Sunday, February 15, 2009

Τσουρεκάκια πολίτικα: έκδοση – αυτοέκδοση

Τσουρεκάκια ...πωλήτικα

Σκεφτόμουν αυτές τις μέρες τη θέση των συγγραφέων, ας πούμε των νέων, που δεν έχουν εκδώσει τίποτα ή έχουν εκδώσει ένα δυο βιβλία και περιμένουν την ανταπόκριση των άλλων. Το άρθρο όμως του Α. Βιστωνίτη σήμερα στο Βήμα με έφερε …ένα βήμα πιο πίσω:
-Νέος συγγραφέας θέλει να εκδώσει τα πεζά του ή τα ποιήματά του. Καταθέτει λοιπόν τα δακτυλόγραφά του σε έναν ή περισσότερους εκδοτικούς οίκους και περιμένει την έγκριση ή φευ την απόρριψη. Στη δεκαετία του ’90 και λίγο του 2000 οι εκδοτικοί οίκοι έκαναν ένα μεγάλο άνοιγμα, πολλαπλασίασαν τα εκδιδόμενα έργα στους καταλόγους τους, άνοιξαν το βιβλίο στη διαφήμιση και στο μάρκετινγκ κ.ο.κ. Έτσι, πολλοί νέοι συγγραφείς –αξιόλογοι και μη- βρήκαν πιο εύκολα στέγη.
-Βήμα δεύτερο: έκδοση ναι, αλλά προώθηση; Σήμερα όμως, όπως φαίνεται, η υποδοχή είναι πιο σφιχτή –φυσικά ούτε και προηγουμένως εκδίδονταν όλα όσα έβγαιναν από το πληκτρολόγιο των απείρων Ελλήνων εν δυνάμει συγγραφέων. Η πορεία λοιπόν προς την έκδοση συχνά γίνεται ιδίοις αναλώμασι, σε φτηνά βιβλιαράκια με ποίηση, που πάνε εύκολα στην ανακύκλωση, ή στην πολυέξοδη ακριβή έκδοση. Αναρωτιέμαι ωστόσο αν αυτές οι εκδόσεις θα έχουν τύχη σε ένα αναγνωστικό σύστημα που προωθείται με τον αυξανόμενο ιστό της διαφήμισης και της με κάθε τρόπο προώθησης. Φαντάζομαι συνεπώς ότι το δύσκολο δεν είναι να εκδοθείς, το δύσκολο είναι να προβληθείς.
Αρχίζει να αναφύεται και η λύση της έκδοσης μέσω διαδικτύου: κάτι ξέρει περισσότερο η Pellegrina.
-Βήμα τρίτο: κυκλοφορεί το βιβλίο και περιμένει ο συγγραφέας την απήχηση που θα έχει. Αν κάποιος δημιουργός βγει και πει ότι δεν τον πολυνοιάζει, μάλλον έχει μειωμένη αυτογνωσία. Τότε γιατί εκδίδεται; Μα φυσικά (ελπίζω ότι δεν κάνω λάθος), για να προβάλει το έργο του και να αναγνωριστεί η γραφή του. Επομένως, πρώτιστα περιμένει δύο ειδών επιβράβευσης: α) τη θετική αντιμετώπιση από τους κριτικούς (και φαντάζομαι πόσο θα αδημονεί να γραφεί κάτι γι’ αυτόν ή πόσο θα περηφανεύεται όταν πρωτοδεί κριτική για το έργο του) και β) την αυξημένη ζήτηση εκ μέρους του κοινού [βεβαίως κάθε δημιουργός στοχεύει ίσως στο ένα μόνο από τα δύο και λιγότεροι αποσκοπούν να κερδίσουν και τα δύο].
Εκεί τώρα καταλαβαίνω την αγωνία του δημιουργού που έχει λιώσει πάνω στο πληκτρολόγιο ή στο χαρτί και προσκρούει στην άρνηση του εκδότη ή στην απόρριψη του κριτικού ή ακόμα χειρότερα στη σιωπή που καλύπτει σαν σκόνη ερήμου την προσπάθειά του. Φταίει το σύστημα που δεν ευνοεί την ποιοτική γραφή; Φταίει ο εκδοτικός οίκος που δεν προώθησε το έργο; Φταίνε οι κριτικοί που χρηματίζονται παντοιοτρόπως και δεν αναδεικνύουν τις αξίες; Φταίνε τα κυκλώματα; Φταίω εγώ ο ίδιος (ο συγγραφέας) που δεν έγραψα κάτι αξιόλογο ή που δεν γράφω εύκολα, λαϊκίστικα, τρέντι, με βάση τους μοντερνισμούς και τους μεταμοντερνισμούς που πουλάνε σήμερα;
Προσπαθώ να μπω στην ψυχολογία του συγγραφέα και γι' αυτό καταλαβαίνω αν κανείς μού εξηγήσει ότι είμαι τελείως εκτός κλίματος. Κι όσο εύκολα βρίσκω άπειρα προβλήματα και ατέλειες στη γραφή, άλλο τόσο εύκολα θλίβομαι όταν ξεκινάνε πολλοί με όνειρα και δεν μπορούν να τα υλοποιήσουν.

Πατριάρχης Φώτιος

32 comments:

Pellegrina said...

Πατριάρχη, η Pellegrina δεν ξέρει και πολλά! Το πράγμα με μένα είναι απλό: η "Μάσκα" απορρίφθηκε από 4 (τέσσερις) εκδότες και η Μελάνη ήδη από έναν (μάλλον, γιατί δεν μου απαντάνε κιόλας!) Αλλά στη φάση που είμαι (γεννάω συνέχεια!), αν δεν βγαίνουν τα εργα μου προς τα έξω, ασχέτως πλήθους κοινού, θα τρελλαθώ! Θα σκάσω! Έφτασα ως το έμφραγμα! Κυριολεκτικα!
Όσο γιa ..χρήματα, ασφαλώς με νοιάζουν. Αλλά (όπως επίσης πιστεύω για ΚΑΘΕ συγγραφέα) δεν είναι ΤΟ ΠΡΩΤΟ που με νοιάζει. Ούτε το δεύτερο. Είναι, ας πούμε, το τέταρτο. Ε, δεν μπορώ για χάρη του τέταρτου να αγνοώ το τρίτο, που είναι, ας πούμε, η ανάγκη μου για ανατροφοδότηση, ούτε το δεύτερο, να προχωράω ως συγγραφέας (Το πρώτο δεν το λέμε ποτέ. Είναι το μυστικό της καρδιάς του καθενός).
Λοιπόν, αυτά για την "αυτοέκδοση"

Όσο για το τι γίνεται μετά την έκδοση, είναι κατι που το ένιωσα έντονα τώρα, που θέλησα να ανεβάσω τα προηγούμενα έργα μου (πωλήσεις ΜΗΔΕΝ), και οι εκδότες αρνήθηκαν. (Δικαίως, ξαναλέω). Λοιπόν, τι να την κάνω την έκδοση τελικά, αν είναι να μην σε διαβάζουν. Θα μου πεις, πήγαινε αγόρασε εκατό βιβλία σου και χάρισέ τα. Μα πού; Να τριγυρνάω στο δρόμο και να χαρίζω βιβλία; Ενώ στο διαδίκτυο αυτό γίνεται εύκολα και με αξιοπρέπεια.
Αυτά τα απλά και ανθρώπινα ισχύουν με μένα , Πατριάρχη. Τα πολύπλοκα δνε τα ξέρω: χρησιμοποιώ σχεδόν το σύνολο του μυαλού μου για τo γράψιμο, οπότε αναγκαστικά απλοποιώ τη real life.

