Monday, December 17, 2012

“Λαμπερή μέρα” της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Ποιον κόσμο προβάλλει η συγγραφέας μέσα από τριάντα περίπου διηγήματα που κινούνται μεταξύ οικογενειοκεντρικής ατομικότητας και κοσμοπολιτικής οικουμενικότητας; Μπορούμε μέσω των στιγμιότυπων που μας προτείνει η Μιχαλοπούλου να δούμε τη ζωή με άλλο μάτι; Ο κόσμος της συγγραφέως δεν πείθει για την ευρύτητά-του όσο κι αν ενίοτε συλλαμβάνει λοξοκοιτάζοντας τραγελαφικές στιγμές του ανθρώπου.  


Στιγμιαίος καφές με κόκκους σοκολάτας:
Αμάντα Μιχαλοπούλου
Λαμπερή μέρα
εκδόσεις Καστανιώτη
2012 

            Γι’ αυτό το βιβλίο αποφάσισα να κάνω πιο συστηματική δουλειά. Κι αυτό επειδή μόλις διάβαζα ένα διήγημα από αυτή τη συλλογή, έμπαινα στο κλίμα-του και απολάμβανα τις μικρές χαρές που η ανάγνωση μιας ιστορίας προκαλεί. Όταν όμως έκλεινα το βιβλίο και προσπαθούσα λίγο αργότερα να στραγγίσω τα αισθήματα που μου είχε αφήσει, ένιωθα άδειος και συγκεχυμένος. Είπα λοιπόν να καταγράψω πιο αναλυτικά (έστω και αναδρομικά) τις εντυπώσεις-μου από το καθένα ξεχωριστά, ώστε να δω συνολικά το δάσος της μιχαλοπουλικής διηγηματογραφίας.
Τα διηγήματα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: σε όσα διαδραματίζονται εκτός Ελλάδας, σε όσα αναφέρονται σε ένα παρελθόν μνημών και σε όσα αναφέρονται στο σήμερα:

