Friday, October 10, 2014

“Ο αριθμός που ήθελε όνομα” της Αγνής Ερωτοκρίτου


Ποια είναι η Αγνή Ερωτοκρίτου; Και πώς ένα ψευδώνυμο έρχεται και ξανάρχεται καθώς διαβάζει κανείς το έργο, αφού η ανωνυμία της αφηγήτριας και η παιγνιώδης γραφή μέσα σε ένα «παιχνιδογράφημα» ερεθίζει και προβληματίζει παρά συγκινεί. 

Freddo cappuccino:
Αγνή Ερωτοκρίτου
“Ο αριθμός που ήθελε όνομα”
εκδόσεις Γαβριηλίδη
2014



Ποια είναι η Αγνή Ερωτοκρίτου; Ποιος είναι αυτός που πίσω από ένα αληθοφανές ψευδώνυμο καταθέτει τις θεωρητικές-του απόψεις και γράφει ένα “περιμυθιστόρημα” εγκεφαλικό και διακειμενικό; Στην αρχή προσανατολίστηκα προς διάφορα ονόματα, πίστεψα ότι ίσως είναι ο ένας ή ο άλλος, αφού πολλές παραπομπές αφορούν στον Σεφέρη, ή ο τρίτος, καθώς ανήκει κι αυτός στο ίδιο πλαίσιο θεωρητικής αντιμετώπισης του μυθιστορήματος, ή ο δείνα, που έχει γράψει κι άλλα έργα με σκόπιμα παιγνιώδες ψευδώνυμο. Τελικά, καταλήγω (σε ένα παιχνίδι της σκέψης) ότι είναι ο Κρητιώτης, αυτός ο ψευδώνυμος συγγραφέας που καταπιάνεται με τον Ροΐδη και τις λαθροπαραπομπές-του, που γίνεται γνωστός με το “Μηνολόγιο ενός απόντος”, που έρχεται πολυπρόσωπος σαν άλλος Πεσόα να πολιορκεί τη λογοτεχνία με ορθόδοξους και ανορθόδοξους τρόπους [Βλ. τη συνέντευξη που του είχα πάρει ΕΔΩ].
Είτε έχω δίκιο είτε όχι, πρόκειται πάλι για έναν/μία συγγραφέα με θεωρητική κατάρτιση, με αναζητήσεις σε άλλα κείμενα, με διακειμενικές παραπομπές και με δοκιμιακό τρόπο γραφής. Η υπόθεση σχεδόν απουσιάζει, αφού στην ουσία έχουμε μια “συγγράφισσα” σε έναν μελλοντικό χρόνο, που δεν έχει όνομα, καθώς την εποχή της Απόρθωσης στην οποία ζει οι άνθρωποι διακρίνονται από έναν αριθμό ιδιοπροσωπίας, ο οποίος μάλιστα αλλάζει από εβδομάδα σε εβδομάδα. Στοχάζεται λοιπόν πάνω στον περιβόητο “θάνατο του συγγραφέα”, όταν το όνομα δεν παίζει κανέναν ρόλο και το ίδιο το κείμενο κυκλοφορεί αδέσποτο και αχειραγώγητο. Έχει υπόψιν-του/της τη Γιασμίνα Χάντρα, που γράφει ως γυναίκα ενώ είναι άντρας, αξιωματικός μάλιστα του αλγερινού στρατού, ή τη Ρόουλινγκ, που έγραψε ένα αστυνομικό με ψευδώνυμο αλλά πούλησε μόλις αποκάλυψε το πραγματικό-της όνομα.
Η σύλληψη του έργου στηρίζεται σε έναν διαρκή εγκιβωτισμό, καθώς με έντονα μαύρα γράμματα εντίθεται μέσα στο συνολικό έργο το μυθιστόρημα που περιέχεται στο βιβλίο που κρατάμε. Η “Αγνή Ερωτοκρίτου” γράφει ένα κείμενο όπου το νούμερο 115272930 (τυχαία αναφορά) συγγράφει ένα αλληγορικό ποίημα και ενδιαμέσως ένα μυθιστόρημα με έντονες αυτοαναφορικές αναφορές. Κι εμείς παρακολουθούμε τις διαδοχικές ερμηνείες που δόθηκαν γι’ αυτό.
Μοιάζει λίγο στο είδος της σύλληψης με “Το ακατέργαστόν-μου” της Αλίκης Ντουφεξή-Pope, όπου η συγγραφέας παίζει με την ταυτότητά-της και βάλλει κατά των ευπώλητων γυναικείων μυθιστορημάτων. Η εναλλαγή ταυτοτήτων, η ώσμωση του πραγματικού με τον μυθοπλαστικό κόσμο, η πλαστοπροσωπία, ο στοχασμός για την συγγραφική δυνατότητα σε μια μεταμοντέρνα κοινωνία που κινείται αμήχανα ανάμεσα στην αξία του κειμένου και στο προφίλ του συγγραφέα είναι βασικά θέματα που πραγματεύονται τέτοια βιβλία.
Επαναλαμβάνω ότι τέτοια παιχνίδια, όσο κι αν με συνεπαίρνουν, όσο κι αν με ερεθίζουν θεωρητικά, όσο κι αν περνάνε το κέλυφος του εγκεφάλου-μου με τις διαπεραστικές βελόνες-τους, είναι λιγότερο λογοτεχνία, είναι λιγότερο συναίσθημα, είναι πολύ λίγο ικανά να διεγείρουν το θυμικό-μου και να με συνεπάρουν συθέμελα.