Θέλω όμως να εξομολογηθώ στην παρέα και κάτι, εντελώς ατομικό, που έπαιξε το ρόλο του στη μέχρι τωρα "καριέρα" (χαχα) μου: είναι τρομακτικά δύσκολο να συνεννοηθείς με ανθρώπους που βάζουν πανω από όλα το υλικό συμφέρον για πολλούς λόγους, αλλά ο κυριότερος είναι ότι ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ να τους μιλήσεις σαν να νοιάζονται για το υλικό συμφέρον! έχω αυτό το άλυτο πρόβλημα σε οποιαδήποτε συναλλαγή μου, και θα το εχω παντα. Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω. Είναι η φράση που λέει σε μια στιγμή η ηρωίδα μου στη "Μάσκα" (και που είναι κλεμμενη από μια καλτ ταινία με ..βρικόλακες, το Nadia the vampire -να τη δείτε, είναι τέλεια): 'Δεν είναι ότι οι νέοι δεν ξέρουν. Οι νέοι ξέρουν τα πάντα, αλλά δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από αυτά που ξέρουν!' δεν είμαι "νέα", αλλά ισχύει!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
σε καταλαβαίνω. Και ειδικά αυτή η κλίμακα γύρω από το γιατί κάποιος εκδίδει είναι που με ενδιαφέρει.
1. ;
2. βελτίωση του γράφοντα ως συγγραφέα
3. ανάγκη για ανατροφοδότηση
4. χρήματα
Όλα αυτά λοιπόν επαφίενται και στην πρόσληψη του έργου. Αυτή τη σχέση συγγραφέα με τους δυνητικούς αναγνώστες του διερευνώ.
Πατριάρχης Φώτιος

Θεόφιλος Ελευθεριάδης said...

"Προσπαθώ να μπω στην ψυχολογία του συγγραφέα"


Να βοηθήσω απ` την μεριά μου;


“Αρχίζει να αναφύεται και η λύση της έκδοσης μέσω διαδικτύου: κάτι ξέρει περισσότερο η Pellegrina.”


Είναι μια λύση.
Είμαι παλιομοδίτης . Αγαπώ τα χάρτινα βιβλία. Μ` αρέσει να τα φροντίζω, να τα κρατώ ατασαλάκωτα και ταξινομημένα στην βιβλιοθήκη μου . Και μ`αρέσει να ξαναπιάνω το χαρτί τους, χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση για μια δεύτερη ή και τρίτη.
Αλλά όταν το «Χίλιες μέρες χωρίς ρεπό» απορρίφθηκε από 11 εκδότες (παρηγορήσου Νιόβη , υπάρχουν και χειρότερα) δεν είχα άλλη επιλογή από το διαδίκτυο.
Το ανάρτησα λοιπόν…και μου προέκυψε έκπληξη.
Το «Χίλιες μέρες χωρίς ρεπό» έφτασε σε αναγνώσεις τις αθροισμένες πώλήσεις απ` τα 2 πρώτα μου χάρτινα ,ενώ προς το παρόν ξεπερνά άνετα το τελευταίο μου.
Επί πλέον , το διαδικτυακό μου βιβλίο φαίνεται να συνεχίζει με ένα σταθερό ρυθμό ενώ τα δυό χάρτινα πρώτα μου έμειναν στάσιμα το καθένα λίγο πάνω απ` την χιλιάδα.

Καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα ότι αν το ζητούμενο είναι να σε διαβάζουν , τότε μάλλον το διαδίκτυο αποτελεί καλύτερη επιλογή.
Σύμφωνοι,αλλά οι παλιές αγάπες δύσκολα σβήνουν. Και το χαρτί είναι πολύ παλιά αγάπη δυστυχώς .

«Φαντάζομαι συνεπώς ότι το δύσκολο δεν είναι να εκδοθείς, το δύσκολο είναι να προβληθείς.»


Θεωρώ αυτονόητο ότι η προβολή παίζει τεράστιο ρόλο.
Το διαδικτυακό μου βιβλίο διαβάζεται σε δύο Fora ( lexima , allforums) στο blog μιας φίλης και λιαν προσφάτως και στο φρεσκοφτιαγμένο δικό μου.
Δεν πιστεύω πως θα είχε την ίδια αναγνωσιμότητα αν ήταν αναρτημένο μόνο σε μια ιστοσελίδα.


Περί της Νιόβιας κλίμακας

1) Επικοινωνία. Μπουκάλι στη θάλασσα και να δούμε τι θα προκύψει.
2) Δημιουργικότητα. Ανάγκη να αφήσεις κάτι πίσω σου. Γιατί ; Έλα μου ντε!
Εδώ ο Επίκουρος έχτισε ολόκληρη φιλοσοφία πάνω στο «Λάθε βιώσας» και παρ` όλα αυτά, σε αντίθεση με το δόγμα του, άφησε ένα σωρό γραφτά του (ασχέτως του τι σώζεται σήμερα) να μας θυμίζουν πόσο λίγο «έζησε κρυμμένος».
Είναι φορές που βλέπω ένα σκύλο να αφήνει το σημάδι του στην βάση ενός στύλου (που να βρεθεί δένδρο) και χαμογελάω με κατανόηση.
3) Απλά, σήμερα, μ` αρέσει να γράφω . Χρόνια πριν μου άρεσαν άλλα πράγματα και ούτε που σκεφτόμουν να γράψω.
4) Χρήματα. Δεν αποτέλεσαν ποτέ κίνητρο , ζω απ` την δουλειά μου, αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ ότι η σκέψη υπάρχει εν υπνώσει σε μια ακρούλα στο μυαλό μου.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

θεόφιλε,
πολύ χρήσιμα αυτά που λες. Κάθισα και διάβασα προσεκτικά όσα λες, τόσο επειδή είναι ενδιαφέροντα, όσο και επειδή είναι συλλογισμοί διαλόγου. Με άλλα λόγια δεν λες απλώς τα δικά σου, αλλά πατάς σ' όσα γράφτηκαν, κυρίως από την Pellegrina, και απαντάς, προσθέτεις, συμπληρώνεις...
Αυτό είναι συζήτηση.
Βλέπω επιπλέον ότι το διαδίκτυο είναι μια διέξοδος. Εγώ όμως, παρά την ιστολογική μου παρουσία, είμαι παραδοσιακός αναγνώστης: δύσκολα διαβάζω από την οθόνη εκτενή κείμενα κι έτσι τα ηλεκτρονικά πεζογραφήματα είτε τα αγνοώ είτε τα τυπώνω, αμφότερα αποθαρρυντικά.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Οι απόψεις μου επί των τελευταίων: Η οθόνη ετσι όπως είναι δεν αντικαθιστά το βιβλίο (δωρεάν ή όχι, με επίσημες ψηφιακές εκδόσεις η αυτοεκδόσεις) Αλλά τα κιντλ και όλα αυτά που προσομοιάζουν με βιβλίο θα είναι αλλιώς νομίζω. Θα μπορούν να διευκολύνουν τη μεταφορά πολλών κειμένων και η γνώμη μου έιναι ότι, αν πιάσουν, η ηλεκτρονική ανάγνωση θα διαδοθεί κυρίως για εύκολα αναγνώσματα (αστυνομικά, άρλεκιν κλπ), καθώς και σε έργα αναφοράς (εγκυκλοπαίδειες, λεξικά). Για την καλή λογοτεχνία νομίζω θα υπάρχει πάντα το χάρτινο, και όχι μόνο για φετιχιστικούς λόγους, αλλά γιατί διαβάζεις αλλιώς στο χαρτί, είναι άλλη η εξοικείωση με το λόγο και η προσωπική σχέση του αναγνωστη με το ερ΄γο, που το έχεις όλο μαζί, εκει στο χαρτί, σαν πακετάκι. (ΜΑ, διαβάστε λοιπόν τη Μελανίτσα μου να δείτε το μέλλον !!)Θα γίνει δηλαδή ένας διαχωρισμός και οι βιβλιοθήκες θα γίνουν πιο ποιοτικές. στο κατω κατω το πολύ χαρτί δεν χρειάζεται. Λιγότερο, όμορφα δεμένο, αγαπημένο, με αξία! Το ηλεκτρονικό θα έιναι μια ευκολία σε πάμπολλες περιπτώσεις, εκπαίδευση, πληροφόρηση, ψυχαγωγία. Και λογοτεχνία βεβαίως. Κάπως έτσι τα φαντάζομαι, τώρα βέβαια με την οικονομική κρίση κλπ ποιος ξέρει, αλλωστε στην Ελλάδα πόσοι διαβάζουν; να κατι άλλο: η ηλεκτρονική ανάγνωση ίσως λόγω τεχνολογίας κερδίσει αναγνώστες από τη νεολαία!
Όσο για φόρουμ καλή ιδέα έιναι, αθ το σκεφτώ. Μου φάινετια ότι προς το παρον ετσι όπως τα ε΄χω μπαίνουν ίσως λιγότεροι (μπάινουν πάντως), αλλα΄είναι πιο καθαρό ότι μπαίνουν για μένα. Και τα ε΄χω στη μορφή που θέλω, πιο περιποιημένα.
υγ: αν κανείς θέλει τη Μελάνη σε PDF μπορώ να τη στείλω με μέιλ(όχι εκείνη την εικονογραφημένη, απλή). Τη Μάσκα όχι γιατί πρέπει να την επιμεληθώ ακόμα, έχει δουλίτσα (κι εχει παλιώσει και την ψιλοβαριέμαι!)

