Monday, January 12, 2009

Καφές με μπράντυ: Έλενα Μαρούτσου

“Μεταξύ συρμού και αποβάθρας”
εκδόσεις Καστανιώτη
2008



Ο λαβύρινθος του Μαγκρίτ

Παράξενο κείμενο. Θα έλεγα αμφίθυμο. Μια σε συνεπαίρνει και μια σε προσγειώνει. Πολυπρισματικό. Μα ταυτόχρονα ψυχρό και εγκεφαλικό. Δαιδαλώδες, αυτή η λέξη ταιριάζει. Και μαζί ανακλαστικό της γραφής και της συγγραφέως. Ψάχνεις να βρεις την έξοδο. Αλλά παράλληλα σ’ αρέσει που παίζεις το παιχνίδι με τον μινώταυρο. Η ψυχή του ανθρώπου είναι σαν ένα καλειδοσκόπιο ιδεών και βιωμάτων.
Έτυχε να τελειώσω την ανάγνωση μόλις χθες. Και έπεσα πάνω σε μια κριτική του Περαντωνάκη στην Ελευθεροτυπία της Παρασκευής. Οι δικές μου εντυπώσεις, ζεστές ακόμα σαν φραντζολάκια της αυγής, έπεσαν πάνω σε μια ακαδημαϊκή κριτική χωρίς παλμό και σφρίγος. Παρενθετικά σε ποιον απευθύνονται τέτοιες κριτικές που βρίθουν επιστημονικών σκέψεων και ακατανόητων για τους πολλούς θεωριών; Ποιον ενδιαφέρει το κατά Ντεριντά “διαφυγόν νόημα”, για να το χρησιμοποιήσει ο κριτικός στην παρουσίασή του;
Ξαναγυρίζω στο μυθιστόρημα. Τα βασικά σημεία, σύμφωνα με το οπισθόφυλλο, είναι τα εξής:
Μια γυναίκα ταξιδεύει συνεχώς με την πλάτη γυρισμένη στο χρόνο και το χώρο. Ένα κοριτσάκι θέλει να γίνει Χριστός, και μέχρι ένα σημείο δεν τα πάει κι άσχημα. Μια γιαγιά ξυπνά από τη νάρκωση μιλώντας Γαλλικά. Ένα πλημμυρισμένο δωμάτιο. Μια συναυλία στο «Γκαγκάριν». Μια αγγελία. Δυο άγγελοι. Ο ένας φανταστικός, ο άλλος ψεύτικος. Ένα τρένο που διασχίζει ένα δωμάτιο. Μια πρόταση γάμου. «Ο Μαχαιρωμένος Χρόνος» και μια σειρά υπόπτων. «Μια Ανίδεη Νεράιδα». Ο «Κήπος των Εφήμερων Απολαύσεων». Το πιο θανάσιμο αμάρτημα.
Τα ίδια τα επιχειρήματα του Περαντωνάκη για την αξία του βιβλίου θα μπορούσε κανείς να τα αντιστρέψει και να τα θεωρήσει μειονεκτήματα:
1. Είναι η αυτοβιογραφικότητα –που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό πεζογράφημα- ικανή να σηκώσει το βάρος μιας γενικότερης θεώρησης. Μήπως έχουμε πέσει θύματα της μεταμοντερνιστικής κατάργησης των μεγάλων αφηγήσεων και περιοριζόμαστε μόνο στα βιωμένα γεγονότα;
2. Είναι η θραύση και η αποσπασματικότητα οι κατάλληλες συνθήκες για να ανασυντεθεί η πραγματικότητα; Ο κριτικός πιστεύει πως ναι, αλλά ποικίλες τέτοιες απόπειρες (θυμάμαι χαρακτηριστικά τις «Ωραίες μέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου» του Άρη Μαραγκόπουλου) με κάνουν να αμφιβάλλω.
3. Αυτά τα κόλπα των αντανακλάσεων (βλέπε την «Ιδιωτική πινακοθήκη» του Ζορζ Περέκ), ενώ διεγείρουν το ενδιαφέρον, είναι αποτελεσματικά ή απλώς παίζουν μέσα στη μυθοπλασία και δεν προσφέρουν κάτι περισσότερο;
Από την άλλη, το κλειδί για το βιβλίο είναι φυσικά οι πίνακες του Μαγκρίτ, κάτι που δεν είδα να το αξιοποιεί σε βάθος η παραπάνω κριτική. Οι πίνακες του είναι ότι δείχνουν και μαζί κάτι άλλο. Είναι τόσο αληθινοί αλλά και τόσο απατηλοί. Ο ίδιος είχε πει για τα έργα του: «Τη ζωγραφική μου αποτελούν ορατές εικόνες που δεν κρύβουν κάτι — προκαλούν μυστήριο και, όντως, όταν κάποιος βλέπει έναν από τους πίνακές μου, θέτει στον εαυτό του αυτό το απλό ερώτημα: «Tι σημαίνει αυτό;» Οι πίνακές μου δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο δεν σημαίνει κάτι — είναι απλά άγνωστο».
Η Μαρούτσου, παιδί της μεταμοντέρνας εποχής μας, παίζει γράφοντας και βιογραφείται ζωγραφίζοντας. Δεν ξέρω αν η εποχή μας μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτή την αυτοανάλυση, όσο κι αν είναι εντυπωσιακή. Με άλλα λόγια δεν ξέρω αν μπορούμε να γυρίσουμε στην απόλαυση της καθαρής αφήγησης ή ο λαβυρινθώδης δρόμος της συγγραφέως, όπως και άλλων, είναι χωρίς επιστροφή.