            Ελάφια στα δάση: Τελικά τι να επιλέξει κανείς, ελάφι στο πιάτο ή ελάφια στα δάση; Μικρό οικολογικό σχόλιο.
            Καλοκαιρινό χιόνι: ο κόσμος όπως τον ξέρουμε μπορεί και να μην είναι πάγια έτσι, αν ο ποιητής έλθει και μετουσιώσει την ουσία-του σε μια άλλη πραγματικότητα.
            Το σπίτι καταρρέει: η Λία εξομολογείται στην αφηγήτρια την εμπειρία-της στα πεθερικά-της στη Σουηδία, όπου τα πάντα έμοιαζαν μουντά και γκρίζα, εκτός από μια ατμόσφαιρα ερωτισμού που αναπτύχθηκε με τον μπατζανάκη-της.
            Ιμαλάια: η βιωμένη παγκοσμιοποίηση φαίνεται πολλές φορές ψευδεπίγραφη υπόθεση, αλλά τελικά αποδεικνύεται ότι όχι μόνο βιώθηκε, αλλά και τάραξε τα στάσιμα νερά των άλλων. Η θεία τελικά είχε πάει στα Ιμαλάια…
            Μεσοποταμία: η Μεσοποταμία, έστω και στην Αγγλία, αναδεικνύεται σε έναν παραδείσιο τόπο τον οποίο νοσταλγούμε τώρα που η τηλεόραση είναι η μόνη παρέα, τώρα που ο πρώην ρομαντικός εραστής και κατόπιν σύζυγος είναι ένας πολιτικός εξαπατητής.
            Ένα παλιό τραύμα: το τραύμα από μια αρκούδα την έκανε ακόμα και τώρα πιο γοητευτική.
            Πολιτιστική βραδιά: ο συγγραφέας σαγηνεύτηκε από την πανέμορφη Μάντισον αλλά τελικά ανακάλυψε ότι η γηραιά Ντιάνα ήταν αυτή που γοητεύτηκε από την παρουσία-του. Είναι άλλο αυτό που θέλουμε κι άλλο αυτό που συναντάμε. 
            Πέντε λεπτά από τη θάλασσα: ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας είναι ένας είδος άμυνας ή μια συνειδητή παραπλάνηση;
            Σκαντζόχοιροι: ο έρωτας και το σεξ είναι σαν συνουσία σκαντζόχοιρων: ο καθένας προτάσσει τα αγκάθια-του αμυνόμενος και επιτιθέμενος συνάμα, προσπαθώντας να δείξει αγάπη αλλά ταυτόχρονα να προστατευθεί κι απ’ ό,τι αλλότριο απειλήσει τη ζωή-του.
            Λαμπερή μέρα: η κινέζικη νοοτροπία να είσαι καλός με όλους και ευπροσήγορος κάνει την αφηγήτρια να χάσει τη δουλειά της αφού στην Ελλάδα η κριτική τέχνης απαιτεί αψάδα και εμπαθή γραφή.
Φθινόπωρο στο Φρίουλι: δυο φοιτητές της Καλών Τεχνών βρίσκουν δυο πλούσιους Ιταλούς μαικήνες που τους φιλοξενούν στο σπίτι-τους στο Φρίουλι και τους κάνουν τον βίο αβίωτο. Αναντιστοιχία τέχνης και ζωής;
Έτσι κάνουν όλες: οι γονείς της Δόξας πηγαίνουν να την επισκεφτούν στο Βερολίνο και συνειδητοποιούν το χάσμα γενεών.
Αυτοβιογραφία: η συγγραφέας βασανίζεται από μια θανατηφόρα ασθένεια, την αμυλοείδωση, αλλά τελικά ο ξάδελφός-της πεθαίνει αναπάντεχα πρώτος.
Λέρμοντοφ: μια γυναίκα έγινε βιβλιοκριτικός, παρόλο που μεγάλωσε σε ένα σπίτι με βιβλία, μόνο για διακόσμηση ή φτηνή φιγούρα.
Θα σας λειώσω: ένα ζευγάρι παίζουν τους εστιάτορες δήθεν υψηλής γαλλικής κουζίνας, κοροϊδεύοντας τους τέσσερις πελάτες-τους ενώ τα σαλιγκάρια-τους δεν θέλουν να λιώσουν.
Βρες τον: η αποτυχία του γάμου της προγιαγιάς την κάνει πριν πεθάνει να παρακινεί τη δισέγγονή-της να βρει τον πρώτο-της έρωτα κι αυτή τον ψάχνει στην πρώτη-της αγάπη στο δημοτικό.
Μυστικό σκουλήκι: μια παντρεμένη γυναίκα βρίσκει εραστή το κινητό-της που της στέλνει ποιητικά μηνύματα.
Οι κλέφτρες: η κλοπή γίνεται ένδειξη ωρίμασης από δυο έφηβες που μετά την αποκάλυψη των πολλαπλών κλοπών-τους γίνεται η μία γλύπτρια από υλικά οικοδομών κι η άλλη στατιστικός που καταγράφει νούμερα.
Τετρακόσιες πιέτες: η αφηγήτρια ερωτεύεται έναν τσολιά, το σκάει μαζί-του σε ένα ονειρικό παραλήρημα μέχρι που αυτός αυτοκτονεί.
Αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω: Δυο πρώην εραστές ξανασμίγουν τρώγοντας παραισθησιογόνα μανιτάρια.
Λιοντάρι στο κλουβί: η γιαγιά χάνει το σπίτι-της και κλεισμένη στο διαμέρισμα θα είναι σαν λιοντάρι στο κλουβί
Λάκυ: οι διαμάχες μιας κριτικού και μιας συγγραφέως αντικατοπτρίζονται στο ξέσκισμα της γάτας της πρώτης από τον σκύλο της δεύτερης. Ο χώρος είναι γεμάτος κτηνωδίες και κατακρεουργήσεις.
Θα παντρευτώ τον αδελφό-μου: μια αδελφή αγαπά παθολογικά τον αδελφό-της και ζηλεύει την κοπέλα που θα παντρευτεί.
Μια μητέρα ξέρει: μια μητέρα πάει βόλτα τον τετράχρονο γιο-της κάνοντάς του τις χάρες-του και συμβουλεύοντάς-τον καλοσυνάτα, ώσπου να αποκαλυφθεί τι παιχνίδια παίζει η φαντασία και ο κλονισμένος ψυχισμός μιας μάνας.
Τι θα διαβάσει ο κλέφτης: ιδέες για διηγήματα από την τσάντα μιας συγγραφέως.
Δε θα πεθάνεις ποτέ: στην Ολυμπία η αφηγήτρια ξαναβλέπει τον νεκρό αδελφό-της σαν κένταυρο.
Μουσακάς: η νεκρή μητέρα αφήνει ακόμα τα ίχνη-της στο σπίτι αλλά και στις ψυχές του πατέρα και των παιδιών-της.
Μετά το πάρτι: ένα πάρτι είκοσι χρόνια πριν και οι νεανικές τρέλες που είναι πλέον αναμνήσεις.
Το χέρι του πατέρα-μου: μέσα στη νύχτα η κοπέλα που επιζητά εφήμερες συνευρέσεις βλέπει στο χέρι του ώριμου εραστή-της το χέρι του πατέρα-της.
Γυναίκα στο δέντρο: μια γνωστή ζωγράφος που αποκαθηλώνει στα έργα-της πολιτικούς ανεβαίνει σε ένα δέντρο να κατεβάσει ένα κοριτσάκι και σκαλώνει εκεί πάνω.
Συμφιλίωση: η ενήλικη πλέον κόρη προσπαθεί, μέσω του δώρου που διάλεξε για τα Χριστούγεννα, να δείξει στη μητέρα-της τη ζωή που δεν έζησε εξαιτίας-της.
Ο μπαμπάς θα έρθει σε λίγο: κάνοντας την μπέιμπι-σίτερ νιώθει τι σημαίνει να λείπει ο μπαμπάς.
Ωραίο ανέκδοτο: ένας υπερήλικος σκέφτεται τη γιαγιά-του που έχει ξεπεράσει κάθε ρεκόρ Γκίνες μακροζωίας.
         

