Thursday, April 18, 2013

Ο ΝτεΛίλλο φτάνει …στο “Σημείο Ωμέγα”

Υπάρχει η γλώσσα που σημαίνει τον κόσμο. Εκτός αν δεν υπάρχει ο κόσμος, και η γλώσσα, ειδικά στην ποίηση και στην πεζογραφία, σημαίνει μόνο τον εαυτό-της. Μ’ αυτή τη σολιψιστική αντιμετώπιση της λογο-τεχνίας έχουν γραφεί κείμενα που ρουφούν τον αναγνώστη και άλλα που τον κλείνουν απ’ έξω.


Flat white:
Don DeLillo
“Point Omega”
Picador 2010
Ντον ΝτεΛίλλο
“Σημείο Ωμέγα”
μετ. Ε. Γιαννακάκη
εκδόσεις Εστία
2012

            Περισσότερη πυκνότητα …πεθαίνεις. Λες και όλη η πραγματικότητα έπηξε σε λέξεις που δεν τήκονται με τίποτα, που δεν αφήνουν τον αναγνώστη να αναπνεύσει από τη βαριά-τους μάζα… Ένα βιβλιαράκι 120 σελίδων, το οποίο διαβάζεται με τη βραδύτητα πολλαπλάσιου όγκου και με την προσοχή με την οποία προσλαμβάνεται η ποίηση. Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τη μια απουσιάζει η υπόθεση που να στηρίζεται στη δράση: ο νεαρός σκηνοθέτης συναντά τον Ρίτσαρντ Έλστερ, πρώην σύμβουλο Πολέμου στην Αμερική, ο οποίος ήταν στο επιτελείο που προγραμμάτισε και διεξήγαγε τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράκ. Η ταινία που θέλει ο πρώτος να γυρίσει είναι η αφορμή για μια συζήτηση επί μακρόν. Όταν εμφανίζεται η κόρη του Έλστερ το ζευγάρι αποκτά και έναν τρίτο πόλο.
            Η αρχή αλλά και η ιδιότητα του αφηγητή ως σκηνοθέτη ορίζει και ένα διακαλλιτεχνικό επίπεδο γραφής. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, η οπτική γωνία σε καθεμιά από τις δύο τέχνες, η πύκνωση και η αραίωση της πραγματικότητας σε έναν άλλο πεζογραφικό και κινηματογραφικό χρόνο. Έτσι, έχουμε δύο κάτοπτρα που προσπαθούν να αποδώσουν ένα οριακό σημείο ωμέγα, το οποίο, σύμφωνα με τον Pierre Teilhard de Chardin, περιγράφει το μέγιστο σημείο προς το οποίο το σύμπαν ανάγεται, ένα σημείο πολυπλοκότητας και συνείδησης.
Γι’ αυτό ίσως, η γλώσσα του ΝτεΛίλλο είναι ποτισμένη με θυμοσοφική διάθεση, με την περιεκτικότητα που επιχειρεί να αποτυπώσει τις πιο μύχιες σκέψεις, που προσπαθεί να παγιώσει τον κόσμο μέσα στις σελίδες και που αποπειράται να φορτώσει τον αναγνώστη με τη σημαντική-της (σημασιακή-της) παρουσία. Ο κόσμος δεν είναι ο πόλεμος αλλά οι σκέψεις των τριών, που δεν μένουν μόνο εκεί, αλλά παρακινημένοι από μια υπαρξιακή ανάγκη για αναθεωρήσεις θέτουν ξανά τα ζητήματα της ζωής, όπως τον έρωτα, τη μοναξιά, τον εαυτό κ.ο.κ. σε άλλη βάση. 