Πατριάρχης Φώτιος

9 comments:

Carpe diem said...

Μπήκε στην λίστα των μελλοντικών ταξιδιών.Να είσαι καλά

VITA MI BAROUAK said...

Η Κέζα γράφει ότι δόθηκαν 4.000 για τα δικαιώματα των πινάκων!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Carpe diem,
δεν κατάλαβα τι εννοείς με τη λίστα μελλοντικών ταξιδιών; Αναφέρεσαι σε ταξιδιωτική ανάγνωση μέσω του βιβλίου;
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Vita,
η ασπρόμαυρη ανατύπωση των πινάκων του Magritte δεν αποδίδει στο μέγεθός του το παιχνίδι που κάνει. Γι’ αυτό, παρόλο που η παρουσία τους βοηθά στην κατανόηση των παρακείμενων κειμένων, η εικαστική τους εντύπωση υστερεί από το πρωτότυπο.
Πατριάρχης Φώτιος

Carpe diem said...

Ακριβώς αυτό εννοώ.Καλημέρα

Βαγγέλης Ιντζίδης said...

Πατριάρχη καλησπέρα
Τι εννοείς απόλαυση καθαρής αφήγησης;
Πήρα το βιβλίο και το διαβάζω αλλά δεν έχω κριτήριο για να πω το καθαρό ή μη καθαρό του αφηγηματικού. Αν θες με διευκολύνεις;
σε ευχαριστώ
Βαγγέλης Ι.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Βαγγέλη,
κείμενα σαν αυτό της Μαρούτσου, του Χρυσόπουλου, του Φάις, της Γιαννακάκη κ.ά., επειδή χρησιμοποιούν ακραίες αφηγηματικές τεχνικές, οδηγούν τον αναγνώστη σε έντονο προβληματισμό και ίσως σε μια διανοητική απόλαυση, αλλά δυσκολεύουν την ανάγνωση και περιορίζουν τα περιθώρια περιέργειας, αγωνίας και ενδιαφέροντος για το τι θα γίνει μετά. Αντίθετα, κείμενα όπως τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Μάρκαρη ή τα ιστορικά έργα του Θέμελη, ακολουθούν πιο παραδοσιακούς κανόνες, εξομαλύνουν την αναγνωστική πορεία, αλλά φυσικά είναι πιο ρηχά και μονοεπίπεδα. Ό,τι κερδίζει κανείς στα μεν, το χάνει στα δε. Κάθε τέτοιο μυθιστόρημα είτε ευνοεί την απόλαυση της νομοτελειακής ανάγνωσης (αγωνία του τέλους) είτε ευνοεί τον προβληματισμό πάνω στη δομή του κειμένου και του κόσμου. Ελπίζω ότι ήμουν σαφής.
Πατριάρχης Φώτιος

βαγγελης ιντζιδης said...

Σε ευχαριστώ Πατριάρχη
ήσουν σαφέστατος.
Ακόμη το διαβάζω...
Βαγγέλης Ι.

Γιάννης Πλιώτας said...

Το βιβλίο της Μαρούτσου το βρήκα πολύ ευχάριστο κατά την ανάγνωση και όσο περνάει ο καιρός το ανεβάζω ψηλότερα στην εκτίμησή μου.
Απ' όσο ξέρω έχει πάει καλά από πωλήσεις, ενώ ήταν και υποψήφιο στα βραβεία του ΔΙΑΒΑΖΩ για καλύτερο μυθιστόρημα. Επίσης νομίζω αληθεύει το ποσό για τα δικαιώματα. Έχω γράψει αναλυτικά, ενώ πήρα και μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη από την ίδια τη συγγραφέα:
http://giannis-pliotas.blogspot.com/2009/03/19.html