υγ: Θεόφιλε είδα το βιβλίο σου. Να σου πω, είναι και το θέμα του πολύ σχετικό. "Χίλιες μέρες χωρίς ρεπό" είναι χίλιες μέρες μπροστά στον υπολογιστή! Σαφώς και είναι τραβηχτικό για τους θαμώνες!

υγ2 Μια νουβελίτσα που ετοιμάζω θα τυπώνεται ευκολότερα Πατριάρχη (περίπου 90 σελίδες βιβλίου) Έ, αυτή θα την διαβάσετε (δεν θέλω κριτική! Σιγά μην πιστέψει κανένας ότι θα μου κάνετε εμένα δίκαιη κριτική!!):)Ούτε εγώ το πιστεύω.

υγ: και ούτε θέλω!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
σωστά όλα όσα λες. Κι είναι πλέον δεδομένο ότι αυτές οι σκέψεις περί γραφής και έκδοσης, απήχησης και ανάγνωσης απασχολούν όλο και περισσότερους.
Πατριάρχης Φώτιος

Γιάννης Ράγκος said...

ΠΡΟΣ PELEGRINA
Σημειώνετε στο σχόλιό σας, μεταξύ άλλων:
"H ηλεκτρονική ανάγνωση θα διαδοθεί κυρίως για εύκολα αναγνώσματα (αστυνομικά, άρλεκιν κλπ) (...)".
Μία ένσταση: γιατί εκ προοιμίου θεωρέιτε ως εύκολα ανάγνωσματα τα αστυνομικά μυθιστορήματα; Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει "εύκολο" ή "δύσκολο" θέμα. Υπάρχει ο "τρόπος", τον οποίο ο συγγραφέας χρησιμοποιεί κάθε φορά για να αναπτύξει το θέμα του. Πρόχειρο παράδειγμα: Στο κλασικό ("αιώνιο") θέμα "Ένα αγόρι αγαπάει ένα κορίτσι" έχουμε τον "Ρωμαίο και Ιουλιέττα" του Σαίξπηρ (ή σύμφωνα με τα σύχρονες ορθρογραφικές τάσεις, Σέξπιρ), έχουμε και τα λαϊκά φωτορομάντζα της πεντάρας.
Ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, αλλά κυρίως ως λάτρης του είδους σε οιαδήποτε εκδοχή του (λογοτεχνία, κινηματογράφος κ.λπ.), υποστηρίζω σθεναρά την άποψη ότι ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το κατ' εξοχήν κοινωνικό (επομένως, και πολιτικό) μυθιστόρημα. Επιπλέον, διερωτώμαι αν, για παράδειγμα, αποτελούν "εύκολα αναγνώσματα" τα μυθιστορήματα του Χάμετ, του Τσάντλερ, του Μακ Ντοναλντ, της Χάϊσμιθ, του Σιμενόν, του Μανσέτ, του Έλροϋ, του Τάιμπο ΙΙ, του Καπότε (το "Εν ψυχρώ"), του Μάνκελ και πολλών άλλων (δεκάδων) σπουδαίων συγγραφέων του είδους, μεταξύ των οποίων και ορισμένων Ελλήνων.
Κοντολογίς, νομίζω πως η στερεότυπη εικόνα του αστυνομικού μυθιστορήματος, ως ένα "καλοκαιρινό" ανάγνωσμα περιορισμένων απαιτήσεων, σε φτηνή έκδοση, με μόνο στόχο τη λύση ενός γρίφου επιπέδου σταυρολέξου, είναι παρωχημένη. Πιστεύω ότι, στις μέρες μας, μερικοί από τους σημαντικότερους -διεθνώς- συγγραφείς ανήκουν στο είδος αυτό και τα έργα τους δεν είναι διόλου "εύκολα".
Σε κάθε περίπτωση, είμαι πεπεισμένος πως υπάρχουν μόνο καλά και κακά βιβλία και όχι καλά και κακά (δηλαδή "εύκολα") είδη λογοτεχνίας...

Ευχαριστώ για την φιλοξενεία και την ανάγνωση.

Pellegrina said...

Καλημέρα!
Κύριε Ράγκο, να διαμαρτυρόταν και κανένας άλλος! Θέλω να πω, το έγραψα έτσι, ακολουθώντας μια συμβατική άποψη και ασφαλώς ΔΕΝ εννοούσα αστυνομικά σαν αυτά που λέτε (δηλαδή σαν τα δικά σας!) Εννοούσα πως ό,τι θεωρεί ο κάτοχος του βιβλίου άξιο να το κρατήσει θα το βάζει στη χάρτινη βιβλιοθήκη κι ό,τι θεωρεί πιο πρόχειρο θα το διαβάζει ίσως ηλεκτρονικά. Οι επιλογές στον αναγνώστη!

υγ: εκτός από τα αστυνομικά είδα έχετε γράψει κάτι ΠΑΡΑ πολύ ενδιαφέρον για τη νάρκη που έσκασε στο Γοργοπόταμο το ...1964 (ξανά: όχι το 1943. Το 1964!). Αλήθεια, πόσοι το γνώριζαν; Στο Γοργοπόταμο!Επισκέπτες του Πατριάρχη, παρακαλώ, κάντε μια βόλτα από τη βιβλιονέτ στο λήμμα Γιάννη Ράγκος!

υγ: για λόγους χρόνου έχω ελαττώσει την αναγνωση των αστυνομικών. θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι είμαι από τις ελάχιστες περιπτώσεις παιδιών θηλυκού γένους που ...μεγάλωσαν με αστυνομικά. Ο μπαμπάς με τάιζε με ..Τσάντλερ! (καλά δεν μιλάω για Αγκάθα κρίστι). Τα λατρεύω πραγματικά! Αλλά...

Γιάννης Ράγκος said...

ΠΡΟΣ PELLEGRINA

1) Προφανώς, στην αναφορά μου περί "σπουδαίων συγγραφέων του είδους, μεταξύ των οποίων και ορισμένων Ελλήνων", δεν περιλαμβάνω τον εαυτό μου. Η σημασία ενός έργου κρίνεται και από την αντοχή του στον χρόνο, έτσι δεν είναι;

2) Το βιβλίο μου "Η νάρκη - Υπόθεση Γοργοπόταμος, Νοέμβριος 1964" αποτελεί προϊόν πενταετούς δημοσιογραφικής έρευνάς μου για το θέμα (ειρήσθω εν παρόδω, το κατοχικό σαμποτάζ έγινε τον Νοέμβριο του 1942).

3) Με την γενική παρατήρησή σας πως "ό,τι θεωρεί ο κάτοχος του βιβλίου άξιο να το κρατήσει θα το βάζει στη χάρτινη βιβλιοθήκη κι ό,τι θεωρεί πιο πρόχειρο θα το διαβάζει ίσως ηλεκτρονικά. Οι επιλογές στον αναγνώστη!" συμφωνώ απολύτως.

