Friday, June 24, 2011

Πού μας πάει η ελληνική λογοτεχνία;

Οι σπουδές περί τη λογοτεχνία δεν περιορίζονται πλέον στο κείμενο αλλά ανοίγονται στην κοινωνία και στις παράλληλες, αλληλεξαρτώμενες πτυχές της ζωής, όπως αυτές διασταυρώνονται με τη λογοτεχνία. Η τελευταία πλέον είναι μια πολιτισμική έκφραση που παραλληλίζεται με άλλες αντίστοιχες και στο ευρύτερο αυτό πλέγμα κρίνεται και αξιολογείται, όχι μόνο από τους ειδικούς (κριτικούς κ.ο.κ.) αλλά και από το ευρύ κοινό. Και ψηλαφώντας τα έργα και τα πρόσωπα των τελευταίων ετών, δεν μπορεί κανείς παρά να δει τάσεις και δρόμους μιας λογοτεχνίας που ανταγωνίζεται τις αφηγήσεις της τηλεόρασης, που αναπνέει και ασφυκτιά στη γλώσσα-της, που εγκολπώνεται την Ευρώπη και προσπαθεί να αναδείξει την παράδοσή-της, που τρέχει πίσω από τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις προσπαθώντας να τις εξηγήσει.

Το ατομικό ως μικροαφήγηση και ως δείγμα του κοινωνικού

Μια τάση, που υπήρχε ήδη από τη γενιά του ’30, επανήλθε τη δεκαετία του ’80 και εξακολουθεί σήμερα να υφίσταται είναι η λογοτεχνία που αφορά στην ατομική υπόθεση, στις προσωπικές σχέσεις, στον οικογενειακό περίγυρο ως αυτιστική αναζήτηση του “εγώ” αλλά και ως μικροαφήγηση της γενικότερης παθογένειας. Βλέπω, λοιπόν, σ’ αυτό το πεδίο τρεις-τέσσερις κατευθύνσεις:

α. ο κλειστός ατομικός βίος, στηριγμένος πολλές φορές στα βιώματα του συγγραφέα και μόνο, προβάλλεται ως το κέντρο του κόσμου. Ο δημιουργός, συνήθως νέος, αδυνατεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα έξω από τη ζωή-του και έτσι αυτοπεριορίζεται αναμασώντας προσωπικές ανησυχίες μέσα στον στενό κύκλο της καθημερινότητάς-του.
β. η συναισθηματική οδός του ευπώλητου που ανάγει το ατομικό-ερωτικό σε κανόνα ζωής, δουλεύει με στερεότυπα, συμπορεύεται με την τηλεοπτική εικόνα και πρότυπα, μιλάει με ατάκες και βασίζεται στην καθημερινή φιλοσοφία της επιφανειακής προοδευτικότητας που στην ουσία είναι ένας μικροαστικός συντηρητισμός. “Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα” της Μάιρας Παπαθανασοπούλου ήταν ο μεγάλος κράχτης μιας τέτοιας φουρνιάς βιβλίων που σάρωσαν τη δεκαετία με συγγραφείς που πρόβαλαν στη μέση Ελληνίδα και Έλληνα το μοντέλο της ερωτικής επιτυχίας, της ανοικτής οικογένειας, της επαγγελματικής ανόδου, με ένα κράμα ρομαντισμού και κοσμοπολιτισμού.
γ. η ατομική περίπτωση όμως λειτούργησε και ως καθρέφτης της κοινωνικής-μας ζωής. Αποκλίνουσες περιπτώσεις, προσωπικές ιδιαιτερότητες, ακραίες συμπεριφορές, ατομικές ή ομαδικές αντιδράσεις στη λαίλαπα των εξελίξεων κ.ο.κ. έδωσαν τροφή ώστε να δούμε το μέρος εν όλω και το όλο διά του μέρους (βλ. λ.χ. τη συλλογή διηγημάτων “Η βραδυπορία του καλού” του Σ. Δημητρίου). Ιδίως, λοιπόν, το διήγημα μπόρεσε να εστιάσει σε τέτοιες ακρότητες και να καταδείξει το σάπιο έδαφος μιας καταφαγωμένης εσωτερικά κοινωνίας, αλλά και το μυθιστόρημα μεγέθυνε το ιδιωτικό, για να ανιχνεύσει τη βαθύτερη σήψη του τρόπου που οι προηγούμενες δεκαετίες ανέθρεψαν άτομα ευδαιμονιστικά και ιδιοτελή, ψυχολογικά ανερμάτιστα και κοινωνικά ευνουχισμένα.
δ. μια ιδιαίτερη περίπτωση του τελευταίου αποτελεί η προσπάθεια μερικών συγγραφέων να βάλουν το μαχαίρι στο κόκαλο της σημερινής οικογένειας και να μελετήσουν πώς αυτή έφτασε ως εδώ, πόσο πραγματική είναι η εικόνα που εκπέμπει προς τα έξω, πώς η ανατροφή των παιδιών γυρίζει μπούμερανγκ εναντίον τής ίδιας της υπόστασής-της, πόσο οι γονείς των προηγούμενων γενιών ετοιμάζουν απογόνους οι οποίοι κληρονομούν όχι μόνο μια κατεστραμμένη κοινωνία αλλά και την ίδια τη νοοτροπία που την κατέστρεψε (λ.χ. “Τα σακιά” της Ι. Καρυστιάνη).





