Saturday, November 10, 2012

“πώς τελειώνει ο κόσμος” της Μαρίας Ξυλούρη

Το ζητούμενο ίσως δεν είναι πώς τελειώνει ο κόσμος, αφού τελειώνει για τον ενδιαφερόμενο με τον θάνατό-του, αλλά πώς αρχίζει και πώς τελειώνει για τους άλλους. Κι ανάλογο ζητούμενο είναι πώς αρχίζει και πώς τελειώνει ένα βιβλίο, για τον αναγνώστη, που δέχεται να μπει στον λαβύρινθό-του, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να πελαγοδρομεί επ’ αόριστον. 


Εσπρέσο χωρίς ζάχαρη:
Μαρία Ξυλούρη
“πώς τελειώνει ο κόσμος”
εκδόσεις Καλέντη
2012 

Αθήνα, 20/9/2012 

Αγαπητή Μαρία,
                    καταρχάς νιώθω την ανάγκη να σε ευχαριστήσω γιατί εκτιμάς το ιστολόγιό-μου και τις γνώμες που ακούγονται σ’ αυτό, με αποτέλεσμα να εμπιστευθείς και το δεύτερο βιβλίο-σου στα χέρια και στα μάτια-μου. Σ’ ευχαριστώ ακόμα και για τα θερμά λόγια που έχεις γράψει στη σελίδα που εσώκλεισες στο βιβλίο-σου. Εγώ υποσχέθηκα τίμιες προθέσεις και ιδιαίτερη προσοχή στη διερεύνηση όσων νοημάτων μπορεί το αναγνωστικό-μου κόσκινο να κρατήσει.
          Είχα διαβάσει κάπου ότι υπάρχει μια τάση στο σύγχρονο μυθιστόρημα να απλώνεται σε πολλά πρόσωπα, να διανέμει τους ρόλους σε πολλούς χαρακτήρες, χωρίς να αίρεται κάποιος στον πρωταγωνιστικό θώκο, να κινείται σε πολυάριθμα σκηνικά και διακλαδώσεις. Το βλέπω ανάγλυφα στο έργο-σου όπου ένας πολυπληθής θίασος προσώπων κινείται γύρω από ένα χαμένο κέντρο, ή μάλλον δύο, τον αυτόχειρα Δημήτρη και την εξαφανισθείσα Άννα, οι οποίοι, ενώ δεν τους ακούμε να μας μιλάνε, όπως τους υπόλοιπους χαρακτήρες, βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής όλων των άλλων. Με μια δαιδαλώδη πλοκή που ελίσσεται με κύκλους, με σπιράλ, με ελικοειδείς πορείες, ξεδιαλύνουμε σταδιακά το παζλ των ποικίλων σχέσεων που συνδέουν τον Ορέστη, τη Φανή, την Κατσαρίδα, τον Φώτη, τη Δώρα κ.ο.κ.
          Χωρίς να κουράσω όποιον δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, θα μείνω στις οικογενειακές, ερωτικές και φιλικές σχέσεις που αναπτύσσονται, καθώς από τον ένα δεσμό περνάμε στον άλλο σε ένα γαϊτανάκι, αφού ο εραστής της μίας γίνεται συν τω χρόνω εραστής της άλλης. Το βιβλίο φυσικά δεν είναι ερωτικό, αλλά απλώνει τα πόδια-του σε όλο το μυστήριο της ανθρώπινης ζωής, διασταυρωμένης με τις άλλες αλλά και με το βέβαιο τέλος-της που είναι ο θάνατος. Παρακολουθούμε πολλές μικρές ιστορίες, φυγόκεντρες, κυκλικές, συχνά παρένθετες και στην ουσία συναντάμε, καθώς προχωράμε τις σελίδες, ένα ψηφιδωτό επεισοδίων και σκηνών, που απλώνονται διακλαδωτά και με λαβυρινθώδη τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι τα πρόσωπα εξασθενούν μέσα στο σύνολο, παύουν να είναι θεμέλια της ιστορίας και μετατρέπονται σε μια πολυάριθμη αλλά ενίοτε ρηχή επαναλαμβανόμενη παρέλαση. Ο αναγνώστης χάνει το βάθος κάθε προσώπου, αδυνατεί λόγω συσσώρευσης να θυμάται τις λεπτομέρειες που θα συγκροτούσαν την προσωπικότητα κάθε χαρακτήρα, προσκρούει σε μνημονικά προσκόμματα και τυφλούς διαδρόμους.