4) Κατά τα λοιπά, ευχαριστώ από καρδιάς για τα καλά σας λόγια.

5) Τέλος, ως προς το θέμα "έκδοση - αυτοέκδοση" στέκομαι αμφιταλαντευόμενος: γοητεύομαι από την "χάρτινη" έκδοση (το βιβλίο ως αντικείμενο μπορεί να αποτελέσει ένα αυτοτελές έργο τέχνης) ενός βιβλίου μου, αλλά διεγείρουν εξίσου το ενδιαφέρον μου οι μορφές "αυτοοργάνωσης" που αναπτύσσονται το τελευταίο διάστημα (διαδίκτυο, ηλεκτρονικά βιβλία κ.λπ.). Βεβαίως, επειδή διατηρώ την ακράδαντη πεποίθηση πως ο συγγραφέας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας και επομένως να ζει από την δουλειά αυτή, στη δεύτερη περίπτωση ανακύπτει και το θέμα του τρόπου είσπραξης των δικαιωμάτων του.

Ευχαριστώ

Pellegrina said...

το θέμα επαγγελματίας κλπ είναι μεγάλο και θα το θίξω το βράδυ, δεν προλαβαίνω τώρα (πάω στη δουλειά μου, γιατί εγώ δεν μπορώ να ζήσω ως συγγραφέας!) Επιτροχάδην απαντώ ότι για το πότε έγινε η ανατίναξη είχα μαζέψει στο PC μου ακριβείς πληροφορίες (επειδή κι εγώ σε ένα βιβλίο μου την αναφέρω), αλλά δεν τις κοίταξα (είναι πράγματι 1942), στηρίχτηκα (στο σχόλιό μου)στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Ράγκου στη βιβλιονέτ. Για κοιτάξτε τι λέει η καλή βιβλιονέτ!

Θεόφιλος Ελευθεριάδης said...

Προσυπογράφω τα περί καλών /κακών βιβλίων - κατά το καλή /κακή μουσική του Μ. Χατζιδάκι . Έχω στη βιβλιοθήκη μου όλη την σειρά της Α. Κρίστι- νομίζω, δεν έγραψε και λίγα η ευλογημένη !
Και υποκλίνομαι στην Π. Χαϊσμιθ την οποία έχω τοποθετήσει το ζενίθ του είδους.


«Βεβαίως, επειδή διατηρώ την ακράδαντη πεποίθηση πως ο συγγραφέας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας και επομένως να ζει από την δουλειά αυτή, στη δεύτερη περίπτωση ανακύπτει και το θέμα του τρόπου είσπραξης των δικαιωμάτων του.»

Χμμ…
Εδώ ανακύπτει θέμα συζήτησης. Αυτό το «θα πρέπει να ζει απ` την δουλειά (συγγραφή)» μήπως να το ξανασκεφτούμε;
Απ` ότι γνωρίζω ο μόνος απ` τους παλιούς που ζούσε απ` το γράψιμο ήταν ο Ξενόπουλος. Μην ξεχνάμε ότι η ελληνική αγορά είναι μια σταλιά οπότε τι να πουλήσεις και τι να σου μείνει. Από τους συγχρονους δεν ξέρω…να πούμε 10, 15 δεν νομίζω να είναι περισσότεροι. Οι υπόλοιποι γιατί γράφουμε; Σε ότι με αφορά νομίζω ήμουν σαφής στο προηγούμενο μήνυμά μου, ή για να το θέσω με τα λόγια ενός φίλου που του έχουν εκδόσει πάνω από 20 βιβλία ιστορικού περιεχομένου : « καλά που δεν ξέρουν την ψωνάρα μας γιατί θα ζητούσαν λεφτά για να μας διαβάσουν»

Τώρα σε ότι αφορά τα δικαιώματα/ χρήματα .
Υπάρχει κανείς που να τα μισεί στ` αλήθεια ; Νομίζω ούτε υπάρχει , ούτε υπήρξε ποτέ , με εξαίρεση την παρέα των Αντισθένη, Διογένη , Κράτη και των –συνεπών γιατί υπήρξαν και δήθεν- μαθητών τους.
Οπότε ευπρόσδεκτα , εφ` όσον δεν παραβιάζονται αρχές και αξίες για την απόκτησή τους .

Γιάννης Ράγκος said...

ΠΡΟΣ PELLEGRINA - ΘΕΟΦΙΛΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ

Ασφαλώς, ούτε κι εγώ μπορώ να ζήσω αποκλειστικά από τη συγγραφή (αν και θα το επιθυμούσα), παρόλο που εκτός από βιβλία γράφω -κατά καιρούς- και σενάρια. Γι αυτό τον λόγο ασκώ ακόμα επικουρικά και το "παλιό" μου επάγγελμα (δημοσιογράφος), έστω κι αν δεν τον κάνω το ίδιο εντατικά, όπως τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό που εννοώ είναι πως, κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας θα έπρεπε να μπορεί να ζει από τη συγγραφή -στην Ελλάδα, πράγματι, αυτό είναι δύσκολο καθώς αποτελεί μικρή εμπορική "πιάτσα" και οι μεταφράσεις ελληνικών τίτλων (ιδίως νεότερων συγγραφέων) είναι σχετικά περιορισμένες. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας θα πρέπει να εισπράττει τα δικαιώματά του από τις πωλήσεις, ως ελάχιστη "αποζημίωση" για τον κόπο και την πνευματική του εργασία. Στο κάτω-κάτω, χωρίς συγγραφέα, δεν υπάρχει βιβλίο (με οποιαδήποτε μορφή -έντυπη, ηλεκτρονική κ.λπ.)
Αλλά όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο μιας μεγάλης (και ίσως ατέρμονης) συζήτησης...

Ευχαριστώ και πάλι

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Χαίρομαι αφάνταστα,
που σ' αυτό το καφενέδακι τρεις συγγραφείς σε ένα τραπεζάκι συζητούν για τον συγγραφέα ως πρόσωπο, ως επαγγελματία, ως φιλόδοξο κυνηγό δόξας και γιατί όχι χρημάτων (με την καλή έννοια το γράφω).
Θέτω ένα ακόμα ζήτημα που θίχτηκε ακροθιγώς: αν όλοι εκδίδουν ή δημοσιεύουν στο διαδίκτυο (και γράφουν πολλοί Έλληνες πανάθεμά μας!) ποιος μπορεί να διυλίσει όλο αυτό τον όγκο και να επιλέξει τι αξίζει να διαβάσει πρώτα ο ίδιος; Εννοώ ότι όσα πιο πολλά κυκλοφορούν τόσο πιο δύσκολα απομονώνεται η ποιότητα. Έτσι φτάσαμε στο μπεστ-σέλλερ με τις επιπτώσεις σ' αυτό που ακούγεται ως βιβλίο μεταξύ του ευρέος κοινού. Από την άλλη, υποστηρίζεται ότι ο αναγνώστης του μπεστ-σέλλερ θα βρεθεί αργά ή γρήγορα πιο κοντά και στο δύσκολο βιβλίο, και στο ποιοτικό ανάγνωσμα (άσε που και τέτοια αναγνώσματα γίνονται ενίοτε και ευπώλητα).
Σκόρπιες σκέψεις ενός αναγνώστη...
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Μα Πατριάρχη, είναι θεωρητικά απλό: ο ..κριτικός. Στον ηλεκτρονικό κόσμο (θα) εχουμε και ηλεκτρονική κριτική. Θα γράφει ας πούμε ο Κούρτοβικ (λέμε τώρα). Η Νιόβη Λύρη ανέβασε στο μπλογκ της το μυθιστόρημά της "η Μάσκα" Το μυθιστόρημα...κλπ!