Επάνοδος στην πολιτική λογοτεχνία

Στον αντίποδα του ατομικού, επανέρχεται η πολιτική λογοτεχνία με ορμή. Έτσι, μετά τη δεκαετία του ’70, όταν η μεταπολίτευση ήταν ακόμα νωπή και η αίσθηση της συλλογικής πορείας έντονη, η δεκαετία του ’80, όπως προείπα, επεφύλασσε μια στροφή στον ατομικό βίο και στην ιδιωτικότητα, τάση που κρατάει και ως σήμερα στο πλαίσιο των μικρών αφηγήσεων του μεταμοντερνισμού.

Παράλληλα, όμως, από τη δεκαετία του ’90 και ύστερα, η πολιτική είτε ως επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων εξουσίας και λαού, είτε ως αναθεώρηση της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης του απλού πολίτη επανέρχεται στη λογοτεχνία. Η εμβάθυνση στην πολιτική πρακτική, η τρομοκρατία και η κοινωνική αντίδραση, το κράτος ως κυβέρνηση και ως κοινωνία, η διαφθορά, η πολυπλόκαμη προπαγάνδα των ΜΜΕ και η διαπλοκή-τους με την εξουσία, το κοινωνικό συμφέρον και η απόσταση που το χωρίζει από το ατομικό, η καταγγελία ενός ανάπηρου κράτους αλλά και η ανασφάλεια εξαιτίας των δομών και των θεσμών που φαίνονται στην πράξη αναποτελεσματικοί είναι μερικά από τα θέματα που απασχολούν τους συγγραφείς και τους ξαναβάζουν στον κοινωνικό στίβο και στην ευρύτερη αφήγηση του συλλογικού εγχειρήματος. Από το “Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή” του Β. Γκουρογιάννη μέχρι την κωμική διάσταση του “Εγώ ο Δαρείος” του Γ. Γιατρομανωλάκη.