          Αν δεις τον άνθρωπο”, γράφεις στη σελίδα 90, “σαν τις ιστορίες-του, θα πρέπει να παραδεχτείς ότι αυτές οι ιστορίες περιλαμβάνουν και τις ιστορίες άλλων ανθρώπων, ανθρώπων που έζησαν κάποτε, που ζουν τώρα, που θα ζήσουν αύριο, η μια ιστορία δίπλα στην άλλη, η μια ιστορία μετά την άλλη, από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις; Και σκέφτομαι ότι γι’ αυτό γράφει κανείς, για να φτιάξει μια αρχή κι ένα τέλος σε κάτι που δεν έχει αρχή και τέλος, για να ελέγξει το ανεξέλεγκτο”. Το βιβλίο-σου ακολουθεί αυτόν τον κανόνα, μόνο που δεν μπορεί κανείς να βρει την αρχή και το τέλος στον σχεδιασμένο-σου λαβύρινθο.
          Τέλος πάντων, αυτό αποτελεί επιλογή που υπηρετείται με συνέπεια και γι’ αυτό την προσπερνώ. Συγκρατώ περισσότερο την επιμονή στον ατομικό βίο, στις σχέσεις των χαρακτήρων και στη διαπροσωπική-τους επαφή, την αναγωγή του καθημερινού σε τραγικό, την αναγωγή καλύτερα των ακραίων συμβάντων όπως η εξαφάνιση ενός ανθρώπου και οι ψυχολογικές συνέπειες που αυτή επέφερε σε κέντρο ενός κόσμου που περιμένουμε να δούμε “πώς θα τελειώσει”. Με βάση τις ενδοκειμενικές δηλώσεις-σου, ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στο εύρος της ματιάς-μας και στην εμβέλεια της αντίληψής-μας. Επομένως, τα άλλα, τα μεγάλα, τα ιστορικά, τα σπουδαία, εφόσον δεν εμπίπτουν στον κύκλο των δραστηριοτήτων-μας, δεν μας αφορούν. “Ακόμα και οι μεγαλύτερες τραγωδίες-μας… όλα αυτά είναι πράγματα που υπάρχουν κι έχουν νόημα στη δική-μας εκδοχή του κόσμου· η συντέλεια που διαβάζουμε… είναι πάντα η συντέλεια του δικού-μας κόσμου που πολύ απέχει απ’ το να είναι όλος ο κόσμος” (σελ. 149). Αυτή η μεταμοντέρνα συλλογιστική, που έχει φυσικά μια βάση, δεν μπορεί να με αφορά ως αναγνώστη, γιατί απλά κλείνει μέσα-της μια εσωστρέφεια που δεν με καλύπτει και μια μερικότητα με την οποία δεν μπορώ να ταυτιστώ. Πρέπει αυτός ο μικρόκοσμος που τελειώνει να μπει στον δικό-μου μικρόκοσμο για να τον νιώσω. Αλλιώς μένει ξένος…
          Φυσικά, η επαφή με την ξένη λογοτεχνία μπορεί να φέρνει τέτοιες τάσεις, τις οποίες προσπαθώ κι εγώ να αφουγκραστώ. Εσύ, ίσως πιο εξοικειωμένη μ’ αυτές, “τόσα χρόνια διάβαζες τα βιβλία-σου στ’ αγγλικά, μια άλλη γλώσσα, έτσι που με άλλους δεν μπορούσες καλά καλά να συζητήσεις, γιατί τους έλεγες για πράγματα που στα ελληνικά δεν υπήρχανε” (σελ. 280). Διαβάζεις απ’ ό,τι μαθαίνω Αντρέα Φραγκιά, Πολ Όστερ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ντέιβιντ Μίτσελ, Χαρούκι Μουρακάμι. Γιόκο Ογκάουα, Πέρσιβαλ Έβερετ, Νικόλ Κράους, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Αλεχάντρο Σάμπρα και φυσικά Τόμας Πύντσον. Μην με παρεξηγείς λοιπόν αν αυτό που στη μεταμοντέρνα εποχή-μας είναι καθεστώς, εγώ το βλέπω με επιφύλαξη. Και σ’ αυτό το μεταμοντέρνο τοπίο μ’ αρέσει που ο Σαραμάγκου, ο Μπολάνιο, ο Έβερετ και ο Μουρακάμι λ.