[Ο πίνακας της κορυφής είναι έργο του PaiVerde με τίτλο “Αυτοποίητο παζλ” (www.paiverde.deviatart.com), οι φωτογραφίες που απλώνονται ανάμεσα στις λέξεις είναι παρμένες από τα: koreabizwire.com & jackmalcolm.com και ο τελευταίος πίνακας ανήκει στον Magritte’s “La Tentative de l’Impossible”]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, October 08, 2014

“Καιρόν ήταν” της Βάσως Νικολοπούλου


Πώς χειρίζεται κανείς το υλικό της ψυχής-του; Πώς το ανασυνθέτει και πώς το εκτονώνει; Πώς στην ουσία το κοινωνεί στους άλλους, αν θέλει βέβαια να περάσει ό,τι ζει, σκέφτεται και αισθάνεται στους αναγνώστες-του;

Αμερικάνικος με άρωμα βανίλια:
Βάσω Νικολοπούλου
“Καιρόν ήταν”
εκδόσεις Εστία
2014




            Καταλαβαίνω ότι πολλοί άνθρωποι έχουν μέσα-τους συσσωρευμένα φορτία έντασης, μια πλημμύρα οργής, ένα φούσκωμα από απωθημένα και πικρίες. Νιώθω ότι η προσωπική ζωή, βγαλμένη από τα οικογενειακά λίκνα ή τις κοινωνικές αντιξοότητες, γεννά τσουνάμια αγανάκτησης ή θυμού, οδύνης ή ηλεκτρισμού. Κύματα φορτισμένης ατμόσφαιρας διασχίζουν το είναι του ανθρώπου και τον κρατούν στην τσίτα μέχρι να τα εκτονώσει. Κι έρχεται τότε η λογοτεχνία να γίνει η βαλβίδα που θα αφήσει όλον τον ατμό να ξεφύγει, ελεγχόμενος αλλά και ορμητικός, οριοθετημένος αλλά και φουριόζος.
            Η συγγραφέας, που τη γνωρίσαμε με τη “Βασιλική”, γυρίζει γύρω γύρω από τον οικογενειακό περίγυρο και τις προσωπικές / γυναικείες εμπειρίες, χωρίς φυσικά να γίνεται ευπώλητη και γλυκερή. Στήνει ένα αφήγημα αποτελούμενο από “μικρές ιστορίες”, όπως τις ονομάζει, από μικρά κεφάλαια πρωτοπρόσωπης αφήγησης, που συστήνουν ένα είδος αναδρομικής αυτοβιογραφίας, χωρίς πραγματολογικά στοιχεία αλλά περισσότερο με αναμνήσεις και στιγμιότυπα ζωής. Σταδιακά οι “μικρές ιστορίες” μετατρέπονται σε “μικρές σκέψεις”, καθώς όλο και περισσότερο πολλαπλασιάζονται τα σχόλια και τα συναισθήματα, περιορίζονται τα γεγονότα και αντικαθίστανται από έναν συναισθηματικό σχολιασμό της ζωής.
Δυστυχώς, η Νικολοπούλου αφέθηκε να παρασυρθεί σε μια ιδιωτική θέαση της ζωής της αφηγήτριας, αφού αποχωρεί όλο και πιο πολύ από το δημόσιο πρόσωπό-της και βουλιάζει στην εσωτερική αναμόχλευσή-της. Δυστυχώς, επαναλαμβάνεται σ’ αυτό που επιχείρησε στο πρώτο-της έργο και αναζητώντας την ανάρτησή-μου είδα ότι δεν ξεφεύγει από τον ψυχικό σχολιασμό και τη βουρκωμένη αυτοψυχογράφηση που έχει επιλέξει ως γραφή. Αν εξαιρέσει κανείς τα μικρά κεφάλαια, ένα είδος αποσπασματικότητας, ο τρόπος που αναμοχλεύει τη ζωή-της είναι ο ίδιος και γι’ αυτό δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο στον αναγνώστη.

[Άντλησα φωτογραφικό υλικό από: www.lavocesociale.it, www.students.ccsu.edu και oulofagypsy.me]
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, October 07, 2014

Δεκαπενθήμερο αφανών συγγραφέων

Ξεκινώ σήμερα ένα δεκαπενθήμερο με κείμενα ανθρώπων που βλέπουν τη συγγραφή ως διέξοδο, ως ερασιτεχνική απόπειρα, ως μεράκι, ασχέτως αν πετυχαίνουν υψηλούς στόχους ή όχι. Κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη γράψει κι άλλα έργα, κάποιοι άλλοι όχι. Μερικοί κέρδισαν μια μικρή δημοσιότητα ως τώρα, άλλοι όχι. Μερικοί έχουν κερδίσει τη θέση-τους σε έναν “μεγάλο” εκδοτικό οίκο, άλλοι σε μικρότερο.
            Δε θίγω εδώ το ύψος της επιτυχίας, αλλά την προσπάθεια να εκφράσουν (ο καθένας με άλλο τρόπο) μια εσωτερική ανάγκη που χτυπά την πόρτα. Άλλος το κάνει με λογοκρατικές τεχνικές, άλλος με τον εξομολογητικό λόγο της καρδιάς, άλλος με την κοινωνική περιδιάβαση. Κι αν τους δίνω σημασία, παρόλο που όποιος έβλεπε το βιβλίο-τους στον πάγκο του βιβλιοπωλείου θα τα προσπερνούσε ελλείψει διαφήμισης, είναι κυρίως επειδή είμαι πεπεισμένος ότι η επίσημη προβολή έργων κινείται σε προκαθορισμένα πλαίσια και σπανιότερα ψάχνει νέες φωνές, που δεν τις συστήνουν οι εκδότες.
            Συντονιστείτε για να σπιντάρουμε…

[Η φωτογραφία κορυφής λήφθηκε από το www.thestar.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, October 04, 2014

“Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο” του Ισίδωρου Ζουργού

Ο 17ος αιώνας χτίζεται πάνω στην επιστήμη που παρελαύνει και στις πνευματικές ζυμώσεις που απλώνονται σε όλη την Ευρώπη, από τη Μεσόγειο του Σουλτάνου μέχρι το Άμστερνταμ των εμπόρων κι από το Λονδίνο της Βασίλισσας έως το Πέτερσμπουργκ του Τσάρου.  