Η ιστορία και οι αναζητήσεις της

Στο πλαίσιο του κοινωνικού-πολιτικού, παρατηρείται η ανασκάλευση της ιστορίας που ήταν πάντα μία από τις προτεραιότητες της λογοτεχνίας, καθώς η ιστορία καθορίζει εν πολλοίς και την εθνική και ατομική συνείδηση.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες το ιστορικό πεζογράφημα βρίσκεται σε ακμή, με αναφορές κυρίως στον Εμφύλιο (Θ. Βαλτινός, Α. Ηλιοπούλου, Μ. Φάις), όπου ανακινούνται ζητήματα παράλληλα με την ιστοριογραφική προσέγγιση, τις μετεμφυλιακές συνέπειες ως τη δικτατορία των συνταγματαρχών (Θ. Ραχιώτης, Η. Μαγκλίνης). Ταυτόχρονα, εμφανίστηκαν κείμενα που καταπιάνονται με τις αρχές του αιώνα, κυρίως με τους Βαλκανικούς πολέμους (Έ. Χουζούρη, Α. Κακούρη, Δ. Κούρτοβικ) και λιγότερο με τη Μικρασιατική καταστροφή. Αν δει κανείς όλα αυτά τα εγχειρήματα και αναρωτηθεί το γιατί, μπορεί να καταλήξει σε μερικά συμπεράσματα, μερικά από τα οποία θα προσπαθήσω να διατυπώσω εδώ.
Μια γενική εξήγηση κατ’ εμέ είναι η προσπάθεια των δημιουργών να διερευνήσουν τη σημερινή κατάσταση (κοινωνική, πολιτική, εθνική, πολιτισμική) μέσα από την εξέταση των καταβολών της. Ο πολιτικός διχασμός που έληξε, όπως πιστεύουν πολλοί, το 1989 αλλά εξακολουθεί να δείχνει δύο δρόμους, αυτόν της αριστερής και αυτόν της δεξιάς πορείας, έχει φυσικά τις ρίζες-του στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και στις σχέσεις ιδεολογιών, προσώπων και ομάδων άλλες από τις οποίες κέρδισαν την εξουσία κι άλλες ηττήθηκαν αλλά προσπάθησαν να αναπτύξουν αντίρροπες δυνάμεις κοινωνικής και πολιτιστικής δράσης. Από την άλλη, ο αναβρασμός στα Βαλκάνια και οι σχέσεις-μας με τους ανατολικούς αλλά κυρίως βόρειους γείτονές-μας οδήγησαν τη σκέψη πολλών στις αλλαγές που συνέβησαν τη δεκαετία του 1910-1920, όταν διαμορφώθηκαν λίγο πολύ τα υπάρχοντα σύνορα και καθορίστηκαν και οι ψυχρές/θερμές σχέσεις μεταξύ των βαλκανικών χωρών.




Το αστυνομικό μυστήριο και η κοινωνική παθογένεια

Παράλληλα, τα τελευταία είκοσι-είκοσι πέντε χρόνια, το ελληνικό κοινό διαβάζει μαζικά είτε μεταφρασμένα είτε ελληνικά αστυνομικά έργα. Το βασικό είναι ότι δεν μένει πλέον σε μια καλογρασαρισμένη αφήγηση που οδηγεί με εκπλήξεις και ανατροπές στο αποκαλυπτικό τέλος.

Πιο βαθιά πια οι συγγραφείς του είδους αναζητούν όχι τα προσωπικά αίτια των εγκλημάτων των δραστών, αλλά τα κοινωνικά αίτια βαθύτερων παθογενειών (Δες τους Π. Μάρκαρη, Μ. Πολιτοπούλου, Α. Αποστολίδη, Θ. Καλλιφατίδη). Είναι η διαφθορά των πολιτικών, η διαπλοκή-τους με τους δημοσιογράφους, η επιχειρηματική δράση και τα μεγάλα συμφέροντα, η παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος, η εισαγόμενη μαφία και τα παρακλάδια-της, η αρχαιοκαπηλία, τα ναρκωτικά, ο πόλεμος των συμμοριών κ.ο.κ.