Αυτονόητο ερώτημα: ποιος θα πληρώνει τον (κάθε) Κούρτοβικ για να το κάνει αυτό;

ε, δεν ξέρω!!! Το διαδίκτυο αλλάζει όλο το σύστημα, θεωρητικά. Στην πράξη βέβαια μάλλον θα καπελωθεί από τους ίδιους: οι ίδιοι εκδοτικοί οικοι, τα ίδια συμφέροντα, δημοσιογράφοι, κριτικοί, θα μετακομίσουν από το χαρτί στην οθόνη.

(ΜΑ, διαβάστε τη μελανίτσα!!!:):))

για το θέμα επαγγελματίας καλύφθηκα από Θεόφιλο-Γιάννη.

Θεόφιλος Ελευθεριάδης said...

«(και γράφουν πολλοί Έλληνες πανάθεμά μας!)»

Ο Ροϊδης είχε γράψει ότι αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που οι Έλληνες δεν διαβάζουν.
Δεν τους μένει χρόνος απ` το γράψιμο !!!



«Από την άλλη, υποστηρίζεται ότι ο αναγνώστης του μπεστ-σέλλερ θα βρεθεί αργά ή γρήγορα πιο κοντά και στο δύσκολο βιβλίο, και στο ποιοτικό ανάγνωσμα»

Είναι και δική μου άποψη αυτή.
Καλύτερα να διαβάζει κι ας είναι και σκουπίδια. Με την συχνή επαφή αναπτύσσεται σιγά σιγά κριτήριο.
Είναι όπως με το κρασί . Αν δοκιμάζεις συχνά θα πιείς ίσως και ξίδια ,αλλά αναπόφευκτα θα μάθεις να εκτιμάς το καλό.


«Το διαδίκτυο αλλάζει όλο το σύστημα, θεωρητικά. Στην πράξη βέβαια μάλλον θα καπελωθεί από τους ίδιους: οι ίδιοι εκδοτικοί οικοι, τα ίδια συμφέροντα, δημοσιογράφοι, κριτικοί, θα μετακομίσουν από το χαρτί στην οθόνη.»

Χμμ…δύσκολα.
Το διαδίκτυο ,όπως το αντιλαμβάνομαι διαθέτει μηχανισμό αυτοπροστασίας από καπελώματα.
Βέβαια σε ότι αφορά πληροφορική είμαι ακόμη στο Δημοτικό οπότε , περισσότερο είναι ευχή παρά δήλωση.

«ΜΑ, διαβάστε τη μελανίτσα!!!:):))»

ΜΑ φυσικά. Έπεται της Μάσκας .

βαγγελης ιντζιδης said...

μήπως η συγγραφή και η έκδοση ενός βιβλίου επιζητούν κάτι πέρα από κριτική και αναγνωστικό κοινό, τα "αναμενόμενα" - σύμφωνα με την ανάρτησή σου Φώτιε - που μάλιστα αν δεν τα επιδιώκει τότε "ο συγγραφέας δεν έχει αυτογνωσία";
Μήπως η κριτική και το αναγνωστικό κοινό είναι το μέσον για κάτι άλλο;
Μήπως για κάποιους τα αυτονόητα και αναμενόμενα είναι ο σκοπός;
Και για κάποιους άλλους είναι το μέσον;
Και μήπως όσο πιο έντονη είναι η διεργασία της αυτογνωσίας του/της ο/η συγγραφέας δεν αποσκοπεί στα αυτονόητα ούτε κυριαρχείται από αυτά;
Αλλά και μήπως επειδή αποσκοπεί πέρα από αυτά τότε έχει και τα δύο έτσι κι αλλιώς;

Κατερίνα Ρ. Μπαρτζώκα said...

ΜΕ προβληματίζει και μένα το τι γίνεται ΄μετά΄, κατόπιν εκδόσεως.
Υποθέτω ότι όλοι οι νέοι επίδοξοι συγγραφείς φαντάζονται τον εαυτό τους να φτάνει στην έκδοση, αγωνιούν γι αυτό αλλά κανείς δεν αναλογίζεται το μετά.

Ένας φίλος εξέδωσε πέρσι ένα μυθιστόρημα. Δεν ξέρω πόσο καλά τα πήγε, δεν ρώτησα λεπτομέρειες, αυτός είπε απλά 'καλά'. Άρχισα να παρακολουθώ τα ευπώλητα αλλά είδα ότι από τους δέκα οι εφτά είναι μεγάλοι, καταξωμένοι συγγραφείς.

Τι ελπίδα θα είχα εγώ στη θέση του; Ή ο οποισδήποτε νέος συγγραφέας; Τότε αναρωτήθηκα κι εγώ για την προβολή. Το να εκδοθεί το βιβλίο και να περάσει απαρατήρητο δεν νομίζω ότι το θέλει κανένας. Το ίντερνετ αν μη τι άλλο σου επιτρέπει να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου αν ο εκδοτικός οίκος δεν έχει κάνει κάτι.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Θεόφιλε,
χαίρομαι που είσαι καίριος και συγκεκριμένος.
Εγώ απεναντίας δεν πολυπιστεύω ότι ο άνθρωπος που απλώς διαβάζει θα αναχθεί σταδιακά σε ανώτερες μορφές λογοτεχνίας. Ίσως το συζητήσουμε άλλη φορά.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Βαγγέλη,
έστω κι αν η αναγνώριση είναι μέσο για κάτι άλλο (ποιο; διασαφήνισε τη σκέψη σου), είναι κι αυτή ένας επιμέρους στόχος, για τον οποίο ο δημιουργός δεν αδιαφορεί. Αν δηλαδή στοχεύει στη δόξα, στην υστεροφημία ή στην επικοινωνία κ.ο.κ., πάλι η αποδοχή του έργου του τίθεται ως προαπαιτούμενο. Θέλω να σε ακούσω.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Κατερίνα,
καλωσόρισες στην παρέα του Βιβλιοκαφέ.
Το θέτεις πολύ καλά. Πέρα από την έκδοση μετράει πιο πολύ η προώθηση, όχι οι πωλήσεις αυτές καθεαυτές. Μάλλον το πόσο θα ακουστεί το έργο...
Πατριάρχης Φώτιος

mariaba said...

Φανταστείτε τώρα, αγαπητοί συνομιλητές, αν θέλεις να εκδώσεις μια επιστημονική εργασία περί λογοτεχνίας, πρωτότυπη μεν, ως λέγουσιν, δυσπώλητη δε, και δή εκπονηθείσα από κάποιον άγνωστο νέο ερευνητή, που παρά τα εύσημά του στο χώρο τον φιλολογικό δεν είναι πανεπιστημιακός...φανταστείτε λέω...χάος και τείχος.

Θεόφιλος Ελευθεριάδης said...

«ΜΕ προβληματίζει και μένα το τι γίνεται ΄μετά΄, κατόπιν εκδόσεως»

« …φανταστείτε λέω...χάος και τείχος.»



Δύσκολα τα πράγματα αν δεν είσαι ήδη όνομα . Αλλά όχι ακατόρθωτο.

Βοηθάει να το αντιμετωπίζει κανείς στωικά.
Κάνε το καλύτερο που μπορείς και μείνε ευχαριστημένος/η απ` το ότι τα `δωσες όλα - όσα σου επιτρέπουν οι αρχές κι οι αξίες σου . Μόνο η πρόθεση και η προσπάθεια χρεώνεται σε σένα. Όχι το αποτέλεσμα που εξαρτάται από χίλια πράγματα έξω από σένα.

Γι αυτό η σκέψη της συγκεκριμένης σχολής δίνει τόση έμφαση στην πρόθεση / προσπάθεια . Διότι εκεί κανείς δεν μπορεί να σε νικήσει εκτός αν εσύ τον αφήσεις.

"την προαίρεσιν δε ουδ` ο Ζεύς νικήσαι δύναται"
Αρριανού, Των Επικτήτου Διατριβών, Α, α, 24


υγ
Σε κάθε περίπτωση μπορεί κανείς να παρηγορηθεί από το όταν ο Νίτσε- μετά από πολλά «Λυπούμεθα αλλά δεν μπορούμε να το συμπεριλαβουμε στις μελλοντικές μας εκδόσεις» - αυτοεξέδωσε το Ταδε έφη Ζαρατούστρα , έμεινε με τα αντίτυπα στο χέρι …πλήν 7 (εφτα!) που τα χάρισε και που «αμφίβολο αν διαβάστηκαν κι αυτά».