Ένα βασικό χαρακτηριστικό που βλέπει κανείς διατρέχοντας τις μικρές ιστορίες της Μιχαλοπούλου είναι ο κοσμοπολιτισμός, που ραντίζει με ελληνικές σταγόνες τη Γερμανία, την Αγγλία, την Κίνα… Για την Μιχαλοπούλου, είμαστε πολίτες του κόσμου, γνωρίζουμε αλλοεθνείς, μπαίνουμε προσαρμοζόμενοι ή απροσάρμοστοι στις εμπειρίες-τους, καλούμαστε να εγκλιματιστούμε στις νοοτροπίες-τους, κοινωνικοποιούμαστε με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία στις ξένες κοινωνίες. Αυτή η ώσμωση δεν είναι πάντα ρόδινη (βλ. τη σουηδική εμπειρία της Λίας στο “Σπίτι καταρρέει” ή την κινέζικη νοοτροπία που φαίνεται ξένη στην ελληνική πραγματικότητα στη “Λαμπερή μέρα”), αλλά αποτελεί καταστατική συνθήκη του σημερινού κόσμου.
            Ένα δεύτερο σχόλιο που μπορεί κανείς να κάνει είναι η αίσθηση της διάψευσης, βγαλμένης από την αδυναμία να ζήσουμε όσα θέλουμε ή όσα σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν. Το χαμένο παρελθόν και οι προσδοκίες που δεν πραγματοποιήθηκαν, ο κόσμος γύρω-μας που δεν μπορεί να υλοποιήσει τους μύχιους πόθους-μας και να καλύψει τις εσώτερες ανάγκες μας, η πραγματικότητα που εν τέλει εξελίσσεται σε δυνάστη των ονείρων-μας κυκλοφορούν μεταξύ των γραμμών κι αφήνουν την απαλή ή και οξεία μερικές φορές μελαγχολία να σκεπάσει σαν ομίχλη τα κείμενα και τον αναγνώστη. Πρόκειται για το ασυμβίβαστο μεταξύ του αναμενόμενου αύριο (που στα κινεζικά αποδίδεται με την περίφραση «λαμπερή μέρα») και του πραγματικού αύριο που δεν είναι καθόλου αγλαές.
            Συχνά η διηγηματογράφος καταφεύγει σε μια κοριτσίστικη, εφηβικής ηλικίας και νοοτροπίας, αίσθηση του κόσμου. Τα χρόνια της πρώτης νιότης κουβαλάνε χαμένους έρωτες, εφηβικές σκανδαλιές, δοκιμές και σχέσεις, επιτυχίες και αποτυχίες της προσπάθειας να αμφισβητηθεί η κοινωνική τάξη, να τεσταριστεί ο εαυτός και να βρεθούν οι γραμμές στις οποίες εφάπτονται ο προσωπικός και ο κοινωνικός χώρος. Η κοριτσίστικη φάση έχει αφήσει, απ’ όσο φαίνεται έντονα τα ίχνη-της στον ψυχισμό της Μιχαλοπούλου, η οποία επιχειρεί στα διηγήματά-της να ανασύρει μνήμες και εμπειρίες και έτσι να ανακατανείμει το σημερινό είναι-της σε μικρά στιγμιότυπα μιας άλλης ανέμελης και διερευνητικής ηλικίας.
Στο ίδιο πλαίσιο ανήκουν και οι αναφορές σε ηλικιωμένες (κυρίως γιαγιάδες στο “Βρες τον”) που αποτελούν τον ενήλικο, ανυπεράσπιστο μαζί και προστάτη, ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσης όπως και τα κορίτσια αλλά και ισχυρής βούλησης. Γενικότερα, οι οικογενειακές ιστορίες από τη μία δείχνουν τον στενό κύκλο, μέσα στον οποίο η πεζογράφος κινεί τα νήματα των χαρακτήρων, κι από την άλλη συγκινούν με την αναγωγή του καθημερινού σε ένα απώτατο τραύμα (“Μια μητέρα ξέρει”). Τελικά οι γυναίκες βλέπουν την οικογένεια σαν πεδίο διαπροσωπικών επαφών και προβληματίζονται γι’ αυτήν πιο πολύ από τους άνδρες που έχουν συνηθίσει να κοιτάζουν πιο πολύ έξω από αυτήν;