Συνεχής καθορισμός στίγματος σε σχέση με τις άλλες κουλτούρες

Μ’ αυτόν τον τρόπο, γεφυρώνεται το χάσμα ανάμεσα στα ευπώλητα υποπροϊόντα που θέλγουν με τον καταιγιστικό ρυθμό-τους και την απρόσκοπτη αφήγηση με τη “σοβαρή” λογοτεχνία που απαιτεί προβληματισμό, βάθος και προοπτική. Η αστυνομική λογοτεχνία συναρμόζει το σασπένς με την κοινωνική ανάλυση, τη δράση με το ευρύτερο κοίταγμα της ελληνικής κοινωνίας, τις εκπλήξεις με την αναζήτηση των υπόγειων και βαθιά ριζωμένων παραγόντων που οδηγούν όχι τόσο στο περιστασιακό αλλά πρωτίστως στο μεθοδευμένο έγκλημα.

Στην αυγή της τρίτης χιλιετίας, σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον, είναι αδιανόητο να μην εξετάσει κανείς το στίγμα της ελληνικής λογοτεχνίας σε σχέση με τις άλλες κουλτούρες. Στείρος μιμητισμός και συμπλέγματα κατωτερότητας ή ξανακοίταγμα της παράδοσης και ομφαλοσκόπηση; Σε μια εποχή πολυπολιτισμού και διαπολιτισμικών σχέσεων, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μονόπλευρα καμία τέτοια τάση. Η σύγχρονη Ελλάδα πάντα νιώθει περιθωριακή πολιτισμικά και πάντα επιχειρεί να αποβλέψει, φανερά ή κρυφά, στις δυτικές κουλτούρες και να αφομοιώσει στοιχεία και τάσεις στο δικό-της ελληνικό πλαίσιο. Δεν λείπει ο μιμητισμός, δεν λείπει το δέος προς τις αμερικάνικες αφηγήσεις, οι οποίες επηρεάζουν και μέσω του κινηματογράφου και της ιδεολογίας-του, αλλά δεν λείπουν και οι ευρωπαϊκές επιδράσεις που είναι πιο ήπιες και πιο ομαλά αφομοιωμένες.
Θα μπορούσαμε να δούμε δύο τάσεις που, ενώ φαίνονται αντίθετες, έχουν κατά βάθος μια κοινή προοπτική.
Αφενός, ο κοσμοπολιτισμός και η προσπάθεια να φανούμε Ευρωπαίοι, ενεργά ενταγμένοι στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, πολίτες του κόσμου και ελεύθεροι περιηγητές στις πρωτεύουσες των χωρών της γηραιάς ηπείρου. Οι ήρωες πολλών μυθιστορημάτων όχι μόνο ζουν όπως πολλοί άλλοι στα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης, αλλά και ακούνε ξένη μουσική, βλέπουν ταινίες, μοιράζονται ένα κοινό πολιτισμό σε βιβλία, αντιλήψεις, ταινίες, μουσικές. Ακόμη περισσότερο, ταξιδεύουν πολύ, ζουν -επειδή σπουδάζουν ή επειδή εργάζονται- στο εξωτερικό, μιλάνε άνετα ξένες γλώσσες, διαβάζουν ξένα έργα και τα μεταφράζουν, προβληματίζονται όχι στο πλαίσιο της ελλαδικής επαρχίας αλλά στο ευρύτερο πεδίο της ελληνικής (και συχνά μη ελληνικής) αφετηρίας που όμως οδηγεί σε μια “άπολιν”, διεθνιστική αντίληψη περί ζωής, πολιτισμού και παγκοσμιοποίησης. Η “Αντιθάλασσα” της Α. Δημητρακάκη είναι ενδεικτική για το ταξίδι και την παραμονή στο εξωτερικό, το “Πώς να κρυφτείς” της Α. Μιχαλοπούλου κ.ο.κ.
