Saturday, April 20, 2013

Ο Θανάσης Καρτερός μεταδίδει …την “Εξέγερση των νεκρών”

Πολιτική αλληγορία, με δόσεις σάτιρας και στοχασμού, με τζούρες δοκιμιακού λόγου και μια υποτυπώδη πλοκή: να η συνταγή για να καταδειχθεί η θανατική πολιτική που θεωρεί τους Έλληνες δυνάμει νεκρούς. 


Monte Tasso:
Θανάσης Καρτερός
“Η εξέγερση των νεκρών”
εκδόσεις Καστανιώτη
2012

            Η σημερινή πραγματικότητα θα μπορούσε να αποτυπωθεί ως εξής: μία σειρά από κυβερνητικές αποφάσεις εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην οικονομική εξόντωση και όλες οι μονάδες καταστολής επεμβαίνουν για να μην αποτραπεί αυτή η φυσική θανάτωση των «κατώτερων» στρωμάτων. Όσο κι αν η οικονομική κρίση μελετάται ως οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό ή πολιτισμικό γεγονός, υπάρχουν μερικές χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες που λιμοκτονούν και άλλοι που πνίγονται στην αγχόνη μιας εξοντωτικής πολιτικής.
            Ο Θανάσης Καρτερός, χρόνια δημοσιογράφος και μάλιστα στα μετερίζια της αριστερής δημοσιογραφίας, συλλαμβάνει αυτή την εικόνα και προσπαθεί να την αποδώσει, όχι με εφημεριδογραφικό λόγο ούτε με πολιτικές αναλύσεις. Επιχειρεί να δώσει το δικό-του στίγμα γράφοντας μια κωμική αλληγορία, μια εκτεταμένη σάτιρα, μια ουτοπική τραγέλαφο.
            Σε μια κοινωνία σαν τη δική-μας, έχει τεθεί ως υπέρτατος σκοπός το Κέρδος και όλα δουλεύουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, έχει θεσπιστεί η θανάτωση όλων των επιζήμιων και χρηματοβόρων τμημάτων του πληθυσμού, ώστε η κοινωνία να εξοικονομήσει τα έξοδα που θα έπρεπε αλλιώς να υπολογιστούν. Οι πολύ μεγάλοι σε ηλικία, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι ισοβίτες, οι ομοφυλόφιλοι, οι εγκληματίες, οι πόρνες που κλέβουν το δημόσιο, οι ναρκομανείς και φυσικά οι αναρχικοί θεωρούνται περιττοί, είναι ατύπως νεκροί (γι’ αυτό ονομάζονται Άτυποι) και, αφού ναρκωθούν, διαπερνούνται με μια θανατηφόρα ακίδα για να εγκαταλείψουν τον μάταιο τούτο κόσμο. Έτσι «επικυρώνεται» ο θάνατός-τους και η πολιτεία εξοικονομεί πλείστα όσα έξοδα, ενώ συνάμα τα ζωτικά-τους όργανα, κρυφά, πωλούνται για μεταμόσχευση. Η Αντιγόνη, βαρυποινίτισσα Άτυπη, καταφέρνει να συνέλθει από την νάρκωση, να βρει όπλο και να απαγάγει σημαίνοντα στελέχη, μεταξύ των οποίων και τον Υπουργό Υγείας. Παράλληλα, απελευθερώνει άλλους 21 Ατύπους και όλοι μαζί οργανώνουν μια επανάσταση κατά του σχεδίου εξόντωσης που εφαρμοζόταν.
            Όπως καταλάβατε, η κωμική υπερβολή στήνει ένα βασικό πυρήνα αλληγορίας, ο οποίος εμμέσως πλην σαφώς δηλοί την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και προτείνει ένα είδος αφύπνισης και κατ’ επέκταση επανάστασης. Η ιδέα στο σατιρικό-της πλαίσιο είναι πολύ έξυπνη, άδηλα όσο και εύκολα αποκωδικοποιήσιμη, εκτελείται με μια γλώσσα υπηρεσιακή, που μπορεί και παίρνει ειρωνικές αποστάσεις από τα πράγματα και ταυτόχρονα αποκαλύπτει τη σήψη τέτοιων μηχανισμών και πολιτικών αποφάσεων.
            Κάτι ωστόσο με ενοχλούσε συν τω χρόνω. Θυμήθηκα την “Επιδημία” του Τάκη Θεοδωρόπουλου ή το “Ω του θαύματος!” του Κουνενή. Κι εκεί κάτι με ενοχλούσε. Κι αν αυτό δεν είναι η προκατάληψη της ελληνικής κοινωνίας για το κωμικό-σατιρικό, αλλά ίσως είναι ότι η ίδια η αλληγορία εξαρτάται τόσο από την εξωκειμενική πραγματικότητα που χάνει την αυτοτέλειά-της και τη δική-της εσωτερική δύναμη. Με άλλα λόγια ένα μυθιστορηματικό σύμπαν που θα έπρεπε να έχει όχι μόνο συνέπεια αλλά και συνεκτικότητα, όχι μόνο πλοκή αλλά και αυτονομία, φωνάζει συνεχώς πως παραπέμπει σε έναν άλλο κόσμο, από τον οποίο εξαρτάται.
            Για να γίνω πιο σαφής, η παραπομπή σε μια πραγματικότητα είναι φυσικά αναγκαία για να υπάρξει σάτιρα, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να βρεθεί μια ενδοκειμενική συνθήκη που θα κάνει την ίδια την ιστορία συμπαγή, άρτια και γιατί όχι ανατρεπτική. Αλλιώς μετά από ένα σημείο, ο αναγνώστης συναντά μια επίπεδη αφήγηση που δεν τον θέλγει, δεν τον εξιτάρει, που τον αφήνει να οδεύει αργά αλλά ράθυμα προς το τέλος.
 
[Φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από: www.tntmagazine.com, heroinedeaths.wordpress.com, amfiloxia-blogs.blogspot.com και ethel-sinadelfos.blogspot.com]
Πατριάρχης Φώτιος

2 comments:

Pellegrina said...

εγω νομιζω οτι δεν ειναι τοσο η εξάρτηση απο την εξωκειμενική πραγματικότητα, οσο η εξάρτηση απο την εξωκειμενική μαζική ι δ ε ο λ ο γί α, η εξάρτηση αποι την τρέχουσα, χωρις ατομική προσθήκη/επέμβαση του συγγραφέα ι δ ε ο λ ο γ ι κ ο π ο ί η σ η της πραγματικότητας. Ως προς αυτό μάλιστα εχω να ομολογήσω οτι και τα δυο βιβλία που ανέφερες, του θεοδωρόπουλου και του Κουνενή, παρόλο που ήταν διασκεδαστικά γραμμένα, δνε ξερω αν θα μου αρεασαν αν δεν συμφωνούσα με την ιδεολογία τους (για τους παπάδες και για τους φαφλατάδες νεοελληνες αντιστοιχα. βεβαιως ειναι διασκεδατικά και ωράια γραμμένα, αλλα το κυριο χαρακτηριστικό ειναι αυτο: ο σχολιασμός της πραγματικοτητας απο μια συγκεκριμένη ιδεολογική (δεδομένη ομως, οχι ν ε α) σκοπια.
Θα μου πειτε, και ο Αριστοφάνης το ιδιο εκναε, απο ο,τι ξεροιυμ. θα σας πω ναι, ποιος ειπε οτι ο Αριστοφάνης δεν η΄ταν ενας προπαγανδιστής; Το θ ε α τ ρ ο (θέατρο, ΟΧΙ μυθιστόρημα, δηλ. mass media εκείνης της εποχής) α υ τ ο εκανε: πολιτική. Αλλά απο το μυθιστόρημα αποζητάμε την ατομικη΄έκφραση, το βημα παραπέρα.
Γενικα΄, τα σατιρικά βιβλία ειναι βιβλία που απολαμβ΄ναεις αν σ υ μ φ ω ν ε ί ς ιδεολογικά.
(Δεν εχω διαβασει το παρό, αλλ ανα ειναι οπως το λες, μαλλον ΔΕΝ συμφωνώ ιδεολογικά: οι "νεκροί" δεν εχουν καμιά ευθυνη για την κατάστασή τους, μεσα στο βιβλίο;)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μ' αρέσει η τοποθέτησή-σου.
Κυρίως επειδή τεκμηριώνεται ώστε να αντέχει στη συζήτηση.
Ωστόσο, δεν είχα, όταν διάβαζα το βιβλίο, πιάσει τον εαυτό-μου να διαφωνεί με τη ματιά του Καρτερού.
Επομένως, δεν κατάλαβα να ενοχλούμαι ιδεολογικά, αλλά πιο πολύ βαρέθηκα μια τυποποιημένη ιστορία.

Τώρα που το γράφω, σκέφτομαι ότι μπορεί να έχεις δίκιο στο εξής:
βαρέθηκα επειδή είδα μια καλογραμμένη ιστορία αλλά χωρίς έμπνευση, πέρα από τη σύλληψη της αρχικής ιδέας.
Είδα δηλαδή, όπως λες, μια πλοκή κομμένη και ραμμένη στη μαζική ιδεολογία.
Και ναι μεν μπορεί να μη διαφωνώ μ' αυτήν(δεν το πολυεξέτασα), αλλά ήξερα υποσυνείδητα πώς θα συνεχιστεί η ιστορία. Όχι βέβαια τα γεγονότα αυτά καθ' αυτά, αλλά το πνεύμα της σάτιρας, γεγονός που με αποθάρρυνε να τη δω με φρέσκο μάτι.
Πατριάρχης Φώτιος