            Το βιβλίο του ΝτεΛίλλο μου δίνει την αφορμή να μιλήσω για μια τάση που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλούς συγγραφείς, κυρίως της Αμερικής αλλά και άλλων λογοτεχνιών. Είναι μια μεταμοντέρνα μετατόπιση του βάρους από την αφήγηση στο δοκίμιο, από την εξιστόρηση γεγονότων στη διατύπωση θεωρητικών σχημάτων, από τη διήγηση στον σχολιασμό. Έτσι, η υπόθεση υποβαθμίζεται ή και παρακάμπτεται και η έμφαση δίνεται στον τρόπο σκέψης που διατρέχει το κείμενο, το showing αντικαθίσταται από το telling και συχνά, όπως στο έργο του ΝτεΛίλλο, η αιτιώδης σύνδεση γεγονότων και σχολίων ατονεί.
            Διαβάζεις μερικές δεκάδες σελίδων και δεν μπορείς να πατήσεις γερά στην ιστορία, αλλά πρέπει σε κάθε βήμα να εκτιμάς τον λόγο και την ιδεολογία των προσώπων σε ένα ή περισσότερα θέματα. Η αφηγηματική αυτή εξασθένιση δίνει τη θέση-της στο βάθος του στοχασμού. Ο αμερικάνος συγγραφέας βάζει τα τρία πρόσωπά-του πολύ λίγο να δρουν και πολύ περισσότερο να συζητούν ή να σκέπτονται πάνω σε καταστάσεις που εννοούνται ή απλώς αναφέρονται.
            Η δοκιμιακή αυτή χρήση της λογοτεχνίας οδηγεί το κείμενο στη μετάβαση από το εξωτερικό γίγνεσθαι στο εσωτερικό, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο όχι με βάση τα τεκταινόμενα αυτά καθαυτά αλλά τη σύλληψή-τους από το υποκείμενο. Ο κόσμος υπάρχει μόνο ως πεδίο της φιλοσοφικής διάθεσης του αφηγητή και των χαρακτήρων.
            Προσωπικά είμαι πολύ επιφυλακτικός και εν τέλει δύσπιστος μ’ αυτήν την απο-αφηγηματοποίηση της πεζογραφίας, που δείχνει στατικότητα, μερικές φορές στείρα αυτοαναφορικότητα και συχνά ερμητισμό. Είναι ένα είδος συγγραφικού αυτισμού, που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο, αφενός αναγκασμένο να δραστηριοποιηθεί πνευματικά, αφετέρου εγκλωβισμένο σε μια ρητή υπόδειξη όσων σε άλλες περιπτώσεις θα έπρεπε να απορρέουν από τη δράση.
            Ένα χωρίο του βιβλίου που αποφθεγματικά προσδιορίζει τον πυρήνα της σκέψης του ΝτεΛίλλο είναι το εξής: «Η συνείδηση συσσωρεύεται. Αρχίζει να σκέφτεται τον εαυτό-της. Κάτι σ’ αυτό μου φαίνεται σχεδόν μαθηματικό ζήτημα. Υπάρχει μάλλον κάποιος κανόνας στα μαθηματικά ή στη φυσική, σύμφωνα με τον οποίο το μυαλό υπερβαίνει κάθε κατεύθυνση γυρνώντας προς τα μέσα. Το σημείο ωμέγα. Οτιδήποτε κι αν επιχειρεί να υποδηλώσει αυτός ο όρος, αν έχει καν νόημα, αν δεν είναι μια περίπτωση γλώσσας που πασχίζει να προσεγγίσει κάποια ιδέα ξένη προς την εμπειρία-μας» (σελ. 78). Ίσως γι’ αυτή την εσωστρεφή χρήση της γλώσσας, την ερμητική και αυτοτροφοδοτούμενη, δεν μπορώ να κρατήσω τον ΝτεΛίλλο στα αναγνωστικά-μου ράφια.
 
[Το φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από: janvanorigo.wordpress.com, thetfs.ca, news.antiwar.com, nulliparaora.com, mcb.berkeley.edu και theredlist.fr]
Πατριάρχης Φώτιος

15 comments:

Pellegrina said...

Σε e-book δεν υπάρχει;

NYT Review of Books said...


Ωραίο ποστ!

Συμφωνώ απόλυτα με τον προβληματισμό.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Γιατί, Pellegrina; Σε παρακίνησα μ' αυτά που λέω να το διαβάσεις;
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

NYTimes,
κι αλλοι, απ' όσο είδα, ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στο έργο.
Εγώ προσπάθησα να δείξω τι με ενοχλεί, ποια τάση γενικά της λογοτεχνίας "αλλοιώνει" το πνεύμα της αφήγησης.
Ευχαριστώ
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

ειλικρινά, ναι! (στο κάτω κάτω, 120 σελίδες είναι!)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

120 σελίδες = 500 σε άλλου είδους αφήγηση.
Καλό κουράγιο.
Κι αν διά της δυσφημήσεως πουλάω βιβλία, τότε πρέπει να το δουν οι εκδοτικοί οίκοι και να με προσλάβουνε!
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

μα δεν ειναι δυσφήμηση! εξαρτάται απο το βιβλίο. Για άλλα, οι αρνητικές κριτικές (σου) με αποτρέπουν, αλλα αυτο εχει ενα ενδιαφερον για μενα!(μπορει ως συγγραφέας και ως αναγνώστρια λογοτεχνίας να προτιμω την αφηγηση και την πλοκή, αλλα ειμαι και ..φιλοσοφικό μυαλό!)
Αλλωστε, δεν ειμαστε στο ιδιο μηκος κύματος: εχεις φαει "βρισιμο" (λεμε τωρα) για πολλές θετικές κριτικές σου!

