Thursday, April 30, 2009

2009 Έτος Γιάννη Ρίτσου

Επιτάφιος


Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.
Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.
Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές,
ἀνοίγω καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

Wednesday, April 29, 2009

2009: Έτος Γιάννη Ρίτσου

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

(Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, 102-118)

Sunday, April 26, 2009

Περιδιαβάζοντας… τον τύπο

1. “Έτος Ρίτσου φέτος κι ανά την επικράτεια έχουν αρχίσει οι εκδηλώσεις και τα αφιερώματα - ωραίον, αλλά στη χώρα που εκτρέφει τα τρωκτικά που της τρώνε την ψυχή, ουδέν το ωραίον αφήνεται αλώβητο να το φχαριστηθεί, αλλά αντιθέτως πρέπει κατά το δυνατόν να μιαίνεται, να το σκυλεύουν κυρίως οι γραικυλοραγιάδες - το εθνικό μας σπορ στους καιρούς της αποδόμησης χάριν της νέας τάξης.
Κι έτσι βγήκαν ήδη γνωστοί κομπογιαννίτες στο παζάρι κι άρχισαν να τιμούν τον Ρίτσο πέραν του καλού (της πολιτικής) και του κακού (της κομματικής του ταυτότητας). Όμως ο Ρίτσος ήταν πρώτα απ' όλα, πάνω απ' όλα και μέσα σε όλα κομμουνιστής.
Ο βυζαντινός Ρίτσος, ο σουρεαλιστής, ο λαϊκός, ο ερωτικός, ο λόγιος, ο ελληνιστής Ρίτσος, ο άρχοντας κι αντάρτης, ήταν όλα αυτά επειδή ήταν κομμουνιστής. Κι είναι πλέον κρίμα για τα ελληνικά γράμματα να τα ροκανίζουν συστηματικώς κάτι κατσαρίδες που στηρίζει η μια την άλλη, έχοντας πέρα απ' την ιστορία αιχμαλωτίσει και την τωρινή λογοτεχνική παραγωγή σε μια διαχείριση κομφορμιστική, ακλόνητα στοχοπροσηλωμένη στη φρικτή τους ιδιοτέλεια: να επιβιώσει η μετριότητά τους, κονταίνοντας τους γίγαντες κι ακρωτηριάζοντας εγκαίρως όσους γεννιούνται τώρα θέλοντας να υψωθούν και να μας ωφελήσουν.
Ο Ρίτσος ήταν κομμουνιστής, όπως ο Καβάφης ήταν Αλεξανδρινός κι ο Αθανάσιος Διάκος σφαχτάρι - τώρα, αν μεταμοντερνιστικώς ειπείν ο Καβάφης μπορεί να ήτο και εις αγαθός γέρων καλών προθέσεων - ό,τι πείτε…

(ΣΤΑΘΗΣ Σ. 24.IV.2009 stathis@enet.gr )

Απορία 1η: Είναι ο άνθρωπος μόνο μία ιδιότητά του και όλες οι άλλες απορρέουν από αυτήν; Μήπως συχνά είμαστε ένα πλέγμα ιδιοτήτων και δεν καθοριζόμαστε στο 100% από το “κύριο” χαρακτηριστικό μας;
Απορία 2η: Εγώ νόμιζα ότι ο Ρίτσος είναι ποιητής. Αν η ζωή του επηρεάζει την ποίησή του, με ενδιαφέρει. Αλλιώς υπήρχαν και άπειροι άλλοι κομμουνιστές που δεν τους ξέρω ούτε εγώ, ούτε –φαντάζομαι- κι ο κος Στάθης. Ή όχι;
Απορία 3η: Ό,τι στραβό και ανάποδο συμβαίνει σήμερα, είναι μεταμοντερνιστικό;
Απορία 4η: Όποιος προβάλλει και τα άλλα χαρακτηριστικά του Ρίτσου είναι γραικυλοραγιάς, κομφορμιστής, μετριότητα που υποβαθμίζει τους γίγαντες της λογοτεχνίας (ή μήπως της πολιτικής;)
Δεν μου αρέσουν οι υπερβολές, τα μεγάλα λόγια, οι αριστερίστικες (ή δεξιίστικες) μονομέρειες! Η λογοτεχνία δεν χαρακτηρίζεται από μονοσημία και έχει περάσει ο καιρός που έπρεπε να επικρατήσει μία ερμηνεία, αυτή μιας όποιας αυθεντίας.


2. Πολύ ζουμερό το αφιέρωμα της Athens Voice (23-28/4/2009) για το βιβλίο. 48 σελίδες κειμενάκια που αφήνουν το ίχνος τους στο βιβλίο του σήμερα. Διάφοροι συνεργάτες συστήνουν τα βιβλία που διαβάζουν, γίνεται εκτενής αναφορά σε νέους συγγραφείς, προβάλλεται –έστω και ως καταναλωτικό αγαθό, έστω και με λάθη σε τίτλους και ονόματα (λ.χ. συγγραφέας του “Η επιστροφή του Φρόιλερ” δεν είναι ο Μοσκόβου, που το μετέφρασε, αλλά ο Μονιούδης, ή ο λανθασμένος τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Σωτάκη)- το βιβλίο και πιο ειδικά η λογοτεχνία. Το σημαντικό είναι ότι το ευρύ κοινό ενημερώνεται για την τρέχουσα παραγωγή και εν μέρει παρωθείται στην ανάγνωση.

3. Ίσως ο Κούρτοβικ παρακολουθεί τα ιστολόγια και παίρνει αφορμές από αυτά. Αν δεν είναι έτσι, τότε πρόκειται για σύμπτωση, όπου ένα μικρό πνεύμα (εγώ) συνάντησε ένα μεγάλο (τον Κούρτοβικ). Γιατί; Γιατί ο κριτικός των Νέων αναφέρεται στο θέμα της εικόνας που έχει κάθε συγγραφέας για το έργο του και στο ποια εικόνα εντέλει προκύπτει από την πρόσληψη της δουλειάς του από τους άλλους, θέμα που είχε απασχολήσει το Βιβλιοκαφέ στην παρουσίαση του βιβλίου του Σπ. Γιανναρά “Ο Λοξίας” (9.3.2009), στην ανάρτησή μου για το αν πρέπει ή όχι να απαντά ο συγγραφέας (14.3.2009) και στην άποψη του Έκο επ’ αυτού (17.3.2009).
Ιδού τι γράφει ο Κούρτοβικ στα Νέα, 25.4.2009 (http://digital.tanea.gr/ClipForm.aspx?nid=12311180):
«…πολλοί συγγραφείς δεν έχουν συνείδηση του γιατί είναι σημαντικό ένα βιβλίο τους (φυσικά, πολύ περισσότεροι είναι εκείνοι που δεν έχουν συνείδηση του γιατίδενείναι σημαντικό). ΄Ενας συγγραφέας μπορεί να γράψει ένα σπουδαίο βιβλίο για «λάθος» λόγους ή, τέλος πάντων, να βλέπει το βιβλίο του πολύ διαφορετικά από εκείνους που το εξύμνησαν και το ανέδειξαν. Ο Κάφκα (ο οποίος, για να μην παρεξηγηθώ, είχε πολύ πιο ανεπτυγμένη λογοτεχνική συνείδηση από τον συγγραφέα της ιστορίας μου) θεωρούσε ότι τα μυθιστορήματά του ήταν κωμικά, έτσι μάλιστα τα αντιλαμβάνονταν και οι φίλοι του, στους οποίους διάβαζε αποσπάσματά τους. Ποιος θα τολμούσε σήμερα να πει ότι είναι κωμικά αυτά τα αφηγήματα, που ο στάνταρ χαρακτηρισμός τους είναι «εφιαλτικά»;» «Το δυστύχημα (ή, όπως είδαμε, σε ορισμένες περιπτώσεις το ευτύχημα) είναι ότι ένας συγγραφέας δεν μπορεί να αντικρούσει δημόσια τις μονομερείς ή στρεβλές αναγνώσεις του βιβλίου του. Όχι μόνον επειδή το απαγορεύει η δεοντολογία ή η αξιοπρέπεια, αλλά προπαντός επειδή ελάχιστοι συγγραφείς είναι σε θέση να εξηγήσουν με πειστικό και, κατά το δυνατόν, ολοκληρωμένο τρόπο αυτό που έχουν γράψει. Ένας σημαντικός συγγραφέας συλλαμβάνει, κατά την κυοφορία και την ανάπτυξη ενός έργου του, περισσότερα πράγματα από τον καλύτερο κριτικό του, αλλά μπορεί να διατυπώσει λιγότερα. Η μόνη γνωστή μου περίπτωση συγγραφέα που κατάφερε να ξεφύγει από αυτό τον κανόνα είναι ο Ουμπέρτο Έκο, του οποίου το Επιμύθιο στο «Όνομα του ρόδου» είναι ένα εκπληκτικό λογοτεχνικό δοκίμιο, ίσως γοητευτικότερο και σημαντικότερο από το ίδιο το Όνομα του ρόδου.».
Ουδέν άλλο σχόλιο...

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, April 22, 2009

Schwarzer Kaffee.Περικλής Μονιούδης

“Η επιστροφή του Φρόιλερ”
μετφ. Σπ. Μοσχόβου
εκδόσεις Εστία
2009


Άλλου είδους ελληνικότητα;

Ο τίτλος του ποστ παραπέμπει στο άρθρο της Χαρτουλάρη (17.4.2009), το οποίο παρουσίαζε τον Τζέφρυ Ευγενίδης και τον Τζωρτζ Πελεκάνος (Έλληνες της Αμερικής) ως φορείς μιας άλλου είδους ελληνικότητας. Αναρωτιέμαι αν Έλληνες δεύτερης ή τρίτης γενιάς, που μιλάνε ελάχιστα ή καθόλου ελληνικά, που διατηρούν με την Ελλάδα τη σχέση πολλών Αθηναίων με το χωριό του παππού τους (δηλαδή απειροελάχιστη) έχουν ελληνική συνείδηση και αυτή φαίνεται –συνειδητά ή μη- στα έργα τους.
Ο Περικλής Μονιούδης, γεννημένος στην Ελβετία το 1966, γράφει τις ιστορίες του στα γερμανικά. Αλλά η ματιά του δεν έχει κανένα ελληνικό γνώρισμα, ούτε προς την γενέτειρά του ούτε προς την Ελλάδα. Αποτέλεσμα: η πρώτη μη λογοτεχνική υπόθεση, με την οποία προσέγγισα το έργο, να διαψεύδεται, χωρίς αυτό φυσικά να έχει σχέση με την επιτυχία του έργου. Ωστόσο, επειδή “τα όρια της γλώσσας μου είναι και τα όρια του κόσμου μου”, όπως είπε ο Βιτγκενστάιν, το όνομα Μονιούδης, όπως και πολλά ελληνικής καταγωγής, είναι πλέον καταχωρισμένα σε άλλες λογοτεχνίες. Το ζήτημα είναι αν έμμεσα περνάνε και λίγο Ελλάδα στα έργα τους, κάτι που –επαναλαμβάνω- δεν τα κάνει καλύτερα ή χειρότερα.
Ας μείνουμε, λοιπόν, στην αστυνομική υφή του μυθιστορήματος. Ο φόνος αποκαλύπτεται εξ αρχής, αλλά η επίσημη θέση είναι πως πρόκειται για αυτοκτονία. Μόνο ο ανακριτής Φρόιλερ αμφιβάλλει κι αρχίζει να ψάχνει τον περίγυρο του πλούσιου Μόζερ, ελέγχει τους οικείους και φίλους του, μένει μάλιστα και στο άδειο σπίτι του, αρχίζει να ταυτίζεται με τον νεκρό και να σκέφτεται, όπως εκείνος. Εντέλει αποκαλύπτει τον ένοχο με μικρή μόνο δόση αιφνιδιασμού για τον αναγνώστη, αφού έτσι κι αλλιώς όλο το στόρι κυλάει αργά και ράθυμα: διαβάζεις και δεν μαθαίνεις σχεδόν τίποτα.
Το στοίχημα λοιπόν της ενδιαφέρουσας πλοκής χάνεται, ενώ ήδη έχει καταπέσει –σχεδόν από την αρχή του έργου- η περίπτωση της ανανέωσης του είδους που το θέλει πιο πολύ κοινωνικοπολιτικό, παρά λογοκρατικό. Η απόπειρα ταύτισης ανακριτή και θύματος, πέρα από το γεγονός ότι είναι επιδερμική και αστήρικτη εν πολλοίς, δεν έρχεται να ενισχύσει τον τελικό σκοπό της αυτογνωσίας και της αναγνωστικής συνταύτισης με τους δύο ήρωες, τον νεκρό και τον ζωντανό.
Συμπέρασμα: περνάς καλά γιατί ψάχνεις τον δράστη, αλλά ποτέ δεν συγκλονίζεσαι με την ένταση, την αγωνία ή την κοφτερή ματιά.
Ξαναγυρίζω στο αρχικό θέμα. Υπάρχουν Έλληνες συγγραφείς που ζουν στο εξωτερικό, όπως ο Β. Αλεξάκης, ο Θ. Καλλιφατίδης, ο Π. Καρνέζης, ο Α. Φιορέτος εκτός των προαναφερθέντων. Άλλοι από αυτούς γράφουν στα ελληνικά (ή γράφουν και στις δύο γλώσσες) κι άλλοι γράφουν μόνο στην ξένη γλώσσα. Άλλοι από αυτούς –ασχέτως γλώσσας- περνάνε στο έργο τους ελληνικότητα, όπως κι αν οριστεί αυτή, κι άλλοι λογοτεχνικά αφίστανται και υιοθετούν πλήρως τη νέα τους κουλτούρα.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, April 21, 2009

Αληθώς ανέστη

Ανάσταση

Ανάσταση! Και μέσα στην καρδιά μου,
που μαύροι τη μαράνανε χειμώνες,
μιας άνοιξης αυγή γλυκοχαράζει
κι ανθίζουν μενεξέδες κι ανεμώνες.

Ανάσταση! Και μέσα στην καρδιά μου,
που τη σπάραξαν άγρια οι στείροι πόνοι,
ολόδροσο, ουρανόσταλτο βλαστάρι
θεϊκής χαράς αρχίζει να φυτρώνει

Θεϊκής χαράς! Ω Σταυρωμένη Ελπίδα!
καθώς σε βλέπω αναστημένη πάλι,
αθάνατη, απροσμάχητη, μεγάλη,

κάμε το θαύμα που ποτέ δεν είδα!
ό,τι νεκρό του μυστικού μου κόσμου,
παρακαλώ Σε, ανάστησέ το εντός μου!
(Γ. Βερίτης)
Εύχομαι πρώτα απ' όλα να αναστήσουμε τα παροπλισμένα όνειρα και τις χαμένες δυνάμεις που κρύβουμε μέσα μας.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 16, 2009

Καλή Ανάσταση!

Κώστας Βάρναλης “Οι πόνοι της Παναγιάς”

“Πού να σε κρύψω, γιόκα μου,
να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού,
σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς
και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά
τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής
ταχιά θενά σπαράξεις.

Kι αν κάποτε τα φρένα σου
μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού,
παιδάκι μου να μη την πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή
σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς,
τόσες θα σε σταυρώσουν!”
...
Πάνω σε κάθε Γολγοθά στήνεται ένας σταυρός, αλλά πάντα μετά ακολουθεί μια Ανάσταση. Να τη ζήσουμε όλοι.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, April 13, 2009

Λουκουμαδάκια νηστίσιμα: εφημερίδες και λογοτεχνία

Αν κάποιος ήθελε να αποτυπώσει την κατάσταση του έντυπου τύπου στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στα θέματα του βιβλίου, θα έπρεπε να σταθμίσει πόσο μεγάλο άνοιγμα έχουν κάνει οι εφημερίδες ειδικά από το 1997, όταν πρωτοξεκίνησε “Το Βήμα” το ένθετό του για το βιβλίο. Σήμερα, η κατάσταση στα ένθετα παρουσιάζει μια ανισοϋψία, που άλλοτε προκαλεί τον αναγνώστη κι άλλοτε τον αποθαρρύνει. Η γενικότερη αίσθηση που έχω είναι ότι πλέον δεν μπορεί κανείς να κάτσει για καφέ και να διαβάσει τα βιβλιόφιλα ένθετα, γιατί αυτά ξεφυλλίζονται εν ριπή οφθαλμού και γρήγορα ξεχνιούνται. Πιο συγκεκριμένα:
-Βιβλιοδρόμιο, “Τα Νέα” (Σάββατο): κατά τη γνώμη μου το καλύτερο πλέον ένθετο, που επιτυγχάνει μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ δημοσιογραφίας και κριτικής, βιβλιοπαρουσιάσεων και θεμάτων γύρω από το βιβλίο. Από τη μια, η Χαρτουλάρη ξέρει να χειρίζεται την επικαιρότητα και να την προβάλλει καίρια, ενώ και ο Πιμπλής πιάνει συχνά τον παλμό της με εύστοχα κείμενα. Φυσικά κολώνα του Βιβλιοδρόμιου είναι ο Κούρτοβικ, ο οποίος βλέπει με χίλια μάτια την πεζογραφία, κρίνει και ερμηνεύει με μεγάλη οξύτητα, καταγράφει γενικότερες θέσεις και -παρά τη διαπιστωμένη εμπάθεια των αιχμών του- μιλάει τις περισσότερες φορές με ζωντάνια χωρίς να στερείται επιχειρημάτων. Μειονεκτήματα; 1. Η απουσία της ποίησης ως αντιεμπορικού προϊόντος, 2. Το συνονθύλευμα συγγραφέων που εμφανίζονται κατά καιρούς και γράφουν για συναδέλφους τους με πολύ εμπειρικά κριτήρια.
Το βασικό είναι ότι το “Βιβλιοδρόμιο” διαβάζεται αργά και με μεστότητα, καθώς μπορείς να σταθείς σε απόψεις και να προβληματιστείς ουσιαστικά.
-Βιβλία, “Το Βήμα” (Κυριακή): η διεύθυνση φαίνεται ξεκάθαρα ότι περιόρισε την αξία του ενθέτου της κι έτσι ο αναγνώστης της Κυριακής δεν μπορεί πλέον να ρουφήξει ό,τι θα τον συγκινούσε παλιότερα. Η στροφή στα διεθνή με προβολή ξενόγλωσσων βιβλίων δεν θα ήταν κακή σε μια ορισμένη αναλογία. Αλλά το Βήμα αποφάσισε να απαξιώσει την ελληνική παραγωγή, να διώξει την κριτικό που είχε (Θεοδοσοπούλου) και αφέθηκε στην πολυμάθεια του Βιστωνίτη και στις συνεντεύξεις της Κέζα. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι Νέες εποχές, όπου μπορεί κανείς να σταθεί και να ακούσει μεστό λόγο για το βιβλίο, την τέχνη, τη φιλοσοφία, την παιδεία κλπ.
-Βιβλιοθήκη, “Ελευθεροτυπία” (Παρασκευή): η αλλαγή που έγινε πριν λίγο καιρό έκανε το ένθετο, τουλάχιστον προς το παρόν, άνευρο και ανούσιο. Η παραγνωρισμένη ποίηση ασφαλώς και πρέπει να ακούγεται αλλά όχι με τη λογική περιοδικού. Δεν είναι δυνατόν να βαλαντώνει το ένθετο με σελίδες ποιητικών οραμάτων (λ.χ. της Λαϊνά), με παρένθετα ποιήματα και με πάμπολλες αναφορές σε ποιητές, ζώντες και νεκρούς. Καλύτερη αναλογία, αυτό χρειάζεται. Από την άλλη αυτές οι σελίδες για τη μουσική πολύ εγκάθετες μού φαίνονται και εκτός κλίματος. Τέλος, όλοι αυτοί που παρελαύνουν από τις σελίδες κριτικής φαίνονται πιο πολύ σαν πανελίστες, φευγαλέοι και εφήμεροι, παρά ως άτομα με σταθερή παρουσία. Πέρα από τη Θεοδοσοπούλου, πού είναι ο Χατζηβασιλείου και μερικοί άλλοι –παλιοί και νέοι- με σταθερή, επαναλαμβανόμενη παρουσία; Το όλο ένθετο μοιάζει χωρίς ταυτότητα, αλλά ελπίζω, επειδή είναι αρχή ακόμα, να αναθεωρηθούν οι κατευθύνσεις του. Περιμένω πολλά από τη Βιβλιοθήκη...
- “Καθημερινή” (Κυριακή): χωρίς να έχει ειδικό ένθετο, έκανε μια διακριτική αλλά αξιοπρόσεκτη στροφή. Αραίωσε τις στήλες και τις επικεφαλίδες των άρθρων, σαν να μεγάλωσε τον χώρο για το βιβλίο, πρόβαλε λίγο καλύτερα την Κοτζιά και τη Δημητρούλια. Η Σελλά πάντα μού άρεσε για τα ρεπορτάζ της. Καλό είναι η Κοτζιά να μη γράφει κάθε Κυριακή, γιατί αναγκάζεται να μιλά και για ανούσια έργα.
- “Αυγή” και Ελεύθερος Τύπος (Κυριακή): με ένθετα ή χωρίς, προσπαθούν να καλύψουν το βιβλίο με αξιόλογες προσπάθειες. Αλλά όσο μένουν στα στενά κομματικά και ιδεολογικά πλαίσια (Αυγή) ή δεν ενισχύουν τον λόγο τους με κριτικούς, συγγραφείς και πνευματικούς ανθρώπους, θα μένουν στο περιθώριο για τους λίγους αναγνώστες τους που ούτως ή άλλως διάβαζαν την εφημερίδα.
Θέλω να γυρίζω από τη δουλειά την Παρασκευή το απόγευμα και, αφού ασχοληθώ με την οικογένεια, να πάρω την Ελευθεροτυπία και να αράξω στον καναπέ βυθιζόμενος στη Βιβλιοθήκη. Ή την Κυριακή –αφού κάνω τη λειτουργία μου στο Φανάρι!- να κάτσω για καφέ και να ρουφήξω τις κυριακάτικες εφημερίδες με τα βιβλιόφιλα ένθετά τους. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να έχουν κείμενα άποψης, συνεντεύξεις, αφιερώματα (που σαν τα ξεχάσανε), βιβλιοπαρουσιάσεις, ειδήσεις και σχόλια από τον χώρο του βιβλίου, επικαιρότητα αλλά και ερμηνείες, προτάσεις για βιβλία που δεν ξέρω, αλλά και τοποθετήσεις για βιβλία που έχω ήδη διαβάσει…
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 09, 2009

Κυπριακός καφές: Στέφανος Σταυρίδης

“Η βιβλιοθήκη του Ραβέλ”
Εκδόσεις Καστανιώτη
2008

37άρης συγγραφέας με πηγαίο χάρισμα στην αφήγηση. Εννέα διηγήματα που συγκεντρώνονται από διάφορα περιοδικά στα οποία είχαν πρωτοκυκλοφορήσει. Η γενική εντύπωση είναι πολύ ενθαρρυντική, καθώς ο αναγνώστης μπαίνει σε έναν μπορχεσιανού τύπου κόσμο, όπου το μυστήριο –απλό και χωρίς αγωνία- συνοδεύει τις κινήσεις των πρωταγωνιστών. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο διήγημα που χάρισε το όνομά του σε όλη τη συλλογή: εδώ κυριαρχεί η τεράστια όσο ένα νησί βιβλιοθήκη, που επιχειρεί να στεγάσει τη γνώση όλου του κόσμου, σε έντυπη, ηλεκτρονική και ονειρική μορφή.
Αλλά και τα άλλα διηγήματα κινούνται με κέντρο έναν εσωστρεφή ποιητή που δεν θέλει να δημοσιεύσει, έναν προληπτικό ερευνητή που μελετά το χειρόγραφο Βόινιτς (βλ. και το προηγούμενο βιβλίο του Κονιδάρη), δυο φίλους που αναζητούν μια παράξενη γλώσσα, απόρροια των μυστικών υπηρεσιών της χούντας, έναν άνθρωπο που ζει διπλή ζωή όταν κοιμάται.
Η γραφή κυλάει αβίαστα, ο αναγνώστης δεν ψάχνει να βρει πίσω από τις λέξεις βαθύτερα νοήματα, αλλά παρασύρεται στον μικρόκοσμο κάθε διηγήματος και αδημονεί για τη συνέχεια. Κάθε ιστορία προσελκύει με τον συνδυασμό σασπένς και ευρηματικότητας, απλότητας και σαφούς σχεδίου, ανεμελιάς και ταχύτητας. Πολλές φορές βέβαια πλανάται μια απλοϊκότητα σε όσα λέει και ενίοτε η τραβηγμένη από τα μαλλιά ιστορία οδηγείται σε αφελείς εξηγήσεις, όπως λ.χ. με τη μυστική γλώσσα της ΚΥΠ.
Τι περιμένω; Να δω τι μπορεί ο Κύπριος συγγραφέας να κάνει σε ένα μυθιστόρημα, όπου η γοργή αφήγηση πρέπει να συνδυαστεί με στιβαρή δομή, που να μην κάνει κοιλιές. Να τον δω σε ιστορίες που πίσω από την επιφάνεια μιας απολαυστικής ιστορίας θα κρύβεται και μια πιο κοφτερή ματιά και όχι μόνο μια έξυπνη σύλληψη.
Πάντως δεν είναι λίγο να κρατάει τον αναγνώστη στα δίχτυα της περιέργειας και στη μαγεία της αφήγησης.

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, April 06, 2009

Χυμός μανταρίνι, πορτοκάλι και σαγκουίνι: παιδικό βιβλίο

Γνωστοί συγγραφείς γράφουν για παιδιά…

Την Πέμπτη εορταζόταν η Παγκόσμια Ημέρα παιδικού βιβλίου και όλοι εμείς οι γονείς θα έπρεπε να παρακινηθούμε να δούμε αλλιώς τον κόσμο του παιδικού βιβλίου. Δυστυχώς δεν είδα τίποτα σπουδαίο και ευτυχώς που στα Νέα (4.4.2009) γεύτηκα μια πλειάδα έργων που μπορούν να δώσουν ιδέες για μικρούς αναγνώστες.
Αυτό ωστόσο που με έβαλε σε σκέψεις και πυροδότησε μια συγκρατημένη χαρά είναι οι δοκιμές στην παιδική λογοτεχνία συγγραφέων που μπαίνουν στον χώρο ύστερα από θητεία στον χώρο του βιβλίου για ενήλικες. Δίπλα στους ευδοκίμως συγγράφοντες Ζέη, Σαρρή, Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Σίνου, Κοντολέοντα, Ηλιόπουλο, Ψαραύτη κ.ο.κ., καταγράφω ενδεικτικά από την πρόσφατη σοδειά:
- Αλ. Σταμάτης, “Ο Άλκης και ο λαβύρινθος” (μάλιστα κέρδισε και Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου (το ελληνικό τμήμα της IBBY)).
- Π. Τατσόπουλος, “Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι”
- Α. Μιχαλοπούλου, “Ο Ισίδωρος και ο ναυαγός” (δεν είναι η πρώτη
φορά που η συγγραφέας ασχολείται με το παιδικό βιβλίο)
και από παλιότερα χρόνια:
- Π. Χατζόπουλος, “Η εξαφάνιση της Ντόροθυ Σνοτ” (βραβείο «διαβάζω»)
Πώς αποφασίζει ένας γνωστός συγγραφέας να δοκιμάσει και στα νερά της παιδικής λογοτεχνίας, όπου οι δάφνες είναι σαφώς ευτελέστερες. Έκανε παιδί και στρέφεται σ’ αυτό ως αναγνώστη; Θέλει να δοκιμάσει σε έναν χώρο, όπου εκτός από το αισθητικό «πώς» χρειάζεται να ελέγξει και το παιδαγωγικό, και επομένως να τριβεί με νέες δυνατότητες της λογοτεχνίας; Είναι της μόδας; Βλέπει το αναγνωστικό κοινό ως εύφορο έδαφος πωλήσεων; Αντιλαμβάνεται την αξία της παιδικής λογοτεχνίας μέσα από διαβάσματά του και επιχειρεί να συντρέξει στις τάξεις της;
Όποιος κι αν είναι ο λόγος που ώθησε έναν γνωστό συγγραφέα για ενήλικες να στραφεί στην παιδική λογοτεχνία, είναι αισιόδοξο και ενθαρρυντικό να βλέπουμε γνωστά ονόματα του χώρου να γράφουν κατ’ ανάγκη αλλιώς από ό,τι μας είχαν συνηθίσει και να δοκιμάζουν σε έναν τομέα που χρειάζεται ενίσχυση και εμπλουτισμό. Να είναι καλά.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 02, 2009

Καφές Λουμίδη παπαγάλου: Ονόματα

Συλλογικό έργο
Εκδόσεις Κέδρος

Μια συλλογή διηγημάτων συνήθως μου προκαλεί ανία, ειδικά όταν ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, αφού δεν έχω κίνητρο να διαβάσω όλη τη συλλογή.
Στα «Ονόματα» ωστόσο βρήκα δύο ειδών κίνητρα: αφενός θέλησα να δω δείγματα γραφής μιας πλειάδας νέων ως επί το πλείστον δημιουργών, ένα μικρό διήγημα από τον καθένα σαν συστατική επιστολή για το έργο του. Και αφετέρου με προκάλεσε η ιδέα μιας ιστορίας πάνω σε πραγματικά πρόσωπα, όχι φυσικά με τη στασιμότητα του ιστορικού αφηγήματος, ούτε με την εμμονή στην αλήθεια της μυθιστορηματικής βιογραφίας, αλλά με τη λοξή ματιά του σήμερα στο χθες.
Αποζημιώθηκα σε μεγάλο ποσοστό, αφού μερικά από τα διηγήματα της συλλογής κλείνουν μέσα τους τη φυσιογνωμία του δημιουργού, το στίγμα του επωνύμου αλλά και τη λογοτεχνική αξία μιας αυθύπαρκτης ιστορίας. Ξεχωρίζω μερικά από αυτά:
Ο Χρήστος Αστερίου γράφει ένα διήγημα με δυνατό λόγο, σφριγηλό και ερεθιστικό ύφος, δεξιοτεχνική αφήγηση που καταλήγει στο τέλος να κλείνει με πειστικότητα αλλά ταυτόχρονα να χτυπάει δυνατά τον παλμό της ανάγνωσης.
Ο Νίκος Βλαντής, ενώ δεν διακρίνεται για το καλοδουλεμένο ύφος του, αναφέρεται στον Αντρέα Παπανδρέου (τι πάθανε όλοι τελευταία;) και παίζει καλά το θέμα της πατροκτονίας και της πολιτικής ενηλικίωσης.
Η Άντζελα Δημητρακάκη κινείται στα γνωστά νερά του φεμινισμού, που προσπαθεί να ιδωθεί στην πράξη. Γράφει ένα επιστολικό διήγημα το οποίο, ενώ εκ φύσεως του είδους είναι στάσιμο, εδώ έχει ένα ρυθμό. Παρατήρηση: τα ουγγρικά δεν είναι σλάβικη γλώσσα.
Η Βίβιαν Ευθυμοπούλου (ομολογώ δεν την έχω ξαναδιαβάσει) αφήνει καλές εντυπώσεις με τα διλήμματα μεταξύ αριστεράς και δεξιάς και με το γοργό ύφος της, το οποίο όμως δεν είναι λαχανιασμένο και χειμαρρώδες.
Η Έλενα Μαρούτσου γράφει πάλι για ποιητή (τον Καρυωτάκη) μετά το μυθιστόρημά της που αναφερόταν και στον Λιβαδίτη. Ένα κουαρτέτο εραστών με ιδιαίτερα προσεγμένες σχέσεις και μαεστρική σύνδεση των νημάτων. Αξιοπρόσεκτοι οι δανεικοί ήρωες που ζουν έξω από τα ποιήματα.
Ακόμα και τα υπόλοιπα διηγήματα κλείνουν το σύνολο χωρίς αστοχίες ή συγγραφικά παρατράγουδα. Ο Χρυσόπουλος μιλάει για τον Μπρέζνιεφ, ο Τσίρος για τον Καστοριάδη, ο Σωτάκης για τον Χριστό, η Ριζιώτη για την Μπάσιντζερ, η Παπαλιού για τον Ντόιλ, η Λαμπροπούλου για την Γουάινχαουζ, η Κιτσοπούλου για τον Παπαδιαμάντη, ο Κατσουλάρης για τον Κένεντι και ο Γεωργίου για τον Λο. Το σύνολο αποζημιώνει πέρα από τα επιμέρους που εντείνουν την απόλαυση.

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, March 30, 2009

Παρα-ειδήσεις και σχόλια

Ο κόσμος του βιβλίου και οι κάτοικοί του

Σταχυολογούμε και σχολιάζουμε, αντιγράφουμε κι αφήνουμε στα σχόλιά σας μικρά και μεγάλα δημοσιεύματα του τύπου του τριημέρου:
1.“Τα βιβλία αυτά [Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. της Λένας Κιτσοπούλου, Μεταξύ συρμού και αποβάθρας της Έλενας Μαρούτσου και ο Ήχος του ακάλυπτου της Κάλλιας Παπαδάκη] είναι αλλιώς ανήσυχα όσον αφορά τη γυναικεία συνθήκη, και δεν μπορούν να βολευτούν στη στενή κατηγορία της γυναικείας λογοτεχνίας. Οι τριαντάρες έως σαραντάρες ηρωίδες τους είναι σαφώς πιο σύνθετες και ενδιαφέρουσες από τις νεο-φεμινίστριες σκύλες της δεκαετίας του ΄90, αλλά και πιο μπουχτισμένες- πρόβλημα που η καθεμιά τους το λύνει με διαφορετικό τρόπο. Η «μουνάρα» Μαιρούλα της Κιτσοπούλου αυτοκτονεί, η κουλτουριάρα Λίνα της Μαρούτσου αρχίζει ψυχανάλυση και η survivor Δήμητρα της Παπαδάκη αλλάζει ταυτότητα, και από ηθοποιός-κλεφτρόνι γίνεται λογίστρια. Τρεις «λύσεις» που αν ερμηνευτούν συμβολικά μάς λένε ότι η καινούργια Ελληνίδα είναι ανεξάρτητη μεν αλλά δεν τη χωράει ο τόπος. Κι ότι η σύγκρουσή της δεν γίνεται πια με τους άντρες, αλλά με την κοινωνία ολόκληρη…
Και τα μετα-φεμινιστικά αδιέξοδα παραμένουν αδιέξοδα... ”
(Μ. Χαρτουλάρη, Τα Νέα, 28.3.2009)

Κρατώ την καταληκτική φράση της ίδιας της αρθρογράφου. Είναι η προβληματική της σύγχρονης γυναίκας συγγραφέως δείγμα της μεταφεμινιστικής ιδεολογίας, που θέλει τη γυναίκα χωρίς ταμπού, χωρίς αναστολές, αλλά ταυτόχρονα τόσο ανασφαλή και τόσο μπερδεμένη; Ποια ισορροπία τελικά προτείνουνε; Φυσικά οι παραδοσιακοί ρόλοι της γυναίκας έχουν ευτυχώς ξεπεραστεί, αλλά ποιοι είναι οι νέοι που θα την αναδείξουν και δεν θα την κάνουν κακέκτυπο του άνδρα, όπως αυτόν που κατηγορούσαν προηγουμένως;

2. “«Η φιλοσοφική του παιδεία είναι τόσο εμφανής –και δεν την κρύβει σκόπιμα-, οι διακειμενικές του αναφορές τόσο προκλητικές και οι ιδέες τόσο ωμά παρουσιασμένες, χωρίς να ξεπηδούν δηλαδή απόλυτα από τη δράση, που η λογοτεχνικότητα κάμπτεται και μένουν δοκιμιακά κείμενα ανεπιτυχώς μεταμφιεσμένα σε αφηγήματα». Από την κριτική του «Πατριάρχη Φώτιου» (υπόψη ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε για τον συντάκτη) για το βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά «Ο λοξίας». Στο vivliocafe.blogspot.com οι αιχμές απέναντι στους συγγραφείς μάς έκαναν θετική εντύπωση, καθώς η αυστηρή –για να μην πούμε αρνητική- κριτική είναι είδος εν ανεπαρκεία στην Ελλάδα”
(ddoulgeridis@dolnet.gr, Τα Νέα, Ταχυδρόμος, 28.3.2009)

Ευχαριστώ δημοσίως τον συντάκτη του δημοσιεύματος, γιατί εκτίμησε την αυστηρή μου κριτική σε μια Ελλάδα που καλοπιάνει τους συγγραφείς της ή απλώς σιωπά…

3. “ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ συμπόσιο με θέμα «Ο κύκλος του βιβλίου: ο συγγραφέας,ο επιμελητής- τυπογράφος, ο εκδότης, ο κριτικός, ο αναγνώστης» διοργανώνει στις 3 και 4 Απριλίου η Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της Σχολής Μωραΐτη. Το Συμπόσιο θα γίνει στο Αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, τηλ. 210 6795.000, 210 3639.979) και η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Της πρώτης συνεδρίας, που θα γίνει στις 3 Απριλίου και ώρα 18.15 θα προεδρεύει ο κ. Αλ.Δημαράς και ομιλητές θα είναι οι Τ. Θεοδωρόπουλος, Δημ. Κούρτοβικ, Π.Μάρκαρης, Σ.Σερέφας, Διον.Καψάλης και Π.Τατσόπουλος. Της δεύτερης συνεδρίας στις 21.30 θα προεδρεύει ο κ. Τ. Θεοδωρόπουλος και ομιλητές θα είναι οι Ν.Γκιώνης, Ν.Παπαγεωργίου, Αιμ.Καλιακάτσος, Μαρία Στεφανοπούλου και Σπ.Μολφέτας. Της τρίτης συνεδρίας, το Σάββατο 4 Απριλίου και ώρα 18.15 θα προεδρεύει ο κ. Π. Τατσόπουλος και ομιλητές θα είναι οι Γ.Δάλλας και Ν.Βαγενάς . Στη συζήτηση που θα ακολουθήσει με συντονιστή τον κ. Π. Τατσόπουλο θα μετέχουν οι Ρέα Γαλανάκη, Στ. Ζουμπουλάκης, Δημ.Μαρωνίτης και Π.Μπουκάλας. ”
(Το Βήμα, 29.3.2009)

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 27, 2009

Καφές στη χόβολη: Σωτήρης Δημητρίου

«Σαν το λίγο το νερό»
εκδόσεις Κέδρος
2008


Παρατηρώ το εξής φαινόμενο και θα ήθελα με αφορμή το “Σαν το λίγο το νερό” να το συζητήσουμε: όταν ένας συγγραφέας καταφέρει και κάνει όνομα μετά από τρία τέσσερα βιβλία, στην προσπάθειά του να μην εκπέσει σε μανιέρες αλλά και στην άνεση που του δίνει η φήμη του (ένα είδος ασυλίας) δοκιμάζει να γράψει με ελαφρά την καρδία έργα που δεν έχουν με κανένα τρόπο την ποιότητα που θα συντηρούσε το κύρος του.
Το συγκεκριμένο βιβλίο του Σωτηρίου νομίζω ότι ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία, βιβλίο το οποίο αναλύει σήμερα η Μ. Θεοδοσοπούλου στη νέα “Βιβλιοθήκη” της Ελευθεροτυπίας. Επαναλαμβάνω εδώ ότι δεν θεωρώ τη Θεοδοσοπούλου επαρκή κριτικό με άποψη και αξιολογική δύναμη. Στο κείμενό της διέρχεται σταδιακά την υπόθεση του έργου και το μόνο ουσιαστικό σχόλιο που κάνει είναι για τη γλώσσα.
Το ίδιο το έργο τώρα ξεκινά με την πιο δυνατή αρχή που έχω διαβάσει, με την ψυχή να αφήνει το σώμα, ενώ ο πεζογράφος κατορθώνει να συλλάβει και να μεταδώσει πολύ έντονα αυτή τη μεταβατική περίοδο.
Το πρώτο τέταρτο του κειμένου αποτελούν οι σκέψεις της ψυχής σε έναν λόγο δοκιμιακό, στοχαστικό, πολύ στημένο και υψιπετή, εν πολλοίς βερμπαλιστικό, με μια αδιανόητη λεξιθηρία που δεν πετυχαίνει τίποτα, ούτε αποτυπώνει κάτι πέρα από τον εαυτό της. Από εκεί και έπειτα συνεχίζει ως επί το πλείστον με τη γνωστή ηπειρώτικη λαλιά, αρκετά δυσνόητη για τους απ’ έξω (αν και εμένα μού θύμισε τα παιδικά μου χρόνια στην Πίνδο). Η ιστορία έχει να κάνει με τα τραύματα του Εμφυλίου με στιγμιότυπα από τον άμαχο πληθυσμό και τα δεινά που πέρασε. Η υπόλοιπη αφήγηση βαλτώνει σε αιθεροβάμονες (κυριολεκτικά) πορείες, αναπολήσεις και μετεωρισμούς, θολά γεγονότα και ακόμα πιο φλύαρες σκέψεις στην προσπάθειά του να αναστήσει βιώματα και γήινες εμπειρίες, πάθη του υποσυνείδητου και φωνές ξεχασμένες αλλά όχι λησμονημένες.
Γεμάτο ποιητικότητα χάνει την αφηγηματικότητα. Αλλά και ομφαλοσκοπούμενο –όσο κι αν έτσι επιχειρεί να καταδείξει την αυθεντικότητα της φύσης και του «χωριάνικου» τρόπου ζωής- μένει ναρκισσιστικά στο είναι του χωρίς να ανοίγεται στον αναγνώστη.
Ευτυχώς, δεν διάβασα διθυράμβους (και μην περιμένετε στις εφημερίδες να διαβάσετε πραγματικά κατακεραυνωτική κριτική). Διάβασα όμως πολλές κριτικές που ασχολήθηκαν με το μυθιστόρημα, κριτικές που τις τράβηξε το όνομα του συγγραφέα, χωρίς όμως να πείθουν για την αξία του έργου. Ελπίζω ο Δημητρίου να μην άδειασε με τον ηπειρώτικο λόγο του να τον εκτοξεύει και τώρα να μην μπορεί να βγει από τον εαυτό του και να ανανεωθεί.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, March 22, 2009

Ελληνικός καφές σε τετράγωνο φλιτζάνι: Logicomix

Απ. Δοξιάδης, Χρ. Παπαδημητρίου, Αλ. Παπαδάτος και A. di Donna
“Logicomix”
εκδόσεις Ίκαρος

2008

Λογικό και κωμικό συνάμα


Η ανάμιξη είναι ένα ζητούμενο των καιρών, που άλλοτε επιτυγχάνει κι άλλοτε όχι. Ανάμιξη ειδών, ρευμάτων, υλικών. Αυτό όμως που έκανε ο Δοξιάδης με την παρέα του είναι ένας συγκερασμός πέρα από κάθε προσδοκία. Καταρχάς, σχεδίασε κόμικς σε βιβλίο, δίνοντάς του όμως τη δομή και την υφή μυθιστορήματος. Έδωσε δηλαδή στο όλο εγχείρημα λογοτεχνικότητα, αφού μετήλθε αφηγηματικών τεχνικών, για να διηγηθεί τη ζωή του μεγάλου επιστήμονα Μπ. Ράσελ και μαζί την περιπέτεια της θεμελίωσης των μαθηματικών. Πρόκειται για την προσπάθεια των μαθηματικών κατά βάση, αλλά και των φιλοσόφων, να θεμελιώσουν με αδιάσειστα ερείσματα τις επιστήμες ιδρύοντας τη Λογική, την επιστήμη των έγκυρων συλλογισμών, όπου όλα αποδεικνύονται και στηρίζονται λογικά.
Μίλησα προηγουμένως για μυθιστορηματική βάση: μ’ αυτήν εννοώ την πλοκή που οδηγεί το έργο προς το τέλος, την αφηγηματική του διάσταση όπου ο ίδιος ο Ράσελ εξιστορεί με αναδρομές και πρωτοπρόσωπη αφήγηση τη ζωή του μέχρι τη στιγμή που ξεκινάει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η ζωή του έχει ως στόχο να εξηγήσει γιατί πρέπει η Αμερική να μπει στον πόλεμο εναντίον του Χίτλερ. Η αφορμή αυτή χτίζει ένα ολοκληρωμένο στόρι, το οποίο μάλιστα προχωρά με αυτοαναφορικά βήματα. Λέγοντας αυτοαναφορικότητα εννοώ τη μετατροπή των τεσσάρων συντελεστών του κόμικς σε καρτουνίστικους ήρωες, οι οποίοι συζητάνε μέσα στο βιβλίο για το βιβλίο, για τα διλήμματα του Ράσελ αλλά κυρίως για την πορεία που θα δώσουν στην εξέλιξη.
Η επιτυχία του εγχειρήματος δεν βρίσκεται μόνο εκεί. Όπως και σε πολλά άλλα μαθηματικά μυθιστορήματα, διαχέεται μια αισιοδοξία για την ικανότητα της επιστήμης να λύσει τα ανθρώπινα προβλήματα αρχής γενομένης από το 1900, χρονιά κατά την οποία τέθηκαν βασικά προβλήματα των μαθηματικών και οι μαθηματικοί όλου του κόσμου έβαλαν στόχο να τα επιλύσουν. Ο αναγνώστης διαπερνάται από την αισιοδοξία του ανθρώπου που βλέπει τις θετικές επιστήμες να ανοίγουν δρόμο στη σκέψη.
Αυτό με μια βασική προϋπόθεση, μια επισήμανση που ακούγεται προς το ευρύ κοινό λιγοστές φορές. Ο Ράσελ επιδίωξε μαζί με άλλους να θεμελιώσει τη λογική σαν μια ανώτερη γλώσσα, πάνω από την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, η οποία θα αποτελούσε τη βάση κάθε συλλογισμού. Ο Βιτγκενστάιν ωστόσο κατάφερε να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, αφού η Λογική δεν μπορεί να είναι πάνω από τη γλώσσα και τις παρερμηνείες της, αλλά βρίσκεται μέσα σ’ αυτήν. Επομένως, η γλώσσα και η σήμανση του κόσμου είναι και θα είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα δοκιμάζονται οι γνώσεις μας. Η αλήθεια είναι πολλαπλής, το δίκιο μοιρασμένο σε πολλές γνώμες και έτσι η σχετικοκρατία (μαζί με τα δεινά που επιφέρει) είναι πλέον καθεστώς στην ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό άλλωστε πολλοί επιστήμονες τρελάθηκαν, καθώς η πρωτοποριακή σκέψη τους αγγίζει πολλές φορές τα όρια της παράνοιας.
Το βιβλίο ρουφιέται σαν δροσερό νερό. Το ανοίγεις και το κλείνεις εν ριπή οφθαλμού, παρόλο που πολλά σημεία είναι βραδέα και για λόγους μυθιστορηματικής οικονομίας λέγονται πολλά περιττά, ενώ ανάλογα τα πορίσματα των επιστημόνων ακούγονται σχετικά βιαστικά.
Από τα πιο τολμηρά αλλά και πετυχημένα έργα της ελληνικής μαθηματικής λογοτεχνίας.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, March 21, 2009

21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Ημέρα ποίησης δεν σημαίνει ότι σήμερα μόνο ανοίγω τους στίχους για να πάρω αέρα. Σημαίνει ότι σήμερα ανοίγουν παντού παράθυρα για να γίνει ο αέρας ανεμοστρόβιλος.

Δεν πρέπει να βιάζω το ποίημα

Δεν πρέπει να βιάζω το ποίημα.
Γιατί το ποίημα
έχει τις δικές του στιγμές.
Η κάθε λέξη το δικό της δευτερόλεπτο.
Και μονάχα ο θάνατος
έχει όλο τον καιρό δικό του.

Δεν πρέπει να βιάζω το ποίημα.
Ήδη το ποίημα αδημονεί από μόνο του
και διογκώνει τα αισθήματα
μέσα στην ταραγμένη επώασή του.
Το ποίημα εκπυρσοκροτεί
εκεί που δεν το περιμένεις.
Γι’ αυτό και η πληθώρα των νέων
και ανίδεων ποιητών
με τα κομμένα χέρια και τους επιδέσμους.
Ηλίας Κεφάλας

Όλα τα ποιήματα του τριημέρου αντλήθηκαν από το:
Α. Φωστιέρης, Θ. Νιάρχος (επιμ.), "Ποίηση για την ποίηση", εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006.
Διά την αντιγραφή
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 20, 2009

21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

“Η προσευχή είναι η αναπνοή της ψυχής” (Απ. Παύλος). Η ποίηση κάνει κάτι ανάλογο, οξυγονώνει την καθημερινότητά μας…

Αν δεν μου ’δινες την ποίηση, Κύριε

Αν δεν μου’ δινες την ποίηση, Κύριε,
δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δε θα ’ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να ’χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημός μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.
(απόσπασμα)
Νικηφόρος Βρεττάκος

(Διά την αντιγραφή
Πατριάρχης Φώτιος)

Thursday, March 19, 2009

21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Διάλειμμα στην προβληματική της ανάγνωσης, παρένθεση στα πεζογραφήματα και στην αξιολόγησή τους. Ας κρατήσουμε δυο στίχους φυλακτό…

Ερμηνεία του ποιήματος

Πολλές φορές το ποίημα
Καμία δεν έχει σχέση
Με καταξίωση με κριτική
Με αναλύσεις και τα τοιαύτα.

Έχει χαώδες παρελθόν
Τρομώδες μέλλον
Τριανταφυλλείς ορίζοντες
Ατράνταχτα θεμέλια.

Πολλές φορές το ποίημα
Πέφτει
Σαν κεραυνός πάνω στα κάρα
Σκορπίζουν τ’ άλογα στο δάσος τρομαγμένα
Κι οι αγωγιάτες χάνουν τη μιλιά τους.
(απόσπασμα)
Τάσος Δενέγρης

(Διά την αντιγραφή
Πατριάρχης Φώτιος)

Tuesday, March 17, 2009

Προθετικότητα συγγραφέα

Η προηγούμενη καταχώριση για τη στάση του συγγραφέα απέναντι στις κριτικές ειδικών και αναγνωστών και για το αν επιβάλλεται από τον κριτικό να διερευνήσει τις προθέσεις του συγγραφέα προκάλεσε έναν ευρύ διάλογο με πολλές διασταυρούμενες απόψεις. Συνοψίζω τη θέση μου με τα λόγια του Ουμπέρτο Έκο, σημειολόγου και συγγραφέα:
Υπάρχουν περιπτώσεις που ο συγγραφέας ζει ακόμα, οι κριτικοί έχουν δώσει τις ερμηνείες τους για το κείμενό του και μπορεί να έχει ενδιαφέρον να ρωτηθεί ο συγγραφέας κατά πόσον και μέχρι ποιου σημείου αυτός, ως εμπειρικό πρόσωπο, ήταν εν γνώσει των πολλαπλών ερμηνειών που επέτρεπε το κείμενό του. Σ’ αυτό το σημείο η απάντηση του συγγραφέα δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να επικυρώσει τις ερμηνείες του κειμένου του, αλλά για να δείξει τις ασυμφωνίες ανάμεσα στην πρόθεση του συγγραφέα και στην πρόθεση του κειμένου.
Αν αποκλείσουμε την περίπτωση του διεστραμμένου συγγραφέα που οχυρώνεται σε ένα πεισματάρικο «ποτέ δεν σκέφτηκα να πω αυτό, άρα η ανάγνωσή σου είναι αθέμιτη», μένουν δύο πιθανότητες. Μία, που ο συγγραφέας υποχωρεί: «Δεν ήθελα να πω αυτό, μα πρέπει να συμφωνήσω ότι το κείμενο το λέει και ευχαριστώ τον αναγνώστη που με έκανε να το συνειδητοποιήσω». Και μια άλλη, που ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί: «Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν ήθελα να πω αυτό, νομίζω ότι ένας λογικός αναγνώστης δεν θα έπρεπε να δεχτεί μια παρόμοια ερμηνεία, διότι φαίνεται ελάχιστα οικονομική και δεν νομίζω ότι το κείμενο την υποστηρίζει»


("Τα όρια της ερμηνείας", εκδόσεις γνώση, 1993, σελ. 143)
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, March 14, 2009

Πάστα φλόρα: απαντά ο συγγραφέας;

Το ερώτημα έχει ξανασυζητηθεί εδώ, αλλά αμυδρά και παρεμπιπτόντως. Τώρα όμως, με αφορμή παρουσίαση βιβλίου στο προηγούμενο ποστ μου και την απάντηση του συγγραφέα του, βρίσκω την ευκαιρία να το θέσω σε ευρύτερο διάλογο:
Πρέπει να παίρνουν θέση ή όχι οι συγγραφείς απέναντι στις αρνητικές γνώμες που θα ακουστούν;
-είναι σκόπιμο να γράψουν απαντητικό σημείωμα κατά του κριτικού (ή του ιστολόγου) που θα εκφραστεί με αρνητικό τρόπο για το έργο τους;
-αν ναι, με ποιο τρόπο θα εκθέσουν τη γνώμη τους;
-αν όχι, τι άλλο μπορούν να κάνουν, όταν νιώσουν ότι αδικούνται από τον όποιο (επίσημο και ανεπίσημο) αναγνώστη τους;
-είναι η άποψή τους ανάλογης αξίας με το έργο τους;
-πρέπει οι δημιουργοί να μας εξηγούν τα βαθύτερα νοήματα και τις αρετές των λογοτεχνημάτων τους;
-είναι γόνιμος ο διάλογος με τον X κριτικό (ή ιστολόγο) και με ποιους όρους;
-θα ήταν γόνιμο να υπάρχει μια στήλη στις εφημερίδες, όπου οι συγγραφείς να μπορούν να εκθέτουν τις απόψεις τους διαλεκτικά με τον κριτικό;
-πρέπει να πιστεύουμε τους συγγραφείς;
Οι ερωτήσεις μπορούν να πολλαπλασιαστούν, αλλά τουλάχιστον με αυτές τις λίγες τίθεται ένα πλαίσιο συζήτησης που να περιλαμβάνει και τους συγγραφείς και εμάς τους αναγνώστες.


Πατριάρχης Φώτιος

Monday, March 09, 2009

Καφές του φιλοσόφου: Σπύρος Γιανναράς

“Ο Λοξίας”
εκδόσεις Ίνδικτος
2008



Πώς προσέρχεται κανείς στη λογοτεχνία; Εννοώ με τι εφόδια και με τι βαρίδια; Φυσικά με την παιδεία του, τα βιώματά του, τα διαβάσματά του, την εν γένει κουλτούρα του αλλά και με το επάγγελμά του, τις μνήμες, το περιβάλλον κ.ά. Το στοίχημα της επιτυχίας έγκειται στο αν θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει όλη αυτή την περιουσία του μέσα στο μυθοπλαστικό πλαίσιο υποτάσσοντάς την στην αισθητική της λογοτεχνίας.
Παράδειγμα: ένας μαθηματικός, αν καταφέρει να ενσωματώσει τις μαθηματικές του γνώσεις στον μυθιστορηματικό κορμό, τότε θα πετύχει και ως συγγραφέας. Δυστυχώς όμως βλέπουμε ψυχολόγους να μην μπορούν να απαγκιστρωθούν από την ειδικότητά τους (λ.χ. Τσαλίκογλου), αρχαιολόγους που να μην “προδίδουν” την ιδιότητά τους προς όφελος της αφήγησης (λ.χ. Χατζηχρήστου) αλλά και άλλους που πετυχαίνουν τον ιδανικό συγκερασμό επεκτείνοντας τη λογοτεχνία σε άλλα πεδία και μπολιάζοντάς την με νέα κοιτάσματα.
Ο Σπύρος Γιανναράς, υιός Χρήστου Γιανναρά, έρχεται στη λογοτεχνία φορτωμένος με φιλοσοφικά κιτάπια. Φτιάχνει τρεις ιστορίες, όπου προβληματίζεται για την ανθρώπινη ταυτότητα και τους ρόλους μέσα στο κοινωνικό σύνολο, αξιοποιώντας την τεχνική του σωσία, της αντικατάστασης δηλαδή ενός ανθρώπου με έναν άλλο. Ο ήρωας της πρώτης νουβέλας σκοτώνει τον αντίπαλό του, που τελικά αποδεικνύεται ότι ήταν ο εαυτός του, καθώς βρίσκεται ο ίδιος δολοφονημένος· στη δεύτερη, ο Φατσέας αντικαθιστά τον άλλο Φατσέα σε ένα χωριό όπου ζουν μόνο Φατσέηδες κ.λπ.
Η φιλοσοφική του παιδεία είναι τόσο εμφανής –και δεν την κρύβει σκόπιμα-, οι διακειμενικές του αναφορές τόσο προκλητικές και οι ιδέες τόσο ωμά παρουσιασμένες, χωρίς να ξεπηδούν δηλαδή απόλυτα από τη δράση, που η λογοτεχνικότητα κάμπτεται και μένουν δοκιμιακά κείμενα ανεπιτυχώς μεταμφιεσμένα σε αφηγήματα.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, March 05, 2009

Τουρκικός καφές με Strudel.Γιάκομπ Αρζούνι

Jakob Arjouni
“Happy birthday, Türke!”
1985
Γιάκομπ Αρζούνι
“Happy birthday, Τούρκε!”
μτφ. Σ. Τζαννετάτος
εκδόσεις Καστανιώτη
2008

Τούρκος ντετέκτιβ σε ρατσιστική κοινωνία

Το βιβλίο αυτό προβλήθηκε σαν ένα μικρό αριστούργημα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας έχει αφήσει πλούσιο έργο μέσα στη δεκαετία του ’80 και ύστερα, με ήρωα τον Τούρκο ιδιωτικό ντετέκτιβ Κεμάλ Καγιανκάγια. Ο τύπος, σκληρό παλικάρι με ωμή συμπεριφορά, αποφασιστικότητα, τσαμπουκά και μεσογειακό ταμπεραμέντο. Δεν κωλώνει πουθενά, δεν πτοείται από εκβιασμούς και πίεση, μπαίνει μέσα σε όλα και πετυχαίνει τον στόχο του.
Η πλοκή του έργου έχει μια λογική, σφιχτή –παρά τα πολλά μικρά κενά- δομή, με αλληλουχία και νομοτελειακή κίνηση. Ο ντετέκτιβ με αφορμή έναν φόνο, που καλείται να εξιχνιάσει, διεισδύει στον κόσμο των πορνείων, των ναρκωτικών αλλά κυρίως της διεφθαρμένης αστυνομίας που καλύπτει υποθέσεις, εκβιάζει, διαστρεβλώνει γεγονότα και διακινεί τα ναρκωτικά που κατάσχει. Ευχάριστο ανάγνωσμα, δυναμικό, ενδιαφέρον. Αλλά όχι πολύ ισχυρό, όχι πρωτότυπο και σε γενικές γραμμές ο Μάρκαρης είναι σε μερικά του έργα καλύτερος, αν και δέκα χρόνια μεταγενέστερος.
Το μυθιστόρημα, γραμμένο πριν από 25 χρόνια, αποτυπώνει την ώσμωση Γερμανών και μεταναστών, κυρίως Τούρκων, κατά την αφομοίωση των δεύτερων από την ντόπια κοινωνία. Οι προκαταλήψεις των μεν, αλλά και οι τρόποι επιβίωσης των δε, που κινούνται συχνά έξω από τα όρια της νομιμότητας, δημιουργώντας έναν δικό τους υπόκοσμο (ναρκωτικά, βία, προστασία, πορνεία κ.ο.κ.) αντικατοπτρίζουν και τα προβλήματα συμβίωσης προνομιούχων και διεκδικητών. Ο Αρζούνι επιχειρεί μέσα από το αστυνομικό του έργο να αποτυπώσει τις μεταιχμιακές εκείνες εποχές που οι ξένοι έρχονται και επιβάλλουν στον εαυτό τους την επιβίωση με κάθε τρόπο.

Πατριάρχης Φώτιος