Iced Coffee:
Ισίδωρος Ζουργός
“Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο”
εκδόσεις Πατάκη
2014

 
            Η φράση «Σκηνές από τον βίο…» του τίτλου παραπέμπει τόσο σε συναξάρια αγίων όσο και στο έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού» (1975). Έχουμε λοιπόν έναν άγιο του 17ου-18ου αιώνα που η πρότυπη ζωή-του γίνεται αντικείμενο αφήγησης (επαναφοράς; αποκαθήλωσης; επανερμηνείας;) ή πρόκειται για έναν απλό άνθρωπο που συναξαριάζεται σαν τον Κορδοπάτη του Θανάση Βαλτινού; Έχουμε μήπως έναν αλλόθρησκο, του οποίου η ζωή αξίζει να αποτυπωθεί; ή είναι ένα βιογραφικό παιχνίδι που χαράζει ρότα γι’ αλλού;
            Τελικά, η αρχή του πολυσέλιδου μυθιστορήματος δείχνει ότι πρόκειται όντως για έναν άγιο, έναν υπέργηρο μοναχό στο Άγιο Όρος, τον Ιωαννίκιο, ο οποίος ξεκίνησε ως παιδί-θαύμα από ένα κρυπτο-εβραϊκό περιβάλλον της Κεντρικής Ευρώπης. Ο μικρός Ματίας (Κράις) Αλφοσίνο μεγαλώνει ως μαρράνος, τύποις Χριστιανός αλλά με εβραϊκή κουλτούρα, σε πιλοποιείο της Βασιλείας τον 17ο αιώνα, όταν οι Εβραίοι κρύβονταν για να μην διωχθούν. Την τύχη-του επιχειρούν να καθορίσουν ο πατέρας-του Τομπίας, που τον οραματίζεται εκλεκτό του επερχόμενου Μεσσία, και ο θείος-του Ισαάκ, που θα τον ήθελε μεγάλο επιστήμονα, διάδοχο φωτισμένων πνευμάτων του καιρού-του.
            Το βιβλίο πραγματεύεται (στην αρχή τουλάχιστον) το μοτίβο του περιπλανώμενου Ιουδαίου, καθώς ο μικρός Ματίας ξεκινά από τη γενέτειρα Βασιλεία, αφήνοντας πίσω τη νεκρή μητέρα-του, και κατηφορίζει μέσω των Άλπεων στη Βενετία κι έπειτα στη Θεσσαλονίκη, ξανά στη Βενετία, στην Πάδοβα, την Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο, το Ιάσιο κ.ο.κ. Η εβραϊκή-του ρίζα γρήγορα όμως χάνεται, αφού υιοθετείται από έναν Έλληνα έμπορο, τον Μελισσηνό, και παίρνει το όνομά-του και τύποις τη χριστιανική πίστη. Ένα μυστικό για τους γονείς-του πεταρίζει πάνω από την ιστορία, ενώ δεν λείπουν μικρές σκηνές αντιεβραϊκών εκδηλώσεων, συναντήσεις με ξένες φυσιογνωμίες και μεταφυσικές παρουσίες που δεν εξηγούνται, δείγματα της ιδιαίτερης φύσης του μικρού, που τελικά αναδεικνύεται σε μεγάλο γιατρό. Στα λιμάνια και στις πόλεις που επισκέπτεται, ζει και εργάζεται, κυριαρχεί μια γοητευτική πανσπερμία από Γραικούς εμπόρους έως Μαλτέζους πειρατές κι από Άγγλους καπετάνιους μέχρι Ιταλούς καθηγητές πανεπιστημίου.
            Αν το σκεφτεί κανείς πρόχειρα, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την πορεία ενηλικίωσης του μικρού Εβραίου, που βαπτίζεται σχετικά νωρίς Χριστιανός, ως μαθητεία και το έργο Bildungsroman. Όμως αυτό είναι μια βιαστική εντύπωση, καθώς στο μυθιστόρημα μαθητείας ο ήρωας όχι απλώς μεγαλώνει, όχι απλώς περνά δοκιμασίες και ωριμάζει αλλά αλλάζει σταδιακά και χαρακτήρα. Είναι από τα λίγα μυθιστορηματικά πρόσωπα που εξελίσσονται και δεν μένουν σταθερά, αλλά προσαρμόζονται και διαμορφώνουν συνεχώς το είναι-τους. Στο παρόν μυθιστόρημα, ο μικρός Ματίας, ο μετέπειτα Ματθαίος και όσο σπουδάζει στην Ιταλία ενίοτε και Ματέο, είναι εξ αρχής μια ιδιοφυΐα που δεν χάνει τη σπιρτάδα της σκέψης-του, ενώ η ηθική-του ή ιδεολογική βάση του χαρακτήρα δεν φάνηκε όσο ήταν μικρός και δεν εξελίχθηκε όσο μεγαλώνει. Μια επιφύλαξη στο παραπάνω θα ερχόταν από την απόφασή-του να τελειώσει τη ζωή-του στο Άγιο Όρος… Το μυθιστόρημα ξεκινά από τον Άθω, όπως αρχίζει, σε έναν κύκλο που δένει τα γεγονότα και εξηγεί αυτό που παρουσιάστηκε ήδη από την αρχή.  
Πιο πολύ διαβάζουμε για τον αναβρασμό της επιστήμης τον 17ο αιώνα, ενώ ο Διαφωτισμός ανατέλλει πάνω από την ανθρωπότητα, δίνει ώθηση σε περιστατικά και σκηνές μεταξύ ατομικής ολοκλήρωσης και κοινωνικών ζυμώσεων. Κι ο πρωταγωνιστής εκπροσωπεί το πνεύμα του ορθολογισμού, της παιδείας και της επιστήμης που μάχεται θρησκείες, αλχημείες και αφελείς απόψεις. Ωστόσο εξ αρχής ξέρουμε ότι όλα αυτά θα μείνουν πίσω, καθώς στο τέλος θα προτιμήσει τη μοναστική ζωή, γεγονός που σκιάζει διαφορετικά ό,τι παρελαύνει μπροστά-μας.
            Η ιστορία (τόσο η μυθοπλασία όσο και η Ιστορία) αναπλάθεται από τον Ζουργό όχι μόνο πιστά, με αληθοφανείς πινελιές, με το κατάλληλο κλίμα και τις λεπτομέρειες που ταιριάζουν, αλλά και με την αφηγηματική δεινότητα που είχαμε δει και σε άλλα-του έργα, όπως στα «Ανεμώλια». Παρά τις 770 σελίδες, όποτε έπιανα στα χέρια-μου το βιβλίο, δεν αγανακτούσα (εντάξει, υπερβάλλω λίγο, αφού σε μερικά σημεία ένιωθα την κοιλιά), καθώς η ροή των επεισοδίων αλλά και των περιγραφών, το ξεδίπλωμα της ιστορίας και η ιστορική διήγηση έρρεαν σαν τρεχούμενο νερό, ειδικά όσο οι μεταβάσεις και οι εισαγωγές προσώπων γινόντουσαν αβίαστα. Δεν λέω ότι δεν είναι παραφουσκωμένο, αλλά ότι υποβάλλει εν γένει την έννοια της υπομονής και της ιστορικής γοητείας. Η γλώσσα είναι πάντα μεστή, σοφά συνταιριασμένη με ξενικές (κυρίως ιταλικές) λέξεις, που συμβάλλουν ενεργά στην απόδοση της ατμόσφαιρας.

Δείτε και την ανάρτηση της Βιβής Γ. στη lesxianagnosisbiblioudegas, όπου συγκεντρώνονται διάφορες ενδιαφέρουσες εκτιμήσεις για το βιβλίο: 

[Η βιβλιοπαρουσίαση πρωτοδημοσιεύτηκε στις 8/7/2014 στο In2life  αι κοσμήθηκε με εικόνες που αντλήθηκαν από: www.euratlas.net, www.geschichteinchronologie.ch, old-map-blog.com, placessavvy.blogspot.gr, historysheroes.e2bn.org και b-womeninamericanhistory17.blogspot.gr, για τον πίνακα του Jan Steen "Η επίσκεψη του γιατρού"]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, October 01, 2014

ΝΟΜΠΕΛ Λογοτεχνίας 2003: John Maxwell Coetzee

“Περιμένοντας του βαρβάρους”

“Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;” Ή μάλλον, τι θα γένουμε εμείς που γίναμε βάρβαροι; Οι άλλοι είναι οι κακοί –ωραία προπαγάνδα!-, ενώ στην πράξη εμείς εκβαρβαριζόμαστε και μετατρέπουμε την κοινωνία, τη δυτική κοινωνία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων!, σε αυταρχικό καθεστώς περιορισμών και μονολιθικής διακυβέρνησης.
 

Μπάλες σοκολάτα:
John Maxwell Coetzee
“Waiting for the Barbarians”
Penguin Books
1982
“Περιμένοντας του βαρβάρους”
μετ. Μ. Φραγκόπουλος
εκδόσεις Μεταίχμιο
2013

 
            Ο καβαφικός τίτλος και ο θάνατος του Νέλσον Μαντέλα κάνουν το βιβλίο του νομπελίστα συγγραφέα επίκαιρο. Ποιοι είναι οι βάρβαροι σε μια εποχή (αρχές δεκαετίας του ’80), κατά την οποία το απαρτχάιντ καλά κρατεί; Ποιοι είναι οι βάρβαροι, όταν ο Μαντέλα είναι φυλακισμένος μέχρι το 1982 στο Robben Island και κατόπιν, μέχρι το 1989, στη φυλακή Pollsmoor; Ποιοι είναι οι βάρβαροι και ποιοι οι πολιτισμένοι εντέλει (σήμερα);
            Ο αφηγητής είναι ο πολιτικός διοικητής μιας μικρής περιοχής κοντά στα σύνορα μιας ανώνυμης Αυτοκρατορίας, εκεί στα τέλη της προτεχνολογικής εποχής. Στην αρχή, είναι ένας Πόντιος Πιλάτος που βλέπει τη βίαιη ξενοφοβική συμπεριφορά της κεντρικής εξουσίας, αλλά δεν μπορεί ανοιχτά να κάνει κάτι δραστικό. Όταν μάλιστα φτάνει στην περιοχή του ο στρατιωτικός διοικητής Τζολ, που επιχειρεί επιδρομές στα χωριά των “βαρβάρων”, πιάνοντας αιχμαλώτους και βασανίζοντάς-τους, αυτός ανησυχεί και προσπαθεί να δείξει το ανθρώπινο πρόσωπό-του. Ο ίδιος ο αφηγητής, από διάθεση συμφιλίωσης(;), από θέληση για εξιλέωση(;), μπαίνει στη γη των “βαρβάρων” και προσπαθεί να έλθει σε επαφή μαζί-τους… Κι έπειτα, γίνεται το θύμα της αυτοκρατορικής πολιτικής, που θεωρεί προδότες όποιους δεν στοιχίζονται με τις τακτικές-του.
Η Αυτοκρατορία δεν κατονομάζεται, αν και όλοι μπαίνουμε αμέσως στο αλληγορικό κάτοπτρο που δείχνει την ίδια την Νότιο Αφρική, έστω κι αν δεν μιλάει για ρατσισμό, έστω κι αν το χιόνι και οι αντίξοες συνθήκες δεν συνάδουν με την έρημο και τα ξερά κλίματα. Επομένως, όλοι αναγνωρίζουν πως πίσω από την αλληγορία πολιτισμένοι – βάρβαροι, επήλυδες – ντόπιοι, εμείς – οι άλλοι κ.ο.κ. κρύβεται η καταγγελία ενός ρατσιστικού λόγου, που επιβάλλει την πυγμή και την πρόληψη απέναντι στους απολίτιστους αυτόχθονες.
Ένα βασικό όμως θέμα, που τίθεται παράλληλα ή και πάνω από τον ρατσισμό, είναι η χρήση της εξουσίας. Οι ελευθερίες που έχει κανείς όντας στην εξουσία είναι τέτοιες που δοκιμάζουν το επίπεδο του πολιτισμού-του ανάλογα με το πώς θα τις χειριστεί. Ο διοικητής μπορεί να κάνει πολλά κι όμως επιλέγει να δείξει ανθρωπιά, μπορεί να εκμεταλλευτεί τη θέση-του και να επιβληθεί, αλλά αυτός αναρωτιέται συνεχώς για τα όριά-του. Ακόμα και οι σεξουαλικές-του σχέσεις με μια ντόπια, που την μετατρέπει σε παλλακίδα-του, ή οι επισκέψεις στον οίκο ανοχής της πόλης αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την αρχή που έχει και τη χρήση της ελευθερίας που του αφήνει η εξουσία σε ντόπιους και γυναίκες. Κι αυτήν την ελευθερία που χειρίζεται ο επίτροπος δίνει και στην αιχμάλωτη ιθαγενή, στην οποία επιτρέπει να ακολουθήσει τους άλλους αυτόχθονες, εφόσον κι η ίδια το θέλει.
Όταν ο ίδιος χάνει την ελευθερία-του, επειδή η Αυτοκρατορία τον κατηγορεί για εσχάτη προδοσία και συναλλαγή με τους βαρβάρους, ομολογεί πως δεν είναι ήρωας. Είναι ένας απλός άνθρωπος που θέλει να ζήσει, αλλά συνάμα πίστευε και πιστεύει πως μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς, αναγνωρίζοντας και στους άλλους (στους βαρβάρους) τα δικά-τους δικαιώματα.
Το βιβλίο του Κουτσί είναι μια αλληγορία μετα-αποικιακής λογικής, η οποία δείχνει πώς αντιμετωπίζουν οι πολιτισμένοι τους απολίτιστους (κι οι δυο λέξεις σε εισαγωγικά), στοιχείο που αποκαλύπτει τελικά τι είναι πολιτισμός και ποιος από τους δύο είναι πολιτισμένος. Η ηγεμονιστική πολιτική της Αυτοκρατορίας (ξεφεύγει από την περίπτωση της Νοτίου Αφρικής και παίρνει διαχρονική διάσταση) καταδεικνύει πόσο ο πολιτισμός του δυτικού κόσμου είναι εν τέλει γεμάτος απάνθρωπες πράξεις, αλαζονικές συμπεριφορές, ελιτίστικες διαθέσεις. Θυμάμαι τον Κλωντ Λεβί-Στρως, που απέδειξε με ανθρωπολογικές έρευνες ότι η διαφορά που έχουν οι “πολιτισμένοι” από τους “απολίτιστους” είναι πολιτισμική και όχι πραγματική, περιγραφική και όχι αξιολογική. Η εξέλιξη στον τεχνολογικό τομέα δεν πρέπει να παραγκωνίσει τη νοοτροπία, τις αξίες κ.ο.κ., που σε μεγάλο βαθμό είναι κάτι διαφορετικό. Και δυστυχώς αντιλαμβάνομαι όλο και περισσότερο ότι η προηγμένη Ευρώπη και η εκσυγχρονισμένη Αμερική γίνονται όλο και πιο φασιστικές στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας, όχι μόνο των ξένων αλλά και των υπηκόων-τους. 

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 26/2/2014. Το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει την ανάρτηση είναι από: www.intrepidtravel.com, www.prisonmovies.net, www.apartheidmuseum.org, kwekudee-tripdownmemorylane.blogspot.com, frostysramblings.wordpress.com και www.pinterest.com]
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, September 27, 2014

“Ρετροσπεκτίβα” του Αβραάμ Β. Γεοσούα

Είμαστε τυχεροί όταν τέτοια κορυφαία έργα μεταφράζονται γρήγορα στα ελληνικά, αναγνωρίζονται και προβάλλονται. Είμαστε τυχεροί όταν διαβάζουμε έναν μεγάλο συγγραφέα που μπορεί στα εβδομήντα και χρόνια-του να παραγάγει ένα τόσο σπουδαίο μυθιστόρημα.
 

Freddoccino:
א.ב. יהושע
חסד ספרדי
 
Αβραάμ Β. Γεοσούα
“Ρετροσπεκτίβα”
μετ. Μ. Κοέν
εκδόσεις Πόλις
2014
 
 

Γ

ιατί ένας αγαπημένος ισραηλινός σκηνοθέτης αλλάζει γραμμή και από σουρεαλιστικές και αλληγορικές ταινίες κάνει στροφή στο ρεαλιστικό και νατουραλιστικό σινεμά; Η ερώτηση δεν έχει, μέσα στο μυθιστόρημα, τεχνικό χαρακτήρα και δεν αφορά ως εκ τούτου λίγους ειδικούς, αλλά αναφέρεται στη γενικότερη αλλαγή στη θεώρηση της ζωής και της τέχνης που έγινε στη συνείδηση του Γιαΐρ Μόζες.
            Το έργο ξεκινά από το Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα, όπου γίνεται ένα τριήμερο αφιέρωμα στο διάσημο σκηνοθέτη, μια ρετροσπεκτίβα όπως είναι ο καλλιτεχνικός όρος, με έμφαση στα πρώτα-του φιλμ. Σ’ αυτά σεναριογράφος-του ήταν ο Τριγκάνο, με τον οποίο διαφώνησαν αργότερα, και πρωταγωνίστρια η Ρουθ, σύντροφος τότε του Τριγκάνο και έπειτα του Μόζες. Εξ αρχής λοιπόν η τέχνη συμπλέκεται με τη ζωή και οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις με τις καμπές του βίου.
            Το πρώτο θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι η πρόσληψη της τέχνης και μάλιστα από τον ίδιο τον δημιουργό. Παράλληλα με τον Σεφέρη που έλεγε ότι δεν θυμάται τι εννοούσε όταν έγραφε ένα ποίημά-του, ο Μόζες ξαναβλέπει τις προ τεσσαρακονταετία ταινίες-του (και μάλιστα μεταγλωττισμένες) με την ίδια απορία και περιέργεια που θα τις έβλεπε ο καθένας. Κι επιπλέον αναρωτιέται για πολλά, ενώ δεν παύει να προβληματίζεται για το νόημά-τους αλλά και για τις πρωτολειακές ατεχνίες-τους. Το καλλιτέχνημα δεν έχει μέσα-του μια διαχρονική αυταξία, αλλά αξιολογείται και νοηματοδοτείται κάθε φορά με νέα ματιά, είτε αυτός που το εξετάζει είναι ο θεατής, ο κριτικός ή ο ίδιος ο δημιουργός. Η απόσταση χρόνου, ωριμότητας και συνθηκών κάνει το έργο ξένο, αλλότριο και επαν-ανακαλύψιμο.
            Η μνήμη που γίνεται πρίσμα εισόδου και εξόδου στο παρελθόν, η διαστρεβλωτική λειτουργία του νου, η σχέση τέχνης και πραγματικότητας, η υποκειμενική σύλληψη των καταστάσεων, είναι μερικά από τα θέματα που ενσφηνώνονται στον βασικό άξονα. Ο Μόζες θυμάται και δεν θυμάται πώς γύρισε τις ταινίες-του, η Ρουθ προσθέτει, συμπληρώνει, διορθώνει τη μνήμη-του, η σχέση-τους όπως είναι τώρα αναθεωρείται με βάση όσα έζησαν τότε. Κι ο σεναριογράφος Τριγκάνο εμφανίζεται πάλι για να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παρελθόν που φαινόταν κλειστό αλλά δεν έπαυε να πυορροεί.
            Στο κλίμα της πρόσληψης της τέχνης συμπλέκεται και ο πίνακας του Matthias Meyvogel [παρατίθεται αριστερά] που απεικονίζει τη “Ρωμαϊκή ευσπλαχνία” (Caritas Romana), την ιστορία δηλαδή της Pero που θήλαζε τον πατέρα-της Cimon, επειδή αυτός είχε καταδικαστεί σε λιμοκτονία μέσα στη φυλακή. Το πώς ξεκίνησε ως αφήγηση-μύθος που παρατίθεται από τον Βαλέριο Μάξιμο τον 1ο π.Χ. αιώνα και πώς απεικονίστηκε σε πίνακες της Αναγέννησης και δώθε, αλλά και πώς ο Μόζες αναγνωρίζει σ’ αυτόν τον πίνακα στοιχεία μιας από τις πρώτες-του ταινίες δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ένα θέμα διαχέεται μέσα στις καλές τέχνες αλλά και πώς αλλάζει, μετουσιώνεται, γίνεται πιο ευσπλαχνικό ή πιο ερωτικό από καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη.
            Και μ’ αυτό ως αφορμή ο πρωταγωνιστής επιχειρεί ένα προσωπικό απολογισμό όχι μόνο των πεπραγμένων της τέχνης-του και του πώς χειρίστηκε το έμψυχο υλικό-του αλλά και των σχέσεών-του με τον σεναριογράφο Τριγκάνο και τους ηθοποιούς, ειδικά τη Ρουθ. Έτσι, μέσα από μια διαδικασία προσωπικής επανόρθωσης, ο Μόζες ξανασκηνοθετεί τον εαυτό-του και παίρνει ο ίδιος τη θέση του γηραιού εξαθλιωμένου που βυζαίνει από τον μαστό της “κόρης”-του.
            Το μυθιστόρημα ίσως θα κάθιζε, αν ο Γεοσούα δεν είχε την αφηγηματική ικανότητα να κρατά τον ρυθμό. Και αυτός ο ρυθμός όντως χάθηκε στο δεύτερο μέρος, όταν επέστρεψαν στο Ισραήλ, σε ένα κομμάτι του μυθιστορήματος που φάνηκε να είναι γραμμένο σε κατώτερο επίπεδο συγκριτικά με το πρώτο. Μετά όμως απ’ αυτή την κοιλιά, ο συγγραφέας επανακάμπτει, συνδέοντας τα επιμέρους νήματα και ανεβάζοντας την ένταση με την αφηγηματική-του στόφα.
Αυτή φαίνεται σε όλο το έργο: Αφενός, δεν επαν-αφηγείται την υπόθεση κάθε ταινίας, αλλά έμμεσα μιλά για το πώς γυρίστηκε, μέσα από μερικές λεπτομέρειες που έμειναν στη μνήμη του σκηνοθέτη. Μ’ αυτόν τον τρόπο το βάρος δεν πέφτει στην ίδια την ταινία, αλλά στη διαφορά μεταξύ της θέλησης των συντελεστών-της και στο τελικό αποτέλεσμα. Τις περισσότερες φορές υπάρχουν τρία διαφορετικά σημεία: το Α (η φιλοδοξία του δημιουργού), το Β (το ίδιο το καλλιτέχνημα) και το Γ (η αποδοχή και ερμηνεία-του από τους αποδέκτες). Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι το Β, παρόλο που φαίνεται το πιο σταθερό, δεν είναι το αποτέλεσμα της συνισταμένης (σύγκρουσης, αντίθεσης, επαφής, συμφωνίας κ.ο.κ.) των άλλων δύο. Αφετέρου, η συνολική αφήγηση, καθώς μπλέκει την ταινία με τη ζωή του Μόζες, το παρόν και το παρελθόν, τα καλλιτεχνικά θέματα με τα υπόλοιπα, προσελκύει τον αναγνώστη, τον κρατά σε επαγρύπνηση, τον οδηγεί από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, χωρίς ο τελευταίος να βαρυγκωμεί.
Οι λεπτομέρειες κοντεύουν να εκτοπίσουν το βασικό θέμα που καλύπτει τον κινηματογράφο και τις σχέσεις, τη μνήμη και τη ζωή. Κι αυτό είναι η δυνατότητα που δίνει η τέχνη στους ανθρώπους να ξαναδούν τη στάση που κράτησαν απέναντι στους άλλους, να αποκτήσουν περισσότερη αυτοσυνειδησία, να κατανοήσουν τις συνέπειες των επιλογών-τους, επιλογών που καταρχάς φαίνονταν ανώδυνες, αλλά συν τω χρόνω αποδεικνύονται ενοχλητικές για τους άλλους. Ο Μόζες επιδιώκει να συναντήσει μετά τριάντα χρόνια τον Τριγκάνο, αφού η ρετροσπεκτίβα λειτούργησε ως θρυαλλίδα εξελίξεων και εσωτερικών τριγμών. Η συνάντηση κουβαλά τη φόρτιση μιας τεταμένης σχέσης, μιας πικρίας και μιας διάθεσης για επανόρθωση, ένα πλέγμα κατηγοριών που δεν κορυφώνονται σε ένταση τόνων αλλά φαίνεται πόσο ηλεκτρισμό κουβαλούν.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life και πλαισιώθηκε με πίνακες που αναπαριστούν την Caritas Romana. Με τη σειρά: Rubens, Zick Januarius, Mei Bernardino, Lenkiewicz Robert, Matthias Meyvogel, Hillman James, Deshays Jean-Baptiste, Ludovisi Bernardino και Murillo Bartholome Esteban]

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, September 24, 2014

Η “Εποχή της ακοής”

           
Γιατί οι άνθρωποι δεν διαβάζουν; Γιατί ειδικότερα οι Έλληνες δεν διαβάζουμε; Οι πρώτες απαντήσεις που ακούγονται συνήθως αφορούν στην έλλειψη ανάλογης καλλιέργειας, στην ανεπάρκεια του σχολείου, στην τηλεοπτική κυριαρχία, στους υπολογιστές κ.ο.κ. Ίσως όλα αυτά εξηγούνται αν σκεφτούμε σε ποια εποχή ζούμε.
            Θα πρότεινα να εκλάβουμε την εποχή-μας (δεν ξέρω από πότε κι εξής) ως την “Εποχή της ακοής” (όχι της εικόνας). Η ακοή κυριαρχεί από το τηλέφωνο, σταθερό και κινητό, που επικρατεί ως πρώτη ίσως ανάγκη, από τη διάθεση για επικοινωνία, από την τηλεόραση που εκπέμπει συνεχώς ήχο, φωνή ή τραγούδι, από το καφενείο παλιότερα και την καφετέρια τώρα, όπου παρέες ανθρώπων επιχειρούν να συναναστραφούν με τους άλλους, να μιλήσουν και να ακούσουν, να κουτσομπολέψουν και να μάθουν, να πληροφορηθούν και να συζητήσουν. Η σιωπή αντίθετα είναι συχνά εχθρός. Το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο προσφέρει παρέα στ’ αυτιά και άκοπη τροφή στον εγκέφαλο, ο βόμβος του κινητού είναι ευπρόσδεκτος ήχος, ακόμα και στο φέισμπουκ είναι μια μασκαρεμένη προφορική επικοινωνία, που γρήγορα θα αντικατασταθεί από το skype και τις ηλεκτρονικές δυνατότητες του να βλέπεις και να ακούς αυτόν με τον οποίo μιλάς.
            Η όραση από την άλλη απαιτεί προσπάθεια. Και δεν μιλάω για την ανώδυνη περιδιάβαση του ματιού πάνω στην οθόνη της τηλεόρασης ή το απλανές βλέμμα σε ένα γλυκό φυσικό τοπίο. Αναφέρομαι περισσότερο στη δύσκολη προσήλωση πάνω στη σελίδα, σ’ αυτήν την επίμονη προσπάθεια να πας εσύ στο κείμενο παρά να αφήσεις το τραγούδι λ.χ. να έλθει προς εσένα, στη συστηματικότητα της πρόσληψης μιας ιστορίας, που κάθεται πάνω στις λέξεις αλλά επιζητά και τη δική-σου ενεργή συμμετοχή, αισθητηριακή και νοητική. Το διάβασμα θέλει ενεργητικότητα, πνευματική εγρήγορση, επεξεργασία και όχι απλή συλλογή πληροφοριών, θέλει μόχθο, θέλει υπομονή, θέλει δραστηριοποίηση…
            Στην εποχή και στην κοινωνία της ελάσσονος προσπάθειας, της έτοιμης κατανάλωσης, της χαλαρής ζωής, της πίεσης από ένα σωρό άλλες έγνοιες που μετατρέπει αυτόχρημα τον ελεύθερο χρόνο σε μπαταρία ανανέωσης, το διάβασμα φαντάζει περιττή (υπερ)κόπωση, άχρηστη σπατάλη δυνάμεων… Κι ενώ ο άνθρωπος είναι πάντα δεκτικός να ακούει ιστορίες (το παραμύθι της γιαγιάς παλιότερα, οι ταινίες και ο κόσμος που αναπαριστούν), δύσκολα αυτές γίνονται αποδεκτές όταν πρέπει να δαπανήσεις φαιά ουσία για να τις προσλάβεις. Είδωλα των καιρών είναι οι ομιλητικοί δημοσιογράφοι, ακόμα και οι φλύαροι πολιτικοί, οι τραγουδιστές και οι ηθοποιοί, οι TV περσόνες και οι κάθε λογής έχοντες βήμα.
Θα σου άρεσε λοιπόν να ακούς τον συγγραφέα να μιλά και να απλώνει τις ιστορίες-του και τα βιώματά-του στον χώρο, ακόμα κι αν οι ίδιες ιστορίες έχουν γραφεί στα βιβλία-του. Προτιμάς να τον ακούς, να κάθεσαι χαλαρός και εν μέρει παθητικός υποδοχέας, να μπαίνουν μόνες-τους οι αφηγήσεις διά του κοχλία του αυτιού-σου μέχρι το κέντρο της σκέψης-σου. Ίσως γι’ αυτό διαβάζονται και οι συνεντεύξεις των δημιουργών από την πλατιά μάζα, ενώ τα έργα-τους βρίσκουν μικρότερο κοινό.
            Ζητάμε τον ήχο και τη φωνή, ίσως λίγη παράσταση, λίγη ηθοποιία, και λιγότερο τον λόγο και τη δύναμή-του.

[Άντλησα οπτικό υλικό από τις ιστοσελίδες: www.hearingaiddoctors.com, en.wikipedia.org, 1hdwallpapers.com, www.gettyimages.co.uk και girlfriendbooks.blogspot.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, September 22, 2014

“Αφήστε με να ολοκληρώσω” του Γιώργου Γκόζη

Η φράση του τίτλου, παρά τον δίσημο χαρακτήρα-της, νομίζω ότι παραπέμπει σατιρικά στις εκφράσεις των πολιτικών, που παρακαλούν να μην τους διακόπτουν, όταν βρίσκονται σε τηλεοπτικά πάνελ, αλλά οι ίδιοι δεν είναι ποτέ συνεπείς με αυτήν την παράκληση, όταν μιλάει ο άλλος!
 

Αραβικός με καϊμάκι:
 
Γιώργος Γκόζης
“Αφήστε με να ολοκληρώσω”
εκδόσεις Πόλις
2014
 
 

            Η “Έκθεση Ιδεών” που μας εισάγει στο βιβλίο σατιρίζει με αφρίζοντα λόγο τα σχολικά χρόνια και τα στημένα κείμενα που μας ανάγκαζαν να γράφουμε. Μέσα στη διοικητική-καθηγητική ιδιόλεκτο εμφιλοχωρεί η αργκό των μαθητών και η διακειμενική ανάμιξη μπάσκετ, μουσικής και προφορικού λόγου, για να καταλήξει όλο αυτό σε ένα αντισυμβατικό τέλος: με γραφή οπτικής ποίησης και σαμαρακικής εξόδου, αναιρείται κάθε ίχνος σοβαροφάνειας που η Έκθεση Ιδεών και η σχολική επιχειρηματολογική ευπρέπεια υποβάλλει.
            Από εκεί και πέρα ακολουθεί η τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης με επιλεγμένες ομάδες του πληθυσμού, με λεωφορειακές πορείες και οπαδικά αισθήματα, με μια αφηγηματική τσάρκα σε γωνιές της πόλης που αναπαράγονται βιωματικά, σε σκηνικά που θυμίζουν προσωπικές εμπειρίες, με την ανάπλαση ενός αστικού τοπίου που ανάγεται πίσω στη δεκαετία του ’80, δηλαδή στα εφηβικά χρόνια του διηγηματογράφου. Το πιο διασκεδαστικό διήγημα είναι το “Παραμύθι για ένα Αγόρι”, που φλερτάρει με το παραμυθιακό είδος, το μπολιάζει με λογοπαίγνια, το παρωδεί με χιούμορ, ενώ συνάμα το δυναμώνει με το παράλογο και το αλλόκοτο.
            Μεταξύ κοινότοπων βιωμάτων και γλωσσικής παρωδίας, μεταξύ παρατήρησης και απόδοσης παρωνυμίων σε ό,τι συλλαμβάνει το μάτι, μεταξύ κωμικοτραγικών σκηνών και ενός ξέφρενου σουλάτσου, μεταξύ ακριβών περιγραφών και σατιρικών σχολίων, μεταξύ τυπικής γλώσσας και high tech ιδιολέκτου, ο Γκόζης αναμιγνύει στον μίξερ της αφήγησής-του γλωσσικές ποικιλίες και ιδιότυπα ύφη. Το πρόβλημά-του είναι ότι η κεντρική αφήγηση κάθε διηγήματος δεν εξειδικεύεται, δεν συγκεκριμενοποιείται γλωσσικά βάσει του προσώπου που μιλά ή βλέπει, αλλά είναι σχετικά πάντα κοινή. Πάνω σ’ αυτήν παίζονται βέβαια όλα τα παιχνίδια του συγγραφέα, γόνιμα και ανατρεπτικά, αλλά η αναμενόμενη πολυγλωσσία στερείται του βασικού φόντου.      
Τα κείμενα του Γκόζη δεν στηρίζονται κατά βάση στην υπόθεση, αλλά σε μια θεσσαλονικιώτικη γραφή που δίνει έμφαση περισσότερο στο σχόλιο παρά στα γεγονότα. Βέβαια, διαφοροποιείται αισθητά από παλαιότερα κείμενα με αργό τέμπο και έντονα εσωστρεφή σχολιαστικό λόγο, αφού δείχνει περισσότερο μπρίο, εξωστρέφεια, σάτιρα, νεανικό ταμπεραμέντο. Ταυτόχρονα όμως χάνει συχνά το ρυθμό, γίνεται κουβέντα καφενείου, ξεχειλώνει και απλώνεται, παίζει με τη γλώσσα παρά την κατευθύνει καίρια προς τον στόχο. Η σάτιρα αλωνίζει πάνω στα πάντα, από κοινωνικές συνθήκες μέχρι άκρως λεπτές υποθέσεις, όπως μια επέμβαση στο πέος, κι από κοινωνικές εκδηλώσεις-ταμπού, όπως η δουλειά σε ένα γραφείο τελετών, μέχρι τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό στο Άγιο Όρος.
 
[Ο φωτογραφικός διάκοσμος αντλήθηκε από τις εξής ιστοσελίδες: beautyofworld-2012.blogspot.com,thes-sok.com, sclick.net και www.mototriti.gr]
Πατριάρχης Φώτιος