χ. βρίσκουν ισορροπία μεταξύ χάους και πλοκής. Άλλοι, αντίθετα, μεταμοντέρνοι διερευνούν τον λαβύρινθο χωρίς να δίνουν στον αναγνώστη έναν χάρτη. Άλλωστε, από τέτοιες ίσως ακρότητες, που στην αρχή φαίνονται πειραματικές, επέρχεται ένα καταστάλαγμα σε πιο ισορροπημένες καταστάσεις.
          Από την άλλη, δεν μπορώ να μην εκτιμήσω την αντίστροφη χρονολογική εξέλιξη των τεσσάρων οπτικών γωνιών (Ορέστης: 2008, Φώτης: 2007-2008, Φανή: 2007, Σκεύος: 2000) κι ύστερα ξανά από το παρελθόν του 2000 ως το παρόν του 2008. Σταδιακά περίμενα να δω πόσο καλά μπορεί να αξιοποιηθεί ως αφηγηματική τεχνική. Κι είδα μια ανάδρομη πορεία προς την εξαφάνιση της Άννας και μετά μια χρονολογική με τις συνέπειες του γεγονότος μέχρι την αυτοκτονία του αδελφού-της Δημήτρη. Είδα μια ιστορία που ανασκάπτεται προς τα πίσω και μετά μια προσπάθεια ανασύστασής-της. Νομίζω ότι είναι το πιο πρωτοποριακό στοιχείο του μυθιστορήματος, όπως ευρηματικό θεώρησα και το κεφάλαιο με τον Σκεύο και τον παππού-του, ο οποίος βλέπει στα όνειρά-του ποιος θα πεθάνει (θα έλεγα επίσης το γνωστό εύρημα να εμφανίζεται μια Μαρία μέσα στο μυθιστόρημα που θα γράψει ένα βιβλίο με ήρωα τον Δημήτρη και τους άλλους φίλους-της)!
Νομίζω, λοιπόν, ότι αυτή η ευφυής δόμηση του έργου είναι το μόνο πράγμα στο οποίο ουσιαστικά ρίσκαρες και γι’ αυτό δεν μπορώ να πω ότι είδα θεαματική «πρόοδο» σε σχέση με το πρώτο-σου βιβλίο, το “Rewind”. Είδα πάλι τη σκιά του θανάτου, της εξαφάνισης και της πίστης ότι οι άνθρωποι που αποτελούν το περιβάλλον-μας δεν μας ξέρουν καλά, είδα μια στιβαρή γλώσσα χωρίς όμως τολμήματα, που αποδίδει τη σκέψη μέχρι εκεί που η σκέψη ακολουθεί το ψυχικό φορτίο του χαρακτήρα, είδα αυτό το ψυχολογικό υπόβαθρο να δένει τις άσχετες εμπειρίες της ζωής, χωρίς όμως αυτό να αρκεί για να αναχθεί σε αφηγηματική οικονομία (εκτός αν το μεταμοντέρνο πρότυπο αρκείται σε τέτοιες αποσπασματικότητες)…
Δεν ξέρω ποιοι μπορούν να αγαπήσουν αυτό το βιβλίο, χωρίς να ξέρουν τη συγγραφέα και τους κόπους-της. Έψαξα κριτικές αλλά δεν είδα καμιά αποκαλυπτική, πλην ίσως αυτή του Γιάννη Φαρσάρη που αγάπησε το βιβλίο, αν δεν το εκτίμησε επειδή πρώτα γνώριζε τη συγγραφέα. Για τον μέσο ωστόσο αναγνώστη οι μικρές ιστορίες και οι χαμένες ανθρώπινες σχέσεις ξεχνιούνται εύκολα και για τον ψαγμένο μένει σε εκκρεμότητα η επιτυχία του αμαλγάματος.
Με εκτίμηση
Πατριάρχης Φώτιος
 
