Saturday, January 20, 2007

Διπλός καφές: Μάντης

Νίκος Μάντης, Ψευδώνυμο

Το πολύ θετικό των blogs είναι πλέον ότι αναδεικνύουν βιβλία, τα οποία θα βρίσκονταν στην αφάνεια, αν δεν υπήρχαν οι διαδικτυακοί αναγνώστες και τα ιστολόγιά τους. Το βιβλίο του Ν. Μάντη έγινε γνωστό από τέτοια blogs (αν και έγραψαν και οι κριτικοί γι' αυτό), το διάβασα και, για να μη γεμίσω άλλη μια σελίδα με προσωπικά σχόλια, συνθέτω μια γνώμη με κοπτοραπτική άλλων:
Η πρώτη που ανακάλυψε αυτή τη συλλογή διηγημάτων δεν είναι blogger αλλά κριτικός. Η Λίνα Πανταλέων στα “Πρώιμα πένθη” (Ελευθεροτυπία, 10.11.2006) μιλάει για γραφή που “φροντισμένη, με λόγιες λέξεις, λυρικές περιγραφές και αρκετές παρομοιώσεις, πασχίζει να πείσει για την επιμέλεια και σοβαρότητα του γράφοντος” και για λιτότητα που “είναι κατεξοχήν κατάκτηση της ωριμότητας ή αλλιώς ζήτημα αυτοπεποίθησης”. Γενικότερα, βέβαια η κριτικός είναι συγκρατημένη θεωρώντας ανισοβαρή τη συλλογή με καλά και κακά διηγήματα, τα οποία ωστόσο αφήνουν ελπίδες για το μέλλον. Μια άλλη κριτικός, η Μάρη Θεοδοσοπούλου στο Αθάνατος στη Βενετία” (Το Βήμα, 12.11.2006) μιλάει ιδιαίτερα για το “Κυρίαρχο μοτίβο των εντελέστερων διηγημάτων της συλλογής”, που είναι η σεξουαλική επιθυμία, ενώ γενικά η παρουσίασή της δεν εμβαθύνει.
Από εκεί και πέρα ξιφούλκησαν τα blogs με πρώτο τον βιβλιοφάγο (http://bibliofagos.blogspot.com) στις 19.11.2006. Ο βιβλιοφάγος είναι πολύ θερμός για τα 11 διηγήματα, από τα οποία “τα περισσότερα είναι σφιχτοδεμένα, χωρίς πλατειασμούς, με λόγο που ρέει ευχάριστα, με δυνατά νοήματα και τολμηρές αναφορές και συσχετισμούς με βιβλία άλλων συγγραφέων, όπως ο Τόμας Μαν, και με έναν διάχυτο ερωτισμό να υποφώσκει κάτω απ’ τις αράδες του”.
Στην Ελληνική λογοτεχνία (http://diavazo.blogspot.com) της 15.12.2006, ο blogger βλέπει “κοινό παρανομαστή [των διηγημάτων] τον αντρικό πόθο για τη γυναίκα είτε αυτός εκφράζεται με τη σεξουαλική επιθυμία, είτε μέσω αναμνήσεων, ονείρων, φωτογραφιών.” Παρόλο που πιστεύει ότι “ο Μάντης προσπαθεί φιλότιμα να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση ανατροπών, μια σχεδόν κινηματογραφική πλοκή στα αφηγήματα του ορισμένα από τα οποία φλερτάρουν με το μεταφυσικό, το ονειρικό και τις υπαρξιακές αναζητήσεις.”, νιώθει να τον κουράζει η ανάγνωση “γιατί σε κανένα από τα διηγήματα δεν έρχεται η κορύφωση με τη μορφή έκρηξης αλλά μάλλον σαν αναμενόμενη λύτρωση”. Γι’ αυτό θεωρεί πως ο Μάντης προσέχθηκε, επειδή κυκλοφόρησε στον Καστανιώτη.
Τα πρώτα διηγήματα είναι καλύτερα και μετά ξεφουσκώνει η συγγραφική του πνοή. Κι είναι καλύτερα όσο ο διηγηματογράφος παίζει με ένα τέχνασμα γνωστό από τον Ντοστογέφσκι και τον Στήβενσον (δεν θα αποκαλύψω το αίνιγμα: το εικονίδιο αποκαλύπτει έμμεσα την τεχνική που καταξιώνει τα διηγήματα).
Καλή ανάγνωση,
γιατί το αξίζει.


Πατριάρχης Φώτιος
20.1.2007

3 comments:

Mamaloukas said...

Καλησπέρα. διάβασα κι εγώ τον Μάντη κι έγραψα κριτική η οποία θα δημοσιευτεί στο περιοδικό Διαβάζω, γι΄αυτό και δεν την έχω ανεβάσει ακόμα στο μπλογκ μου.
Μπορώ να πω με δυο λόγια ότι το βιβλίο είναι πολύ καλό, παρόλα τα μικρά του ατοπήματα. διαφωνώ με τη γνώμη του Ρίντερ ότι προσέχτηκε λόγω Καστανιώτη. αν δείτε τους καταλόγους του Καστανιώτη θα βρείτε πολλούς συγγραφείς που έβγαλαν εκεί το πρώτο τους βιβλίο και αγνοήθηκαν παντελώς από την κριρική, σωστά ή άδικα.
Ευχαριστώ

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Συμφωνώ ότι έχει ορισμένα ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ά διηγήματα (αυτά με το τέχνασμα) και άλλα προς το τέλος μετριότατα έως αδιάφορα. Επομένως αξίζει να προσεχθεί όχι αναγκαστικά ως συλλογή αλλά ως μεμονωμένα δείγματα διηγηματογραφίας, όπως άλλωστε και πολλά άλλα βιβλία με διηγήματα.
Πατριάρχης Φώτιος

Kleon Gelastos said...

ΧΤΕΣ

Χτες η αγάπη είχε γίνει φως
που μ' όλα τα τριγύρω στέρια δένει'
σαν ένα τόπι ο ήλιος αλαφρός
ανάμεσα ουρανό και οικουμένη.

Χτες ένα σύννεφο ήταν η χαρά
ολάσπρο, ευτυχία πλημμυρισμένο
που κράταε στ’ απαλά του τα φτερά
του δειλινού το ρόδο το ανοιγμένο.

Χτες μία στάλα ήταν η ζωή
ωσάν αυτές που πέφτουν απ' τα φύλλα
όταν του κρύου αγέρα η πνοή
με φρίκη τα δονεί κι ανατριχίλα.

Της ύπαρξής μας χτες το μυστικό
στα πάνωθέ μας χάη εφανερώθη,
μας έγνεψε για λίγο θριαμβικό
και πάλι μας το έκρυψαν οι πόθοι.

Χτες στης αγάπης μου την αγκαλιά
ο έρως ζωηρός είχε φωλιάσει
κι από τ' αυθάδη του τα φιλιά
κοκκίνιζεν εκείνη σαν κεράσι.

Χλωμή εχτές μια μάσκα από κερί
κρεμόταν απ' του κόσμου το μπαλκόνι'
κι έβλεπες ένα γέλιο να φορεί
και κάτω από το γέλιο της να λιώνει.

Γιώργης Χολιαστός