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Mariaba,
η περίπτωση που αναφέρεις δεν υπάρχει περίπτωση να έχει τύχη. Τα λογοτεχνικά τουλάχιστον βιβλία κάτι πιστεύουν ότι θα πουλήσουν, τα δε βιβλία των πανεπιστημιακών θα δοθούν στους φοιτητές, ενώ το επιστημονικό δεν θα αγοραστεί ίσως ούτε από τις βιβλιοθήκες!!!
Πατριάρχης Φώτιος

Μύρων Κατσούνας said...

I.Σεπτέ μου Πατριάρχα, νομίζω ότι δίπλα στην επιβράβευση των κριτικών και του κοινού, ο συγγραφέας επιζητεί ή επιζητούσε την επιβράβευση/αποδοχή/αναγνώριση των ομοτέχνων του. Οσο ακόμη λειτουργούσε το συνάφι ως συλλογικότητα, τότε επιθυμούσες τον έπαινο των σοφιστών και του δήμου. Η, δε, αποδοχή σου σήμανε και την έκδοσή σου, ει μη και την προώθησή σου. Ας θυμηθούμε μόνο τον ρόλο που έπαιξε ο Κατσίμπαλης, χωρίς να μείωνω ούτε κατά μία κεραία την αξία του Σεφέρη.Δεν ισχυρίζομαι ότι το συνάφι λειτουργούσε πάντοτε με αγαθά κι ακριβοδίκαια κριτήρια. Λειτουργούσε, όμως κι ήταν ένας ακόμη παράγων στην ιστορία του βιβλίου. Σήμερα, νομίζω, ότι οι συγγραφείς δεν συναντιούνται, παρά μόνο στις οθόνες των υπολογιστών τους.
ΙΙ. Για την ψυχολογία του συγγραφέα: Εάν είναι αληθινός συγγραφέας, με την έννοια που έδωσε ο Ρίλκε, τότε θα συνεχίσει να γράφει, ανεξαιρέτως της εκδοτικής του τύχης. Η διαδικτυακή αυτοέκδοση είναι μία λύση. Εάν απογοητευθεί, θα συνεχίσει να μουτζουρώνει σελίδες κατά μόνας, αλλά θα διοχετεύσει μέρος της δημιουργικότητάς του σε άλλα κανάλια. Πάντως, το ξεφούσκωμα μετά τα ανοίγματα των εκδοτών της προηγούμενης δεκαετίας σίγουρα θα απογοήτευσε πολλούς νέους επίδοξους συγγραφείς.

ΙΙΙ. Οσον αφορά τη διαδικτυακή ανάγνωση, νομίζω ότι ακόμη δεν έχει εξελιχθεί ανθρωπολογικώς το ανθρώπινο εκείνο είδος που θα περνά τις ώρες του μπροστά από μια οθόνη, διαβάζοντας με προσοχή ένα μυθιστόρημα. Ισως η γενιά που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1990 να είναι η πρώτη.

IV. Το θέμα που έθιξε ο κ. Ελευθεριάδης, σχετικά με την αυταξία της ανάγνωσης, ακόμη κι αν αυτή αφορά σκουπίδια, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και νομίζω ότι αξίζει να το συζητήσουμε σε άλλο τόπο.

Pellegrina said...

Γι αυτό το περί αυταξίας της ανάγνωσης. η γνώμη μου είναι ότι δεν ισχύει. Σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις και υπό ειδικές συνθήκες μπορεί η ανάγνωση σκουπιδιών να οδηγήσει σε καλλιέργεια γούστου. Μάλλον το αντιθετο συμβαίνει, η αυξανόμενη αποβλάκωση.
Επίσης νομίζω υπάρχει και μια "ιδεολογία" (λέμε τωρα) περί του θέματος. Οι διαβάζοντες σκουπίδια μυρίζονται τα μη σκουπίδια (ακόμα και τα μέτρια, η διαφορά είναι ειδολογική) και τα αποφεύγουν, όπως αποφεύγει υποσυνείδητα καθένας αυτόν που του θυμίζει την έλλειψή του. Υπάρχει ένα ιδιότυπο "μίσος": Λένε: οι "κουλτουριάρηδες" Κι ας μην είναι, ποιος είναι σήμερα "κουλτουριάρης"; (Αφήστε που είναι θλιβερός αυτός ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός, διάβασα και κατι πολύ ωραίο από θεοδωρόπουλο πρόσφατα στα Νέα). Λοιπόν έτσι νομίζω, ότι δεν είναι σαν το κρασί. Μακάρι να ήταν. Αντίθετα υπάρχει εθισμός στη σκουπιδανάγνωση.

Pellegrina said...

Να συμπληρώσω όμως στο προηγούμενο ότι αν κάποιος είναι να μη διαβάζει τίποτα τότε και τα σκουπίδια καλά είναι. Η ανάγνωση από μόνη της, ό,τι και να είναι, βοηθάει πολύ το μυαλό να σχηματίζει εικόνες, ενεργοποιεί τμήματα του εγκεφάλου που χωρίς αυτήν (και κυρίως με το βομβαρδισμό από την εικόνα ) μένουν νωθρά.Απλώς η ανα΄γνωση από μόνη της δεν οδηγεί στην ποιοτική από αισθητική αποψη διάκριση.

(Αλλά τελικά, ποιος ξέρει; κάθε μυαλό είναι διαφορετικό. Έχει γίνει ποτέ μια έρευνα;)

Pellegrina said...

Επίσης (:)) αυτό με τους εκδότες που έγιναν πιο σφιχτοί, αν είναι αλήθεια καλό μου ακούγεται (κι ας είμαι "θύμα"!) Μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε ευεργετική πόλωση: πολλά μπεστ σέλερ σκουπίδια (λέτε να λείψουν; όχι βέβαια!) λιγότερα καλά, όμως κ α λ ά. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα το "μακροπρόθεσμα" σπανίως ισχύει. Μόλις πεσουν τα κονδύλια από τον Χ ουρανοκατέβατο χρηματοδότη θα ανοίξουν πάλι οι αγκαλιές (σε διαφορους γιους και κόρες πρωτίστως, γιατί ο "πεινασμένος" την οικογένεια θα ταίσει πρωτα)
Τα λέω αυτά όχι γνωρίζοντας (ΤΙΠΟΤΑ δεν γνωρίζω) αλλά κρινοντας από το σύνολο της ελληνικής οικονομίας-κοινωνίας. Ξέρετε εσείς κάποιον τομέα όπου να έγινε μακροπρόθεσμα βελτίωση βάσει σχεδίου και πολιτικής: Ο ρυθμός "ανάπτυξης" είναι ένας και μονότονος παντού: εναλλαγή στριμώγματος (από λεφτά) και άπλετης, 'δημοκρατικής" μάσας. Αυτό είναι η Ελλάδα. Και η λογοτεχνία δεν είναι βέβαια το μόνο θύμα, υπάρχουν πιο καίρια, καθημερινά. (σόρι, φλυαρησα και για σήμερα!!

βαγγελης ιντζιδης said...

ΟΙ ΑΦΟΡΗΤΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ Β.Ι.
Πατριάρχη (άργησα να επανέλθω - γιατί προβλήματα υγείας με τους γονείς μου - ευτυχώς για την ώρα ξεπεράστηκαν...με έστρεψαν και πάλι στο άλλο, με έκλεισαν, δηλαδή, σε διαφορετικό ξέφωτο της ζωής στην (από)γνωση αλλά και γνώση του πάντα επερχόμενου πεπερασμένου). Κι ίσως και εξ αυτού να ενισχύεται το ό,τι πω (κι ευχαριστώ που θέλεις να το ακούσεις δίχως να σημαίνει να το αποδεχτείς -εννοείται).
Λοιπόν
(1) το να έχει κανείς αναγνώστες και κριτική επί του έργου του δεν είναι το ζητούμενο του συγγραφέα, αυτού του τερατώδους τίποτα...(τίποτα όπως ο δάσκαλος και ο ψυχαναλυτής)
Το ζητούμενο του συγγραφέα είναι ταυτόχρονα ο εγκλεισμός του αλλά και το άνοιγμά του. Εξηγούμαι:
(1α)γράφει έγκλειστος στο δικό του ΄Αμχερστ (μπλογκ, υπολογιστή, δωμάτιο,χαρτιά και μολύβια, κούπα με καφέ, παγάκια με αλκοόλ ή ό,τι...). Εκεί μέσα ματώνει, πεθαίνει, υπάρχει ή δεν υπάρχει σύμφωνα με το όποιο φαντασιακό για τη συγγραφή ΑΛΛΑ κυρίως εκ του ασφαλούς. Ο εγκλεισμός του είναι μια άβυσσος δίχως να ρίχνεται στην άβυσσο για να προσγειωθεί και κάπου. Είναι η ασφάλεια που έχει ο καθείς που εγκλείεται στην όποια σέχτα για να ζει στην κατάθλιψη προκειμένου να προστατευθεί από τη ζωή της πραγματικής κατάθλιψης.Εγκλείεται στην τρέλα - ίσως - αλλά ποτέ δεν ιδρυματοποιείται από την τρέλα. Ο συγγραφέας αγγίζει τους πάντες μέσα από τα χαρτιά του και εκ του ασφαλούς δεν διακινδυνεύει κανένα άγγιγμα καμμιά πρόσκαιρη ή και μόνιμη σωματική (δυσ)ή/και(ευ)λειτουργία κατά την οποιαδήποτε σωματική επαφή (κατ΄αυτόν επαφή - εννοείται).
(1β)Ο συγγραφέας αναγκάζεται στην καλλιέργεια των κήπων του στο δικό του ΄Αμχερστ (κήπους gothic, ρομαντικούς κήπους, ελυτικούς υποθαλάσσιους, καβαφικούς κήπους δωματίου ή όποιους...τέλος πάντων. Συχνά μάλιστα είναι τόσο αυτάρεσκος που χαλαλίζει χρόνο χαμένο και ξανακερδισμένο για να χαρτογραφήσει με κάθε λεπτομέρεια κατόψεις, προσόψεις...επόψεις των κήπων του λες και υπάρχουν - Προυστ- ή λες και υπήρξαν ως να υπάρχουν - Κάφκα ή/και λαβυρίνθους της ανυπαρξίας τους ενώ κατ΄αυτόν έπρεπε κάπως και κάπου, εδώ ή εκεί, να υπάρξουν - Σελίν).Κι αυτό επειδή αντιλαμβάνεται πως κάποιο νόημα πρέπει να αποδώσει εκ νέου ο ίδιος στη ζωή μπροστά στην έκπληξη του πεπερασμένου με το οποίο η ζωή ζει και ξαναζεί και ουδόλως - ασφαλώς - εκπλήσσεται.
(1α)-(1β): Ασφάλεια και κίνδυνος ενδημούν στον εγκλεισμό του. Και εκεί, ίσια - μέσα, μέσα- στον εγκλεισμό του συνδιαλέγεται, ανταγωνίζεται αλλά και αλληλεπιδρά και συμμαχεί ή ό,τι με άλλους έγκλειστους...Στο μεταξύ οι κήποι αρχίζουν να αυτονομούνται από αυτόν...δεν είναι ο άρχων των κήπων του...οι κήποι έχουν τη δική τους ζωή. Και λέει και ψέματα πλειστάκις...Λέει τρέχω για τους άλλους και αιφνιδίως συλλαμβάνει τον εαυτό του να εύχεται να μην υπάρχει κανείς - μήτε καν ζωή - για να μην έχει την έγνοια της.
Γιατί ο συγγραφέας είναι αποζητά μέσα από άπειρες μορφές μια ουσία για την οποία κάθε καλούπι είναι από την άλλη η εγγύηση της ύπαρξής της αλλά και η εγγύηση της φθοράς της και της ανυπαρξίας της...Φτιάχνει και χαλάει για να μη δει και όμως βλέπει και ξανά λέει "δε βλέπω".
Σε αυτόν τον εγκλεισμό δύο είναι οι κινήσεις υποκειμενικοποίησης του ατόμου που γράφει. Η πρώτη χειρονομία είναι όταν σηκώνει το τηλέφωνο και διαβάζει τα κείμενά του στους φίλους μέσα στην άγρια νύχτα ή όταν τα δημοσιοποιεί στο διαδίκτυο ή όταν τα δένει και τα πάει στον εκδοτικό οίκο (άλλος κήπος εγκλεισμού κι αυτός). Η δεύτερη είναι όταν πηγαίνει στους βιβλιόφιλους και στους λογοτεχνικούς κύκλους (επί το αθωότερον συντροφιές) για να τον δουν και να τους δει και έτσι εκ του σταδίου του καθρέφτη να υπάρξει (κίνηση υπαρκτική). Με αυτές τις δύο χειρονομίες δεν επιζητεί ουδεμία έξοδο από τους κήπους του εγκλεισμού του. Αντιθέτως συντηρεί με ευφυή τρόπο τον εγκλεισμό του ενισχύοντας το επιχείρημα υπερ του εγκλεισμού μέσω των εγκλεισμών και άλλων σε ανάλογους κήπους.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
Κάθε έκδοση και κριτική και αναγνωστικό κοινό ΠΑΝΤΑ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΟΥΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΙΣΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΣΟΥ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
είναι μια διττή χειρονομία για το συγγραφέα...να απεγκλωβιστεί από τη μια δίχως να ρισκάρει τον απεγκλωβισμό του...
Αλλά κάποιοι βγήκαν εκεί έξω και είδαν...
πως αν εννοείς τη χειρονομία της αφής πάντα η απτική εντύπωση θα σε συνταράξει...
όπως μας πλήττει η ζωή
ευτυχώς
πώς αλλιώς η ιστορία
β.ι.
(μην πεις άλλη φορά Φώτιε ότι θέλεις να με ακούσεις γιατί θεραπεύοντας έτσι τον ναρκισσισμό μου με εκθέτεις στην ίδια μου την πολυλογία και εν πολλοίς την α-νοησία μου)
Ο συγγραφέας δεν υπάρχει και ως βαμπίρ που είναι αποζητά ύπαρξη από τους άλλους που θα το διαβάσουν και θα τον κριτικάρουν
Το ωραίο είναι πως και ο αναγνώστης δεν υπάρχει...στις μέρες μας τις νεο-ναζεί- κανείς
ή να μην ζει?
Β.

Θεόφιλος Ελευθεριάδης said...

«ΙΙΙ. Οσον αφορά τη διαδικτυακή ανάγνωση, νομίζω ότι ακόμη δεν έχει εξελιχθεί ανθρωπολογικώς το ανθρώπινο εκείνο είδος που θα περνά τις ώρες του μπροστά από μια οθόνη, διαβάζοντας με προσοχή ένα μυθιστόρημα. Ισως η γενιά που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1990 να είναι η πρώτη»

Θα δυσκολεύομουν να το πιστέψω αν δεν το άκουγα με τ `αυτιά μου.
Σε συντροφιά που συζητιόταν τι βιβλία διαβάζει ο καθένας, ένας συνομιλητής (τριαντατόσο χρονών ) δήλωσε ότι μετά από αρκετή ανάγνωση χάρτινων ,τώρα πλέον διαβάζει ΜΟΝΟ βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή.

«Αντίθετα υπάρχει εθισμός στη σκουπιδανάγνωση.»

Φοβάμαι ότι υπάρχει εθισμός στα σκουπίδια γενικώς. Θεάματα,ακούσματα κλπ .
Η εποχή μας χαρακτηρίστηκε –δικαίως – ως η μόνη περίοδος της ανθρώπινης Ιστορίας που η ευτέλεια και η βία του θεάματος έφτασε στα ερεβώδη βάθη της Ρωμαϊκής αρένας.