[Διασκευή κειμένου που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 20/9/2012]

11 comments:

Μαρία Ξυλούρη said...

Αγαπητέ Πατριάρχη Φώτιε,

δημοσίως, και όχι μέσω μέιλ αυτή τη φορά, θερμά ευχαριστώ για την ανάγνωση και για την ειλικρινή κατάθεση της άποψής σας. Ξαναλέω ότι αν και ο πειρασμός να απαντήσω και να υποστηρίξω το βιβλίο μου είναι μεγάλος (και ελπίζω να συγχωρείται, ως ανθρώπινος), προτιμώ να μην υποκύψω: το βιβλίο είναι εκεί έξω, το να εξηγήσω κάποια πράγματα δεν θα κάνει το βιβλίο καλύτερο ή χειρότερο, ούτε μπορεί να αναιρέσει το ότι οφείλει το ίδιο να υποστηρίξει τον εαυτό του, έτσι όπως είναι γραμμένο, στα μάτια κάθε μοναδικού αναγνώστη.

Πάντα με εκτίμηση,
Μαρία Ξυλούρη

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μαρία,
από τη μία, πιστεύω ότι ο συγγραφέας δεν πρέπει να απαντά, γιατί, ακριβώς όπως λες, το ίδιο το κείμενο οφείλει να υπερασπίζεται τον εαυτό-του ερήμην του συγγραφέα.
Από την άλλη, αν ο συγγραφέας κατέβει στον δημόσιο διάλογο έχοντας την αίσθηση ότι η άποψή-του δεν είναι αυθεντία, ούτε καν για το ίδιο το έργο-του, τότε μπορεί να συζητήσει επί ίσοις όροις με τους αναγνώστες-του.
Ως αναγνώστης λοιπόν εξέφρασα τη γνώμη-μου, ως αποδέκτης του έργου-σου διάβασα -ελπίζω ευσυνείδητα- και είδα ή δεν είδα πράγματα.
Δεν θα το θεωρούσα επομένως άτοπο να καταθέσεις, έστω και τις προθέσεις-σου, που μπορεί να φάνηκαν ή να μην φάνηκαν στο ίδιο το μυθιστόρημα.
Πατριάρχης Φώτιος

anagnostria said...