Από την άλλη, πολλοί συγγραφείς ξαναγυρίζουν στο τοπικό, σε μια λογοτεχνία της εντοπιότητας, καθώς συλλέγουν βιώματα και ερμηνείες του κόσμου από τη γενέτειρά-τους πατρίδα και πάνω σ’ αυτά στήνουν μια νεοηθογραφική προοπτική, που θέτει την περιφέρεια ως εναλλακτική πρόταση στην ηγεμονία του κέντρου και της πρωτεύουσας. Ο Γ. Μακριδάκης που αναδεικνύει τη χιώτικη κοινωνία, ο Θ. Γρηγοριάδης που ανατρέχει στη Θράκη, ο άχρονος κόσμος της Ζ. Ζατέλλη που λουστράρει τη μακεδονική ύπαιθρο και τις προαιώνιες λαϊκές παραδόσεις-της, η κρητική σχολή (Ρ. Γαλανάκη, Μ. Δούκα, Ι. Καρυστιάνη) που ξαναγνωρίζει την Κρήτη έξω από την καζαντζακική κοσμοαντίληψη, η πατρινή σχολή (π.χ. Α. Κακούρη) που αναζητεί στην παλιά Πάτρα στοιχεία του σήμερα κ.ο.κ. Η επαρχία διεκδικεί δάφνες που έως πρόσφατα ούτε καν ονειρευόταν…
Κι αυτό γίνεται ακόμα πιο έντονο, όταν ο συγγραφέας απεμπλέκεται από την πανελλήνια κοινή και προσέρχεται στις τοπικές διαλέκτους. Αυτό δεν είναι απλώς μια τάση ενδοκειμενικής πολυφωνίας, αλά Μπαχτίν, αλλά η απόπειρα να μετακινηθεί το κέντρο βάρους από την ομοιότητα στην ιδιαιτερότητα, να τονιστεί ο κόσμος όπως τον συλλαμβάνει ο Ηπειρώτης (λ.χ. στον Σ. Δημητρίου) ή ο Επτανήσιος με τις δυτικές του καταβολές.
Και οι δύο αυτές τάσεις εντάσσονται στο κλίμα της ομοιότητας εν διαφορά ή της ετερότητας εν πολυπολιτισμώ. Οι κοινωνίες προσπαθούν να είναι ανοικτές και δεκτικές των πανελλήνιων και διεθνών αλλαγών, αλλά ταυτόχρονα να ξαναγνωρίζουν τον εαυτό-τους και να ανασύρουν υγιή στοιχεία από το παρελθόν. Μπροστά στην εσωστρέφεια και στον ερμητισμό προβάλλουν τον κοσμοπολιτισμό, την πολυταξιδεμένη νιότη, την ώσμωση με το ξένο ή πολλές φορές και την στοίχιση σε έναν ουδέτερο ευρωπαϊκό τρόπο ζωής. Μπροστά όμως και στον κίνδυνο της ισοπέδωσης, της παγκοσμιοποιημένης σούπας και της πολιτιστικής υποτέλειας αναφύονται αμυντικές δυνάμεις που πιστεύουν στη διαφορά, στην τοπική κουλτούρα και στην εθνική –με νέα, αποφορτισμένη από τα δεινά παρελθουσών ιδεολογιών, σημασία- ανάδειξη της παράδοσης ως βάσης μιας δημιουργικής ισορροπίας.





