Wednesday, October 10, 2012

“Κλειστή πόρτα” της Ευγενίας Μπογιάνου

Από το ένα πρόσωπο στο άλλο μπορεί να αλλάζουν τα κάδρα αλλά δεν αλλάζει το σκηνικό της κρίσης και της ασφυκτικής ζωής. Έτσι, βλέπουμε καλειδοσκοπικά ποια ζωή μας πνίγει, χαραγμένη στα πρόσωπα των άλλων. 


Moccaccino:
Ευγενία Μπογιάνου
“Κλειστή πόρτα”
εκδόσεις Πόλις
2012 

            Το σίγουρο είναι ότι έρχεται ένας βομβαρδισμός βιβλίων που θα μιλάνε για την κρίση, που θα τη χρησιμοποιούν ως πλαίσιο ή που θα την προσεγγίζουν με διάθεση να την καταλάβουν. Κι όσο η οικονομική ύφεση θα αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς τής ελληνικής ζωής, όλο και περισσότεροι συγγραφείς θα επηρεάζονται από αυτήν, ενώ μερικοί δεν θα διστάσουν να την καπηλευτούν, ώστε να μπουν κι αυτοί στο κάδρο της μόδας, να πιάσουν τον σφυγμό της αλλά και τον σφυγμό του αναγνώστη που θα θελήσει να εντοπίσει χαρακτήρες σαν κι αυτόν να βιώνουν το πρόβλημα και να υφίστανται τις παρενέργειές του.
            Το ζήτημα όμως δεν είναι να παραχθεί μια λογοτεχνία που θα συμπορεύεται με την κρίση, ούτε που να την παρατηρεί και να την περιγράφει. Αυτό θα ήταν ένα επιφανειακό αναμάσημα, μια λεκτική αποτύπωση της τηλεοπτικής λαίλαπας, μια νέα εικονοποιία με λογοτεχνικούς όρους. Αυτό που θα ζητήσουμε από τη λογοτεχνία είναι η δυναμική αντιπαράθεση με την κρίση στο πεδίο των ιδεών και των αναλύσεων. Με άλλα λόγια η λογοτεχνία μπορεί να αναχθεί σε οδηγό μέσα στο χάος, αν καταφέρει να καταδείξει αφανείς πλευρές της ύφεσης, να στοχεύσει στα βαθύτερα αίτια, να αναζητήσει χρόνια πίσω το σαθρό υπόβαθρο της σημερινής κατάρρευσης ή να διεισδύσει στο πολιτισμικό έλλειμμα που δημιούργησε μια μεταπολίτευση του προσωπικού βολέματος και του ευδαιμονιστικού ατομικισμού.
            Η σαραντατετράχρονη Ευγ. Μπογιάνου αναδύεται από την κρίση αυτή, γράφοντας μια σειρά από διηγήματα που αφορούν τους καθημερινούς ανθρώπους οι οποίοι περπατάνε δίπλα μας και καταρρέουν ψυχικά από το βάρος των χρεών, από την αποξένωση και την έλλειψη κατανόησης, από το σκληρό πρόσωπο της αναίμακτα μακελάρισσας καθημερινότητας, μέσα στην οποία αφήνονται πλέον να βουλιάξουν. Αν η συγγραφέας το ονόμαζε “μυθιστόρημα”, δεν θα έκανε λάθος, αφού πρόκειται για ένα σπονδυλωτό αφήγημα, όπου ο δευτερεύων χαρακτήρας της μιας ιστορίας αναγορεύεται ακριβώς μετά σε πρωταγωνιστικό ρόλο κι έτσι, εκεί που ήταν μια αφανής φιγούρα ιδωμένη με εξωτερική οπτική γωνία, γίνεται κατόπιν αφηγητής που αποκαλύπτει με τη σειρά του τα εσωτερικά βάρη του. Μ’ αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται ένας κοινωνικός ιστός από ανθρώπους τής διπλανής πόρτας, καθένας από τους οποίους βλέπει τους άλλους σαν φόντο ή μουτζούρα της άχρωμης ζωής του, αλλά, όταν η κάμερα μετακινηθεί δίπλα, βλέπουμε μια άλλη σκηνή του ίδιου μουντού και βαρύθυμου έργου.