            Όσο διαβάζει κανείς τα πρώτα κυρίως διηγήματα, βλέπει μια εμμονή της διηγηματογράφου, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Οι πρωταγωνιστές-της έχουν σχέση με την τέχνη, είναι ηθοποιοί, κριτικοί, ζωγράφοι κ.ο.κ., με αποτέλεσμα μερικά διηγήματα να είναι πλάγια αυτοαναφορικά, να αποτελούν ένα αφηγηματικό σχόλιο στην τέχνη και στη λειτουργία-της. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό καθεαυτό. Είναι η συγκρότηση ενός κόσμου καλλιτεχνών και sic πνευματικών ανθρώπων που αποτελούν την πεμπτουσία της κοινωνίας, όχι ως το καλύτερό-της μέρος, αλλά ως το μάτι-πρίσμα με το οποίο αποδίδεται η πραγματικότητα. Αυτό το εγωτικό-εσωστρεφές είδος γραφής κάνει τη ματιά μονόπλευρη και στενή, καθώς βάζει την τέχνη στο κέντρο του κόσμου, ένα είδος παρατηρητή, με μια ελιτίστικη νοοτροπία μονομερούς θέασής των πραγμάτων.
            Κι από την άλλη, η τάση των διηγηματογράφων και ειδικά της Μιχαλοπούλου να γίνονται αυτοβιογραφικοί είναι άλλο ένα δείγμα αυτής της εγωκεντρικής νοοτροπίας. Αυτή είναι βέβαια σύμφυτη με τη διηγηματογραφία, αλλά η συγκεκριμένη συγγραφέας κόβει κομματάκια τη ζωή-της, μεγεθύνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά-της, δραματοποιεί τις οχληρές ή χαρούμενες πτυχές-της και έτσι δίνει γενικευτικές διαστάσεις στο ατομικό. Μα αυτό δεν είναι το διήγημα, θα πει κάποιος; Αυτό είναι το 50% από όσους εμπνέονται από τη ζωή-τους και μιλάνε μόνο γι’ αυτήν. Μα το άλλο 50% αποτυπώνουν στιγμιότυπα μιας ευρύτερης πραγματικότητας, αφού στο κέντρο των μικρών ιστοριών-τους δεν είναι ένα συμβάν, αλλά ένας προβληματισμός ή ένα συναίσθημα, και συνάμα θέτουν το ατομικό μέσα στο κοινωνικό, μέσα στο πολιτικό, μέσα στο ιστορικό... Ενώ τα διηγήματα ξεκινάνε, έτσι όπως είναι παρατεθειμένα, με συμπυκνωμένες αλληγορίες ή συγκινήσεις, από ένα σημείο και μετά βλέπουμε απλώς βιώματα ή ενδείξεις βιωμάτων να γίνονται ελαφρές ιστορίες χαλαρής ανάγνωσης.
            Τα κειμενάκια-της, μικρά τις περισσότερες φορές, αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη φάση της ζωής των γυναικείων κατά κύριο λόγο ηρωίδων-της, η οποία όμως συνοψίζει παλαιότερα στρώματα της ζωής-τους, στρώματα που διαμορφώνουν σε μάκρος χρόνου το παρόν. Η πραγματικότητα εναλλάσσεται με ένα ονειρικό στοιχείο, το οποίο δεν αλλοιώνει σε βάθος τη ρεαλιστική-της βάση, έστω κι αν σε μερικά διηγήματα, όπως στο “Τετρακόσιες πιέτες”, ο αέρας του ονειρικού ταξιδιού πνέει δριμύς. Αν προσέξει κανείς την τεχνική-της, θα δει ότι προσπαθεί να συνδυάσει δύο άσχετα μεταξύ-τους στιγμιότυπα, το ένα εκ των οποίων ανακαλεί ή συνδέεται αλληγορικά ή θυμίζει ή… το άλλο. Τις περισσότερες φορές δεν είναι εμφανής η σύνδεση αλλά έτσι όπως μπλέκονται μεταξύ-τους ίσως και να μην έχει πάντα σημασία.
            Κλείνω με μια φράση που αποδίδει την αξία της λογοτεχνίας τόσο για τον συγγραφέα όσο και για τον αναγνώστη: “ένιωθα την άγρια χαρά που προσφέρει η μυθοπλασία στους συγγραφείς που ξέρουν να ζουν μέσα-της, κι ύστερα επιστρέφουν στην πραγματικότητα διατηρώντας τα σκιρτήματα αυτής της παράξενης ευτυχίας” (σελ. 227-228).
            [Η βιβλιοπαρουσίαση αυτή παρουσιάστηκε σε πιο συντομευμένη μορφή στο In2life στις 5/11/2012 ]
Πατριάρχης Φώτιος