Ο Άλλος ως είδωλο αυτογνωσίας

Το «εμείς» πλέον, όπως φάνηκε, δεν είναι μόνο εθνική υπόθεση αλλά και πανανθρώπινη κουλτούρα σε συνεχείς ανταλλαγές και αλληλεπιδράσεις. Είναι όμως και ενδοκοινωνική αυτογνωσία, αφού η λογοτεχνία-μας τα τελευταία χρόνια ξαναβλέπει τον εαυτό-της μέσα από τον Άλλο.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο αναζητώντας ιστορικές περιόδους αλληλεπίδρασης, ούτε κοιτώντας αλλήθωρα προς την πολιτισμένη Δύση, αλλά πλέον γνωρίζοντας από κοντά τον μετανάστη, τον πρόσφυγα, το φυγάδα, τις όποιες μειονότητες, τον διπλανό Τούρκο αλλά και τον μακρινό Ασιάτη, τον διγενή Έλληνα αλλά και τον εκπατρισμένο ξένο. “Το παρτάλι” λ.χ. του Θ. Γρηγοριάδη φέρνει στο προσκήνιο ταυτότητες γένους. Ο Άλλος εισβάλλει στη ζωή-μας και ζυμώνεται μαζί-της αλλά και η ζωή-μας αλλάζει σε μια κοινωνία που δεν είναι πια ομοιογενής και ενιαία, αλλά πολυεθνική και πολυπολιτισμική.




Λυρική πεζογραφία

Ο υβριδισμός ως τάση είναι έντονη όχι μόνο στις κουλτούρες, αλλά και στα είδη, ειδικά μέσα στο μεταμοντέρνο περιβάλλον των ωσμώσεων και των πειραματισμών, της διάτρησης των στεγανών και της προσπάθειας ανανέωσης των ειδών.

Μια τάση επομένως της εποχής, που ποτέ δεν είχε πάψει να υπάρχει, είναι η ποιητικότητα στην πεζογραφία. Η έμφαση δεν δίνεται τόσο στην πλοκή, αλλά στην υποδηλωτική δύναμη της γλώσσας, στην ονειρική, μεταφυσική, θολή ατμόσφαιρα του επέκεινα, στη προσπάθεια εσωτερίκευσης της πραγματικότητας μέσα από συναισθηματισμούς, λυρικές εξάρσεις, ποιητικές εικόνες και συλλήψεις. Για τους λάτρεις του μικτού αυτού λόγου, η μαγεία έγκειται στο ίδιο το κείμενο και όχι στον κόσμο που πλάθει, στη γλώσσα και στη φαντασία δι’ αυτής, στην επιλογή του αναγνωστικού κλίματος κ.ο.κ. Ο Τ. Χατζητάτσης π.χ. εντάσσει το ποιητικό μέσα στο πεζολογικό στο έργο του “Σα σπασμένα φτερά”.



Αυτοαναφορική ενδοσκόπηση
Τέλος, σε μια κοινωνία όπου το μυθιστόρημα, που μπορεί να σταθεί στα πόδια του χωρίς πατερίτσες, διανύει μόλις τον δεύτερο αιώνα του και κατ’ ουσία τον πρώτο αιώνα ενηλικίωσης, η ενασχόληση με την ίδια τη γραφή και τη σχέση της με τον κόσμο είναι πρόσφατη. Ο μεταμοντερνισμός μετέφερε το βάρος από τη διαφάνεια του κειμένου στην εστίασή του στον εαυτό-του (π.χ. “Το μηνολόγιο ενός απόντος” του Σ. Κρητιώτη).

Έτσι, παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια μια τάση της πεζογραφίας-μας να πραγματευθεί τη συγγραφική τέχνη και τα προβλήματά-της, να οδηγήσει τον αναγνώστη στο εργαστήρι της γραφής, να θέσει ως αντικείμενό-της τις τεχνικές, τα διλήμματα και τα παιχνίδια της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας προβληματίζεται μέσα στο έργο του κι, αντί να γράψει δοκίμιο όπως παλιά, στοχάζεται διά της πλοκής στον τρόπο που γράφει, που επεξεργάζεται τα υλικά της συνταγής-του, που συνθέτει ή αφήνει ανεπεξέργαστο το υλικό-του.