            Από τον μεσήλικα που χρωστά στην τράπεζα και πίνει μέχρι την κόρη του που κάνει αποποίηση κληρονομιάς για να αποφύγει τα χρέη κι από την προϊσταμένη της εφορείας που βλέπει του οφειλέτες στεγνά υπηρεσιακά έως τον νεαρό γείτονά της που συλλαμβάνεται για χρέη προς το ταμείο του. Από τη γεωργιανή μετανάστιδα που αφήνεται στον βιασμό, γιατί δεν πρόκειται να πάθει κάτι χειρότερο απ’ όσα βιώνει, ως τον σύζυγο που δουλεύει πρωί βράδυ για να ξεπληρώσει το δάνειο και να ικανοποιήσει την αδηφάγα γυναίκα του· κι από τον ζωγράφο που αγκομαχά από το βάρος της ακίνητης μάνας του μέχρι την ίδια που νεκρή πια αναγνωρίζει πόσο δυσβάσταχτη είχε γίνει για τον γιο της…
            Η Μπογιάνου επιχειρεί να γυρίσει έντεκα ταινίες μικρού μήκους με την κάμερα εστιασμένη στη ζωή ενός προσώπου που βιώνει την οικονομική μα πρώτιστα την κοινωνική κρίση. Κι εκτός από το άνοιγμα της βεντάλιας σε ποικίλα χωράφια της καθημερινότητας, πετυχαίνει να δείξει ότι πολλές φορές ο άνθρωπος φτάνει στα όριά του και σκέφτεται να τα υπερβεί, σκέφτεται να απαλλαγεί από το βάρος με μια απεγνωσμένη κίνηση ή να υποταχθεί στο μοιραίο, στο απρόβλεπτο, στο ακραίο, γιατί τίποτα δεν μοιάζει χειρότερο από το βουβό δράμα που ζει. Ειδικά τα πρώτα διηγήματα ήταν πολυεπίπεδα κείμενα με διπλές παράλληλες πορείες και διαστίξεις που έφερναν σε αντίθεση συμπεριφορές και νοοτροπίες.
               Τελικά, δεν ξέρω αν οι μικρές ιστορίες περιγράφουν μόνο στιγμιότυπα της ελληνικής κρίσης ή ακραγγίζουν και τα αίτιά της, απλώς χαρτογραφούν περιπτώσεις νεκρωμένων ζωών ή επιπλέον τέμνουν την ορατή επιφάνεια για να δείξουν το νοσηρό εσωτερικό της. Από την άλλη, ο λόγος των έντεκα προσώπων φαίνεται τόσο ίδιος, που εξομοιώνει τις ξεχωριστές φωνές των αφηγητών, άρα και τον ιδιαίτερο τόνο με τον οποίο προσεγγίζουν την τραγωδιακή πραγματικότητα. Κάτι τέτοιο φαίνεται εξόφθαλμα μονοφωνικό, εκτός κι αν υποκρύπτει μια σκοπιμότητα: να δείξει την ισοπεδωμένη ζωή διαφορετικών ανθρώπινων τύπων οι οποίοι ωστόσο βρίσκονται στην ίδια κινούμενη άμμο. Προσωπικά δεν με πείθει αυτή η οπτική γωνία, γιατί αναγκάζει τον αναγνώστη να βλέπει συνέχεια το ίδιο κοφτό ύφος με τις μικρές κύριες προτάσεις, χωρίς ο λόγος να σημαίνει αυτόματα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε αντιήρωας βρέθηκε και βίωσε αυτό το στατικό, μίζερο, απονεκρωμένο δωμάτιο χωρίς διέξοδο.
            [Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 11/6/2012]
            >Ο πίνακας κορυφής είναι του Edward Munk, η γνωστή "Κραυγή"< 
Πατριάρχης Φώτιος

5 comments:

Pellegrina said...

Σκεφτηκα αντι να σχολιασω το θεμα του βιβλίου-που δεν εχω αλλωστε διαβασει,να βαλω ενα άλλο θεμα:συχνα παρουσιαζεις εργα καινουργιων συγγραφεων. Ενας νεος συγγραφεας λαχταραει να διαβασει κατι,ο,τιδηποτε, για το βιβλιο του.Ειναι πολυ σημαντικο,οχι μονο για την ενθαρρυνση του ιδιου,ως προσωπου,αλλα για την ενθαρρυνση της ενασχολησης με τη λογοτεχνια,για την εξελιξη.Εσυ γραφεις ενα ποστ. Τοσοι σε ξερουν,τοσοι σε διαβαζουν.Μα βρε Φωτιε,τοσα χρονια εδω, εχουν περασειτοσα ποστ με βιβλια νεων που μενουν ασχολιαστα. Μα με ενα ψευδωνυμο καποιος αναγνωστης,φιλος,συγγραφεας αλλος,μα υπαλληλος του εκδοτικου,μα ο επιμελητής,μα ο αποθηκαριος..μα γιατι τοση μουγκα;μα που ειναι τα νιατα-ξανα: με ψευδωνυμο!να ζωντνανεψουν το "κακό" το ιντερνετ; μαμονο εγω και κανα δυο άλλοι(λεμε και ξαναλεμε.Ειλικρινά,τιποτα δεν με εχει πικράνει οσο αυτο: το διαβασμα ειναι η δεν ειναι χαρα;ολο παχια λογια και μετα φταινε οι κατασκευασμενες κριτικές.Αφού δεν υπάρχουν ..ακατασκεύαστες!η συγγραφεας (ο καθε συγγραφεας)λαχταραει και μια αλλη κουβεντα για το βιβλιο της.Δενειναι οτιδεν μπορειχωριςαυτην,αλλα τρεφεται από αυτην Θελει δυναμη (και τεχνική!)να τρεφεσαι μονος σου,ειναι δυσκολος δρομος.,μεσα σε ολη αυτη την κρυαδα και τη μικροαστική κακομοιριά,περιμενουμε να ανθισει κατι;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μα, Pellegrina-μου,
δεν πρέπει κανείς να δίνει θάρρος, απλώς για λόγους κοινωνικής και ατομικής ώθησης.
Κρίνουμε και συζητάμε για βιβλία, όχι για συγγραφείς, ο αναγνώστης για να δώσει πρέπει να έχει λάβει.
Έχεις δίκιο στο ότι το διάβασμα είναι χαρά,
αλλά βλέπω ότι είτε δεν περισσεύουν χρήματα για διάβασμα, είτε διαβάζουμε μόνο καταξιωμένους,
ή καταφεύγουμε στα κλασικά για να έχουν σίγουρη "απόδοση".