Παρ' όλες τις ομοιότητές μας, αγαπητέ Φώτιε, νομίζω ότι έχουμε μια διαφορά. Έχω την εντύπωση ότι διαβάζεις για να κρίνεις, ενώ εγώ διαβάζω για την απόλαυση του διαβάσματος και μόνο. Γι' αυτό κυνηγώ το καλό βιβλίο, που δεν το συναντώ και πολύ συχνά. Η κριτική σου βοηθά βέβαια τους νέους ειδικά συγγραφείς, πράγμα που ούτε μπορώ ούτε με ενδιαφέρει να κάνω. Σε θαυμάζω και διερωτώμαι αν άφησες ατέλειωτο κάποιο βιβλίο καμιά φορά, πράγμα που μου συμβαίνει όχι σπάνια.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ενδιαφέρουσα παρατήρηση, πολύ ενδιαφέρουσα, φίλη Anagnostria.
Δεν απάντησα μόλις τη διάβασα το πρωί, προκειμένου να τη σκεφτώ και να καταλάβω ότι έχεις δίκιο. Οι διαφορές-μας είναι γενικότερα πολλές, αλλά αυτή που επισημαίνεις έχει μια ιδιαίτερη βάση και η παρατήρησή-σου μια άγρια γοητεία.
Ξεκινώ από το τελευταίο. Ναι, έχω αφήσει πολλές φορές ημιτελές ένα βιβλίο και ενδεικτικά αναφέρω από τη χρονιά που διανύουμε το πολυπαινεμένο έργο του Τζούλιαν Μπαρνς, “Ένα κάποιο τέλος” ή το βιβλίο του Jean - Marie Blas de Roblès, “Εκεί που ζουν οι τίγρεις”. Κι αν θες κι από ελληνική λογοτεχνία του 2012 δεν μπόρεσα να τελειώσω, αν θυμάμαι καλά, ένα μικρό βιβλιαράκι, “Ο Θεός αυτοπροσώπως” του Σάκη Σερέφα. Ή επιχείρησα να ξαναπιάσω μετά την εφηβική-μου ηλικία το “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα” του Μενέλαου Λουντέμη και για δεύτερη φορά δεν το τελείωσα. Αυτά πρόχειρα ανάμεσα σε πολλά άλλα…
Ούτε εμένα με ενδιαφέρει να βοηθήσω τους νέους συγγραφείς με την κριτική-μου. Δεν πιστεύω ότι μπορεί η κριτική να επηρεάσει πρακτικά. Ίσως λίγο, στο υποσυνείδητο. Αν τελικά το πετυχαίνω, αυτοί είναι ευεπίφοροι και μπράβο-τους που ακούνε τους αναγνώστες-τους. Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει ο διάλογος που θα προκύψει, ώστε εγώ πρώτα να μάθω, να δοκιμάσω τις αναγνωστικές-μου αντοχές, να πυρωθώ και να ξαναδώ τι θέλω από ένα βιβλίο.
Κι εγώ δεν συναντώ συχνά το καλό βιβλίο, ειδικά στην Ελλάδα, και γι’ αυτό 2 στις 3, για να μην πω περισσότερο, από τις βιβλιοπαρουσιάσεις-μου είναι αρνητικές, λίγο ή πολύ.
Έρχομαι τώρα στη βασική-σου παρατήρηση που είναι και καθρέφτης αυτογνωσίας για μένα. Εσύ όντως διαβάζεις για την απόλαυση, αυτήν που θα ονόμαζα «συναισθηματική απόλαυση»: διαβάζεις για να νιώσεις ότι είσαι μέσα στο βιβλίο, ταξιδεύεις, περιμένεις το «μετά», θέλγεσαι λ.χ. από μια καλογραμμένη αστυνομική ιστορία, αγαπάς ήρωες και τόπους, βιώνεις τα συναισθήματα του ήρωα, ίσως ακουμπάς πάνω στον λυρισμό-του κ.ο.κ.
Αυτό που λες, απ’ την άλλη, για μένα ότι «διαβάζω για να κρίνω» θα το ονόμαζα «διανοητική απόλαυση»: διαβάζω για να σκεφτώ, να προβληματιστώ, ακόμα κι από ένα μέτριο, κακό, άστοχο βιβλίο προσπαθώ να δω τι δεν πήγε καλά και δυνάμει να ελέγξω τα αναγνωστικά-μου αντανακλαστικά. Κοιτάζω την πλοκή, δεν ταυτίζομαι εύκολα με τους χαρακτήρες, ψάχνω την ισορροπία των μερών, αναπηδώ με μια ιδεολογική άποψη ακόμα κι αν διαφωνώ (αν διαφωνώ σημαίνει ότι με ενοχλεί σε πρώτη φάση το έργο, αλλά σε μια διανοητική απόσταση από τον εαυτό-μου το κρίνω χωρίς να μπαίνω μέσα-του συναισθηματικά), ξεκλειδώνω το έργο κι εκεί αναζητώ τη μαγεία-του, μ’ αρέσει με το θυμικό-μου λ.χ. η αστυνομική λογοτεχνία αλλά καταλαβαίνω με τον νου-μου ότι είναι χαμηλού γενικά επιπέδου κ.ο.κ.
Έχεις και σ’ αυτό δίκιο και σ’ ευχαριστώ που με έκανες να σκεφτώ τη στάση-μου απέναντι στο βιβλίο.
Καλή Κυριακή
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ξεχάσαμε όμως τη συγγραφέα,
η οποία, απ' ό,τι φαίνεται, έχει ένα μεγάλο φαν κλαμπ,
αφού σε μιάμιση μέρα επισκέφτηκαν το ποστ 144 φίλοι.
Αυτό και μόνο κάτι λέει...
Πατριάρχης Φώτιος

anagnostria said...