***

            Σε ποια κατάσταση βρίσκεται εντέλει η λογοτεχνία-μας; Και επειδή τα νούμερα δείχνουν ίσως μια διαστρεβλωμένη εικόνα, πρέπει να ξαναδούμε τις κατευθύνσεις που χαράζει σήμερα και να προσδιορίσουμε την εξέλιξή-της στο διεθνές πεδίο αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει (αν επηρεάζει) τον αναγνώστη. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν προηγείται των καταστάσεων ή αν μένει πίσω τρέχοντας ξοπίσω-τους να τις κατανοήσει εκ των υστέρων. Κι αν τέλος πάντων τις συνειδητοποιεί, έστω και αργά, προτείνει μια ολοκληρωμένη πρόταση ερμηνείας-τους;
            Μερικές πτυχές που δημιούργησαν ένα είδος μόδας αλλά και έναν φυγόκεντρο προβληματισμό είναι η γαστρονομία και η σχέση-της με τον έρωτα (από το 1995 με το “Γιάντες” της Α. Μιχαλοπούλου ως το “Περί έρωτος και άλλων δεινών” της πρωτοεμφανιζόμενης τότε Ε. Γιαννακάκη), οι οικολογικές ανησυχίες (λ.χ. “Ο μεγάλος Αμπάι” του Μ. Μοδινού), το χιούμορ ως ειρωνεία, αυτοπαρώδηση, σάτιρα κ.ο.κ. (λ.χ. “Ω του θαύματος!” του Ν. Κουνενή), η αντάρτικη διάθεση προς παραδοσιακές αξίες, η σχέση μας με την αρχαιότητα (Τ. Θεοδωρόπουλος, Ν. Βαλαωρίτης, Χ. Χωμενίδης), οι αυτοβιογραφικοί απολογισμοί (Α. Σουρούνης, Μ. Κουμανταρέας).
            Κατά τη γνώμη-μου, η λογοτεχνία-μας πιάστηκε απροετοίμαστη, όπως όλοι-μας, μπροστά στην πολιτισμική κρίση που οδήγησε στην οικονομική. Μεμονωμένα παραδείγματα είχαν προσπαθήσει να δείξουν την κοινωνική-μας χρεοκοπία, αλλά ήταν σποραδικά σκάγια σε μια κοινωνία που κοιμόταν. Ανάλογα, πόσο έπιασε το στίγμα της τρομοκρατίας, πόσο έβαλε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων των ΜΜΕ και της μιντιακής δημοκρατίας, πόσο την απασχόλησε η παρηκμασμένη παιδεία; Κι αυτό που ονομάζουμε “ψυχολογική εμβάθυνση” δεν πέτυχε τον στόχο-του, ο οποίος θα ήταν η επανατοποθέτησή-μας απέναντι στις αξίες της κουλτούρας-μας, αλλά περιορίστηκε σε μια ομφαλοσκοπούμενη ψυχανάλυση που απλώς δικαιολογούσε τα λάθη-μας παρά τα θεράπευε. Πόσο κατασκεύασε επινοημένους κόσμους (όπως η Ι. Μπουραζοπούλου στο “Τι είδε η γυναίκα του Λωτ”), ώστε να δείξει την πρωτοποριακή-της φύση; Μπορώ εδώ να πω ωστόσο ότι μορφολογικοί πειραματισμοί απέδωσαν σε ένα βαθμό και είδαμε κείμενα με σύγχρονες τεχνικές και στοχευμένους πειραματισμούς (Ε. Μαρούτσου).