Αυτό που εγώ θα ζητούσα, αν έχω τέτοιο δικαίωμα, είναι να κάνει κανείς αυτό που προσπαθείς να κάνεις εσύ: Αν δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, να σταθεί στο θέμα-του και στην ευρύτερη προβληματική-του, όπως επιχειρώ κι εγώ να την αναδείξω, και να εκτιμήσει αν μας αφορά, αν το θέμα που ανοίγει έχει ουσία, πώς, με ποιους τρόπους, προς ποια κατεύθυνση κ.ο.κ.
Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Καλημέρα(τελευταια την αμελώ!)
α)Δεν εννοουσα για λογους ατομικης ωθησης βεβαια,νομιζω το διευκρινίζω.Εννοουσα οτι τον καινουργιο τον ενισχυεις,γιατι ετσι θα συνεχισει,και συνεχίζοντας κατι καλό θα προκύψει ι σ ω ς.Ενα συστημα πως θα διατηρηθεί και θα εξελιχθεί αν δεν ανανεώνεται;
β)Για το θεμα,1)στηριζομαι στα οσα λες εσυ,ξερω ομως οτι το θεμα προσλαμβάνεται διαφορετικά οταν διαβάσουμε ενα βιβλίο.Προσωπικά εχω αλλαξει άποψη περί θέματος μετά από αναγνωση βιβλίων που τα πρωτογνώρισα σε κριτικές. (Εχω βρειπωςεχουνάλλοθεμα,ή ΚΑΙ αλλο θεμα) Μπορέι λοιπόν να υπάρχουν και άλλες θεματικές πλευρές που δεν επισημαίνεις(Δεν λεω δεν τις ειδες)2)ειμαι ακατάλληλη να μιλήσω γι αυτο ειδικά το θέμα,όπως το παρουσιάζεις: δεν με ελκυει καθολου .Ομως αυτη ειναι μια εξωλογοτεχνική,ιδεολογική κουβέντα.(Μπορω να την κανω και λογοτεχνική,αλλα παει μακριά,μαλλον βαθια.Ισως άλλη φορα) 3)Εχω την εντυπωσηοτι το εν λογω θεμα(η απογνωση από την κριση)τεινει να γινει mainstrem από ομαδα νεων συγγραφέων (αλλα και από παλιους)και ειναι η νεα εκδοχή του "κοινωνικού" βιβλίου στην Ελλάδα.Ολα εξαρτώνται βεβαια από το γραψιμο του καθενός.Οπως και ναναι,ειναι μαλλον αδιαφορο για μενα (που γραφωβασει συγκεκριμένης ματιάς,και αρα αναζητω ερεισματά της)να αναλυω μια θεματική που ειναι απέναντί μου.Δεν με βοηθάει.Καθοτι,ολοι ο,τι κάνουμε (ΚΑΙ την λεγόμενη"προσφορά")για τον εαυτό μας το κάνουμε.Ουτε νομιζω οτι θα προσφερα κατι στη συγγραφέα. Τινα της πω,οτι ολες αυτες οι καταστάσεις (ξανά:ΑΝ ειναι αυτες.Γι αυτο λεω οτι θα ηθελα κι αλλη γνωμη)δεν με αγγιζουν;ειναι αληθεια,αλλα θα ηταν αδικο.Αγγίζουν ΠΑΡΑ πολλους ανθρωπους,τους περισσότερους.Μονο αυτο μπορω να της πω.

Ροβίνα Άλμπα said...

Επανέρχομαι σ' ένα θέμα που έχει τεθεί προ καιρού. Το θέμα των αποσπασμάτων. όσο δεν παραθέτεις ούτε ένα απόσπασμα για μένα είναι αδύνατος ο κάθε διάλογος για ένα βιβλίο που δεν έχουμε διαβάσει. Άποψή μου βέβαια...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Γνωρίζεις, Ροβίνα, έναν συγγραφέα από το ύφος; Η απάντηση όσων μίλησαν τότε, και η δική-μου εν πολλοίς, είναι όχι, ή μάλλον όχι μόνο. Συνεπώς, αν όλα τα άλλα που γράφω δεν μπορούν να είναι κατατοπιστικά, τότε ένα απόσπασμα ποια συζήτηση θα κινητοποιήσει;
Και φυσικά, δεν μπορώ να ζητήσω συζήτηση για ένα βιβλίο που δεν έχει διαβαστεί, πλην ίσως για θέματα ευρύτερης προβληματικής. Γι' αυτό ούτε ένα απόσπασμα θα έσωζε τη δουλειά. Άσε που όπως γράψαν τότε μερικοί, είναι και αποπροσανατολιστικό.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι η συζήτηση. Το πρόβλημα είναι η αδυναμία ενός κοινού να διαβάσει. Και καταλαβαίνω απόλυτα την κρίση (με πλήττει ήδη άμεσα), αλλά και την ανάγκη για επιλογές, με αποτέλεσμα να μην απορροφώνται νέοι συγγραφείς με μια στροφή ίσως σε κλασικά, ίσως σε ένα ξανακοίταγμα της βιβλιοθήκης-μας.
Πατριάρχης Φώτιος