Αγαπητέ Πατριάρχη, ευχαριστώ για τη μακροσκελή σου απάντηση με την οποία τόσο διεξοδικά αναλύεις τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους εσύ κι εγώ προσεγγίζουμε τη λογοτεχνία. Είναι πάντα ενδιαφέρον ναξέρουμε και πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Μια παρατήρηση για το " Ένα κάποιο τέλος". Μου άρεσε πολύ, μάλιστα μια φίλη μου τόσο ενθουσιάστηκε που το αγοράζει και χαρίζει σε όλους τους γνωστούς της. Μου είπε ότι αισθάνεται ότι της άλλαξε τη ζωή!

anagnostria said...

Αγαπητέ Πατριάρχη, ευχαριστώ για τη μακροσκελή σου απάντηση με την οποία τόσο διεξοδικά αναλύεις τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους εσύ κι εγώ προσεγγίζουμε τη λογοτεχνία. Είναι πάντα ενδιαφέρον ναξέρουμε και πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Μια παρατήρηση για το " Ένα κάποιο τέλος". Μου άρεσε πολύ, μάλιστα μια φίλη μου τόσο ενθουσιάστηκε που το αγοράζει και χαρίζει σε όλους τους γνωστούς της. Μου είπε ότι αισθάνεται ότι της άλλαξε τη ζωή!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Κι εγώ σου απάντησα έτσι, γιατί ακριβώς πιστεύω ότι οι απόψεις των άλλων μας κάνουν να δούμε με περισσότερη καθαρότητα τον εαυτό-μας και -τουλάχιστον- να διερευνήσουμε το πώς σκεφτόμαστε και δρούμε.
Τα βιβλία είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τον εαυτό-μας, αρκεί πρώτα να τα ξεκλειδώσουμε με τα δικά-μας κλειδιά. Κι εκεί είναι που κάθε κλειδαράς-αναγνώστης δοκιμάζει το δικό-του κλειδί. Μερικές φορές τα παρατά, άλλες καταφέρνει να ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν μπορεί να δώσει νόημα σ' αυτό που κρύβεται από πίσω...
Αδικούμε την Ξυλούρη μ' αυτή τη συζήτηση. Τέλος πάντων.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Μια σκέψη:τοβιβλίο όπως το περιγράφεις χρειάζεται τη γνωμη πιο νεων από μας ανθρώπων,γυρω στα 30.Ανθρώπων δηλαδή για τους οποίους η παρέα,η συναναστροφή με πολλούς,η εναλλαγή των σχέσεων και η ταχυτητά και συχνά επιφανειακότητα,αλλά και τα συναισθηματα και οπροβληματισμός που γεννανε αυτές,ειναι μεσα στην ύπαρξη και την εμπειρία τους,τουςβοηθούν ναωριμάσουν,προκαλούν επιλογές.. Ενα βιβλίο κανονικά,στησυγχρονη μεγάληαγορά,πρωτα δοκιμάζεται στο φυσικό του ταργκετ γκρουπ,τοσο αναγνωστικό όσο και κριτικό,και αν ηδυναμητου ειναι τετοια που να ξεπερασει τα ορια,τοτε ασχολούνται ολοι (Βεβαιως περιγραφω μια ιδανικη κατασταση.Επισης μια κατασταση που μαλλον δεν με αφορά προσωπικα΄,γιατι εγω δυσκολευομαι να ορισω το δικο μου ταργκετ γκρουπ,τουλάχιστον το ελληνικό.Αλλα εγω ειμαι εξαίρεση..)
Το συγκεκριμένο βιβλιο λοιπόν ακουγεται ενδιαφερον για νεοτερουςανγνωστες.Δεν το εχω διαβασει,αλλα εχω διατρεξει σελιδες της Μ.Ξ. και μου φαινονται ωραια γραφη. Τοπροβλημα στην ελλαδα ειναι οτι δεν εχουμε αγορά,με την ευρυτερη,τη θετική σημασία:οι λιγοι καταξιωμένοι κριτικοί ειναι σχετικά μεγάλης ηλικίας,στοιχειωμένοι από εκεινο το ελληνικό (αποκλειστικά!) "αριστερα-δεξιά",που κανενα δεν αφορά πια λογοτεχνικά,οι νεότεροι το απορρίπτου νενστικτωδώς (οταν δεν το μιμούντια0,μην ξεροντας όμως τι να βαλουν στη θεση του:πρ΄πει να αναπτύξουν πολιτική/κοινωνική σκεψη σχεδόν υπερανθωπη γιαναβρουν)
Συνειρμικά:οταν πριν δεκα-δωδεκα χρονια εγραφα τους "εθελοντές",η τοτε σκεψη μου ηταν-νομιζα-απλη:οι πολιτικές οργανώσειςπεθαναν.(Ετσιπιστευα το 2000!)Τι συγχρονο αντιστοιχο υπάρχει; οι οικολογικές. Αυτοθα γραψω.Δεν μου περνουσε καν απο τομυαλο οτι η ελλαδα τις επόμενες δεκαετίες θα κολλήσει και οι οικολογικέςοργανωσεις θα ειναι γιαυτην ακομα περίπου μελλοντολοική ουτοπια.
Επανερχομαι:ενα βιβλιο με τετοιο περιεχομενο σαν αυτο που παρουσιάζεις ειναι φυσικό να ειναιβαρετό σεενα πενηντάρη.Δεν υπαρχει 50αρης που να αλλάζει φίλους,εραστές και παρεες και μεσα από αυτες να προβληματιζεται υπαρξιακά.9το πολυπολύνακανειυστεροβουλες 'δημοσιες σχεσειςς',ασχετο)Αυτο ειναι γνώρισμα της νιότης. Αλλα χρειαζεται το ταργκετ γκρουπ του,αρα μεγάλη αγορά.Η Ελλαδα πρεπει να ανοιξει ολη τη λογοτεχνια της στο "εξωτερικό".πρέπει να παψει να υπάρχει"εξωτερικό'Αλλιώς,ματαιοπονία..(Στην ελλαδα,ειδικά οι συνομήλικοι της κ.Ξυλούρη,αν δεν εμπλέκονται επαγγελματικά άμεσα,δεν διαβάζουν καν)
Οι δε δικοί μου συνομήλικοι εκδιδουν μετα ανανεωμένου πάθους απομνημονέυματα του εμφυλίου,μην τυχον πεθανουν και δεν προλάβουν να πουν τι έκαναν οι δικοί τους προγονοι "τοτε"..