«Η ανάγνωση από μόνη της, ό,τι και να είναι, βοηθάει πολύ το μυαλό να σχηματίζει εικόνες, ενεργοποιεί τμήματα του εγκεφάλου που χωρίς αυτήν (και κυρίως με το βομβαρδισμό από την εικόνα ) μένουν νωθρά»

Εδώ είμαστε!
Αν λοιπόν αρχίσει να δουλεύει ο εγκέφαλος, υπάρχει ελπίδα να ξυπνήσει και να ζητήσει και κάτι καλύτερο. Έχω καταθέσει αυτή μου την άποψη σε στίχους αλλά δεν είναι αυτή η συζήτηση για ποίηση. Όποιος ενδιαφέρεται το βρίσκει στο μπλογκ μου . Ενότητα : Σκέψεις και λέξεις άμετρες σκόρπιες σε λίγο μέτρο . Τίτλος ποιήματος: « Δεν μ` αρέσει»


«Ξέρετε εσείς κάποιον τομέα όπου να έγινε μακροπρόθεσμα βελτίωση βάσει σχεδίου και πολιτικής: Ο ρυθμός "ανάπτυξης" είναι ένας και μονότονος παντού: εναλλαγή στριμώγματος (από λεφτά) και άπλετης, 'δημοκρατικής" μάσας. Αυτό είναι η Ελλάδα.»

Αυτό ήταν Ελλάδα ανέκαθεν. Ο Παρθενώνας χτίστηκε με λεφτά που κλέψαν οι δημοκρατικοί Αθηναίοι απ`την υπόλοιπη Ελλάδα.
Ο Περικλής και ο Φειδίας βουτηξαν λίγο απ` το χρυσάφι που προορίζονταν για την διακόσμηση του Παρθενώνα και τους πήραν χαμπάρι . Ο Περικλής την γλύτωσε γιατί έστησε ένα πόλεμο στρέφοντας αλλού την προσοχή των πολιτών (μη μου πείτε πως κάτι σας θυμίζε!). Ο Φειδίας την κοπάνησε, πήγε στην Ολυμπία , έκανε τα ίδια, τον ρίξαν στην φυλακή και πέθανε εκεί μέσα.
Πως επιβιώνουμε ακόμη;
Χάρη σε - ανώνυμους κατά το πλείστον- Δον Κιχώτες που τραβάνε κουπί όχι μόνο χωρίς τους πει κανείς μπράβο, αλλά αντιθέτως εισπράττοντας το παράσημο της ανοιχτής παλάμης. Τυπικό παράδειγμα η Πανώρια Αηβαλιώτη που μένοντας νηστική και ρακένδυτη έσωσε όσα ορφανά της επανάστασης μπόρεσε , για να μείνει στην Ιστορία με το χλευαστικό «Ψωροκώσταινα».

Ξέφυγα λιγάκι απ` το θέμα βιβλίο, ε; Είναι που αντιστάσεις μου σε μερικά θέματα είναι οριακές.

βαγγελης ιντζιδης said...

ΙΣΩΣ ΝΑ ΦΑΝΕΙ ΧΡΗΣΙΜΟ (και να προξενήσει αυτό το ιδιότυπο μίσος- που λέει και η Πελεγκρίνα- σε μνησίκακους συγγραφείς και αναγνώστες. Ο,τι, δηλ. δεν υπάρχει)

« Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος πάνω από ογδόντα χρονών κατάφερε να ξαναζωντανέψει με τόσες λεπτομέρειες παλιές μνήμες εξέπληξε πολλούς φίλους αναγνώστες. Η μνήμη των ανθρώπων της γενιάς μου και γενικότερα των λαών με καθαρά προφορική παράδοση, λαών οι οποίοι δεν διέθεταν γραπτό λόγο, είναι εξαιρετικά ακριβής, φωτογραφική θα έλεγα. Από τα παιδικά μας χρόνια μαθαίνουμε να παρατηρούμε, να βλέπουμε και να ακούμε με τόση προσοχή, που το κάθε τι αποτυπωνόταν στη μνήμη μας. Τα πάντα βρίσκονται χαραγμένα εκεί […] Όταν αναπαριστάνουμε ένα γεγονός, το βλέπουμε σαν ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ένας Αφρικανός της γενιάς μου δυσκολεύεται πολύ να διηγηθεί «περιληπτικά». Τα διηγείται όλα λεπτομερώς ή δεν τα διηγείται καθόλου. Δεν κουραζόμαστε ποτέ να ακούμε την ίδια ιστορία! Για τους Αφρικανούς η επανάληψη δεν είναι ελάττωμα […] Η χρονολογική ακρίβεια είτε αφορούσε την παράδοση είτε οικογενειακές ιστορίες, δεν ενδιέφερε ποτέ τους αφρικανούς αφηγητές, οπότε κι εγώ δεν κατάφερα ποτέ να τοποθετήσω με χρονολογική ακρίβεια τα γεγονότα που αφηγούμαι εκτός των γεγονότων που συνέπιπταν με άλλα ιστορικά γεγονότα. Στις διηγήσεις των Αφρικανών, όπου το παρελθόν ξαναζεί στο παρόν, εκτός χρόνου κατά κάποιον τρόπο, υπάρχει μερικές φορές μια ασάφεια που μπερδεύει τους δυτικούς αναγνώστες, ενώ εμείς δεν συναντάμε κανένα πρόβλημα. Μέσα στην ασάφεια αυτή αισθανόμαστε σαν το ψάρι στο νερό. »

Σκέψεις του Αμαντού Αμπατέ Μπα που καταγράφηκαν το 1986 από την Ελέν Εκμάν

VITA MI BAROUAK said...
This comment has been removed by the author.
VITA MI BAROUAK said...

Χμμμ αυτό το post δεν το χα προσέξει....

Έχω γράψει ήδη τέσσερα μυθιστορήματα, από τα οποία:
Τα δύο πρώτα, ούτε να τα φτύσουν. Τα έχω στο συρτάρι, ελπίζω να βοηθήσουν τους ψυχιάτρους αν κάποια μέρα με κλείσουν στο τρελάδικο.
Το τρίτο σκέφτηκαν να το εκδώσουν δύο, αλλά στο τέλος κώλωσαν. Κανά δυο άλλοι ζήτησαν λεφτά, αλλά λεφτά δεν υπάρχουν, αλλά και να υπήρχαν το γεγονός ότι ήθελαν να εκμεταλλευτούν το ψώνιο μου, με έκανε να τρελαίνομαι, οπότε κι αυτό για τους ψυχιάτρους.

Η τριλογία του συρταριού μου, μια τριλογία δώρο στους μελλοντικούς μου γιατρούς.

Η επιμονή, όμως βγήκε σε καλό... Πριν δυό χρόνια απολύθηκα και χρησιμοποίησα τα χρήματα της αποζημίωσης για να αποτραβηχτώ στη Σύρο και να ασχοληθώ για δυό μήνες αποκλειστικά κι εντατικά με το 13ο Υπόγειο, το τέταρτο. Κι έτσι κάπως, το πρώην αφεντικό μου, «χρηματοδότησε» τη δημιουργία ενός μυθιστορήματος που αν ήταν κρασί δεν θα χε ούτε μια σταγόνα ύδωρ.
Ενδιαφέρθηκαν δυο εκδότες. Κάποιοι άλλοι δεν έχουν ακόμα απαντήσει. Τόλμησε λοιπόν πιο σβέλτα ο Μπαρτζουλιάνος και να το.
Αντί να πάει στους ψυχιάτρους, θα πάει σε όσους είναι αρκετά τρελοί για να το αγοράσουν!

Συμπέρασμα:
Όποιος γράφει συνέχεια, βελτιώνεται.
Όποιος ψάχνει, βρίσκει.
Όποιος λέει την αλήθεια, θα ακουστεί!