Χρήσιμη κριτικογραφία
-         Δ. Κούρτοβικ, “Ένα Δίλημμα Χωρίς Νόημα: Εντοπιότητα ή Εξευρωπαϊσμός;”, δικαιωματικά, 8 (Νοέμβριος 2000).
-         Μ. Καραγιάννης, “Ελληνικότητα και παγκοσμιοποίηση”, Αυγή (30/11/2003).
-         Μ. Θεοδοσοπούλου, “H ελληνική λογοτεχνία του 2005 και τα χαρακτηριστικά της”, Το Βήμα (31/12/2005).
-         Δ. Κούρτοβικ, “Ευρωπαϊκό προφίλ - σε άδειο φόντο;”, Τα Νέα (5/1/2007).
-         Δ. Κούρτοβικ, “Η χρονιά με τις τεφρές λιακάδες”, Τα Νέα (4/1/2008).
-         Δ. Κούρτοβικ, “Τέλος δεκαετίας, τέλος εποχής;”, Τα Νέα (24/12/2009).
-         Β. Χατζηβασιλείου, “Η επιστροφή της πολιτικής στη λογοτεχνία”, Ελευθεροτυπία (18/9/2010).
-         Β. Χατζηβασιλείου, “Ο Εμφύλιος στοιχειώνει το μυθιστόρημα”, Ελευθεροτυπία (30/10/2010).
-         Δ. Κούρτοβικ, “Οιωνοί, ξόρκια και προφητείες”, Τα Νέα (15/1/2011).
-         Ε. Κοτζιά, “Εντοπιότητα και λογοτεχνία”, Η Καθημερινή (22/5/2011).

Ο πίνακας της κορυφής είναι ο "Atlas of wander" του Vladimir Kush
Πατριάρχης Φώτιος

4 comments:

Kafeini said...

Στην παράγραφο για τον κοσμοπολιτισμό και την επαφή της Ελλάδας με τις αλλες κουτλούρες, ως προς την αναφορά σου για λογοτέχνες που χαρακτηρίζονται για την ευρύτητα της παιδείας τους και την σύγχρονη πεζογραφική ματιά τους, και αφού δίνεις παραδείγματα γυναικών πεζογράφων, θα ήθελα να προσθέσω τα βιβλία της Εύας Στάμου και της Δήμητρας Κολιάκου. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για κάποια από τα αρτιότερα δείγματα ελληνικής λογοτεχνίας, που δεν αναλώνεται στην ομφαλοσκόπηση ή την φολκλόρ αναπαραγωγή ενός πλασματικού ελλαδικού παρελθόντος. Γενικά πάντως, είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε τέτοιου είδους κατηγοριοποιήσεις στον αναγκαστικά περιορισμένο χώρο ενός ιστολογίου ή ενός άρθρου εφημερίδας, γιατί εκ των πραγμάτων αναφέρονται διαρκώς στα ίδια ονόματα, δίχως αιτιολόγηση ή κριτική εμβάθυνση.
Ευχαριστώ για την φιλοξενία

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Kafeini,
συγγνώμη που άργησα να απαντήσω. Έλειπα από το Σάββατο μέχρι τώρα εκτός Αθηνών.
Ξέρω το έργο της Κολλιάκου και συμφωνώ ότι η διαμονή-της στην Αγγλία κάνει την ελληνική-της γραφή πιο κοσμοπολίτικη, χωρίς να έχει εξαγγλιστεί ως προς την οπτική γωνία.
Πατριάρχης Φώτιος

Kafeini said...

Καλησπέρα Πατριάρχη, είχα πρωτοδιαβάσει για την Κολιάκου σ' ένα κείμενο της Θεοδοσοπούλου που παραλλήλιζε στοιχεία της Θερμοκρασίας Δωματίου(2006) με το Ντεκαφεϊνέ(2005) της Στάμου. Αν όμως σε ενδιαφέρει να μάθεις περισσότερα για τα βιβλία της Στάμου προτείνω την ανάλυση του Αλέξη Ζήρα -είναι σίγουρα από τις πιο διεισδυτικές (Αυγή της Κυριακής 24.4.2010)

Καλή συνέχεια

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Kafeini,
ευχαριστώ για τις πληροφορίες.
Η ελληνική λογοτεχνία που κοιτάζει ανοικτά την Ευρώπη και παρουσιάζει τους Έλληνες μαζί ντόπιους και μαζί Ευρωπαίους είναι στα πάνω-της. Να δούμε τι δίνει ή τι θα δώσει αυτή η ώσμωση.
Πατριάρχης Φώτιος