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
"Ενα βιβλίο κανονικά,στη συγχρονη μεγάλη αγορά,πρωτα δοκιμάζεται στο φυσικό του ταργκετ γκρουπ,τοσο αναγνωστικό όσο και κριτικό, και αν η δυναμη του ειναι τετοια που να ξεπερασει τα ορια,τοτε ασχολούνται ολοι".

Μόνο με αυτήν την προϋπόθεση θα συμφωνήσω. Αλλιώς κινδυνεύει να μείνει για πάντα εγκλωβισμένο στο στενό πλαίσιο που το ίδιο δημιούργησε.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Ε ναι,εννοείται.Απλωςστη μεγάληαγορά κι αυτο το"στενο πλαισιο" ειναιακτι,ειναι μια ύπαρξη,εχεισημασίακαιαξια. Επ΄σιης (καιπριν διαβασωτοεπόμενοποστ) "αγορά"δεν εξαρταται παντααπότηνεθνικη εκταση.Η Ελλαδα ειναι μικρηχωρα και περιορισμένη γλώσσα,αλλαανδιαβαζεοκοσμοςθα ειχαμεαγορά,μετα ταργκετ γκρουπ τηςκλπ.Δεν εχουμε τιποτα γιατι ειμαστε μια εντελώς καθυστερημένη (σορι,το πιστευω) κοινωνία.Και μάλιστα με το χειρότερο διεθνως μειονέκτημα για καθυστερημένη κοινωνία (σε σχεση πχ με τη συχνα αναφερόμενη Ζιμπάμπουε-για την οποία ελάχιστα ξέρουμε):νομιζουμε πως ειμαστε τα φωτα του πολιτισμού!!
Ενιγουει(παω να διαβασω το καινουργιο)