9 comments:

Anonymous said...

Η προσωπική μου εμπειρία στο "Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη" και στον "Παλιόκαιρο" είναι ότι μάλλον έχασα το χρόνο μου, όμως πείστηκα ότι η Μιχαλοπούλου δεν είναι ο ...τύπος μου.
Πειράζει που δεν θέλω να διαβάσω άλλο βιβλίο της;
(Ήμαρτον, Πατριάρχα μου...)



κ.κ.

Pellegrina said...

Η Αμάντα Μιχαλοπούλου εχει πολυ ωραια γλωσσα,κατά τη γνωμη μου

Θεόδωρος Γρηγοριάδης said...

Σχολαστική, ζηλευτή ανάλυση διηγημάτων. Μπράβο σας, αν και ανώνυμος/η.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

κ.κ.,
έλεγα το ίδιο με το ίδιο μένος και πάθος. Η Μιχαλοπούλου κατέβασε τόσο το επίπεδό-της που απορούσα αν είχε στόφα συγγραφέως... μέχρι που διάβασα το "Πώς να κρυφτείς" (δες το αντίστοιχο ποστ-μου). Εκεί ανακάλυψα ξανά τη λογοτέχνιδα, εκεί είδα πόσο δυνατή γραφίδα έχει, εκεί είπα "γιατί χαραμιζόταν ως τώρα;" Και σ' αυτή τη συλλογή είδα καλά στοιχεία σε μερικά διηγήματά-της.
Δεν την ξεγράφω λοιπόν, αλλά θα την έχω στα υπόψιν, γιατί μπορεί να δώσει πολλά.
Κι η γλώσσα-της έχει ένα κάτι, όπως λέει και η Pellegrina.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Θεόδωρε,
με υποτιμάς!!!
Αν όμως ανακάλυπτες ότι με λένε Φώτη Πετρίδη και είμαι καθηγητής πανεπιστημίου, κριτικός, συγγραφέας, μεταφραστής ...θα έβλεπες με άλλο μάτι τις αναρτήσεις-μου;
Δες, σε παρακαλώ, το αποτέλεσμα και όχι το όνομα, την αυθεντία ή την ιδιότητα.
Ένας (επαρκής;) ψευδώνυμος αναγνώστης.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

τι ειναι η στοφα συγγραφέως;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
ποτέ δεν αναφέρομαι σε έμφυτες ικανότητες που κάποια στιγμή θα αναδειχθούν. Όταν λέω στόφα, εννοώ γλωσσική υποδομή, αφηγηματικές ικανότητες κ.ο.κ. που δουλεύονται, καλλιεργούνται, βελτιώνονται από έργο σε έργο.
Χωράει πολλή συζήτηση. Αυτό που θέλω απλώς να επαναλάβω είναι ότι πρόκειται για μια κατακτημένη δεινότητα.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

ευχαριστούμε δάσκαλε!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Παιδί-μου Pellegrina,
οι αιώνες βαραίνουν, τα μαλλιά ασπρίζουν, οι ντάνες με τους παπύρους συσσωρεύονται... όλη αυτή η σοφία, όλη αυτή η πολυμάθεια πρέπει να διασκορπιστεί τοις πάσιν.
Την ευλογία-μου
και κάθε καλό
Ο Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος