες, εκτός από το σκίτσο του Pyotr Konchalovsky "The Model by the stove", ελήφθησαν από: www.coolchaser.com  και  noisypilgrims.com]

Πατριάρχης Φώτιος

2 comments:

Rosa Mund said...

Όχι, δεν έχω διαβάσει τη "Μπλε κιθάρα". Ούτε το "Αρχαίο φως". Δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους.
Έχω διαβάσει: " Η θάλασσα" - "Το σάβανο" - "Άπειροι κόσμοι" - "Ο διπλός θάνατος της Κριστίν Φόουλς".
Ο Μπάνβιλ μου αρέσει. Είναι πολύ ιδιαίτερος. Με ενδιαφέρει ο τρόπος που χειρίζεται το μέγα ζήτημα των γηρατειών και του θανάτου (εντελώς διαφορετικά από τον Ροθ), μήπως και συμφιλιωθώ με το αναπότρεπτο.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Roda Mund,
είχα ακούσει καλά λόγια για τα βιβλία του Μπάνβιλ που έχεις διαβάσει,
ειδικά για τη "Θάλασσα",
και τώρα εσύ τα επιβεβαιώνεις.
Καλή και η σύγκριση με τον Ροθ, που κάνεις,
αν και δεν μοιάζουν σε άλλα σημεία.
Καλή εβδομάδα
Π.Φ.