Το ερωτημα παραμένει: δεν υπάρχει, λοιπόν, σε e-book!
(to ε-βοοκ διαβαζεται πιο ευκολα. εστω δια του skipping, οπως λεγαμε σε προηγουμενο ποστ)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Απ' ό,τι είδα, δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει σε ηλεκτρονική έκδοση.
Επομένως, ανάμενε.
Πατριάρχης Φώτιος

Ρουμπάκης Γιάννης said...

Το θεωρώ εξαιρετικό βιβλίο. Δεν φτάνει η μία ανάγνωση. Είναι πράγματι δύσκολο κι όχι εύπεπτο. Το διάβασα δυο φορές και διάλεξα και κάμποσες σελιδούλες για "αυτόνομη" ανάγνωση.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Γιάννη,
το μυθιστόρημα, κατά τη γνώμη-μου, είναι μια ολοκληρωμένη σύνθεση. Δεν είναι μόνο καλογραμμένες σελίδες, είτε από γλωσσικής είτε από φιλοσοφικής άποψης.
Επομένως, πρέπει τα καλογραμμένα μέρη (και φυσικά ποιος είπε ότι ο Ντελίλλο δεν γράφει καλά) να βρίσκονται σε αγαστή ισορροπία και να εξάγεται η όποια φιλοσοφία-τους από την αφήγηση.
Η υπερφόρτωση με σκέψεις που λέγονται και δεν δείχνονται εξασθενίζει την αισθητική του έργου.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Συμφωνούμε σε ολα, Φώτιε, για το μυθιστόρημα γενικα΄,,αλλα αυτο δεν παυει να κάνει το βιβλιαράκι ενδιαφέρον, τουλάχιστον απο τα λεγόμενά σου: ενα "δυσκολο" κείμενο δεν μπορεί να κρυψει αν λέει ανοησίες και κοινοτοπίες ειπωμένες πολύπλοκα, ή αν λέει οντως κάτι. Κι εγω προτιμώ τον απλό λόγο, αλλα οι ασκησεις του μυαλού δεν κάνουν κακό! (στο κατα κατω, πρ΄πει να αντιστεκόμαστε στην ..άνοια, που σημερα φοριέται απο τα νεανικά χρόνια!)Αυτη ειναι, εν προκειμένω, η ουσία. (Θα σου πω οταν το διαβάσω-προς το παρόν απέχω απο βιβλιοπωλεία)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina-μου,
δεν είναι θέμα μόνο δυσκολίας. Αν ήταν έτσι, συμφωνώ απόλυτα μαζί-σου ως προς την αντιμετώπιση της άνοιας με διανοητικές ασκήσεις που η λογοτεχνία προσφέρει.
Είναι θέμα ΠΩΣ μετατρέπεται η λογοτεχνία από ιστορία με νόημα σε νόημα χωρίς ιστορία.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

ναι

NYT Review of Books said...

Πολύ καίρια η παρατήρησή σου για τις σκέψεις "που λέγονται, αλλά δεν δείχνονται".

Το να "δείχνονται" είναι, κατά τη γνώμη μου, η ουσία του μυθιστορήματος.

Άλλωστε, αν σκεφτούμε όλα τα σημαντικά/κλασικά μυθιστορήματα, θα δούμε ότι δείχνουν, δεν λένε.
Εντάξει, καμιά φορά λένε κιόλας, αλλά πάντα δείχνοντας.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

NYTimes,
θεωρώ το "δείχνω", όπως κι εσύ λες, την πεμπτουσία της πεζογραφίας.
Αν ο συγγραφέας δεν μπορεί να "δείξει" αλλά ρίχνει το βάρος-του στο "λέω" ή είναι μέτριος/κακός ή ακολουθεί τη μεταμοντέρνα αισθητική, που πολύ σχολιάζει και λιγότερο αφηγείται.

Αυτή όμως η αισθητική δεν με εκφράζει ως αναγνώστη...
Τη βρίσκω πολύ ρητορική, εκτός φυσικά αν η αναλογία είναι η κατάλληλη ή οι ανάγκες του μυθιστορήματος την κάνουν αναγκαία.
Πατριάρχης Φώτιος