Tuesday, March 15, 2011

“Παρίσι μπλουζ” του Maurice Attia

Όταν το αστυνομικό μυθιστόρημα συναντά την πολιτική, τα αίτια των εγκλημάτων δεν είναι προσωπικής φύσεως, ούτε γενικά κοινωνικής, αλλά εδράζονται στο όλο κλίμα της πολιτικής ζωής ενός τόπου και απορρέουν από ιδεολογικές τοποθετήσεις και διαξιφισμούς τάσεων σε μια πολυφωνική κοινωνία.

Γαλλικός καφές με ζαχαρίνη:
Maurice Attia
"Paris blues
Actes Sud, coll. «Babel Noir», Arles, France, 2009

“Παρίσι μπλουζ”
μετ. Ρ. Κολαΐτη
εκδόσεις Πόλις
2010

«Στο Παρίσι λοιπόν, το 1970, στον απόηχο του Μάη του '68. Στο Παρίσι των μαοϊκών που ζουν την ψευδαίσθηση της επανάστασης, των ξεπεσμένων αριστοκρατών, των γερασμένων πια αλλά αμετανόητων παρακρατικών της OAS, της κατεδάφισης της παραδοσιακής Κεντρικής Αγοράς του Παρισιού (Λεζ Αλ). Εδώ θα ξαναβρούμε τον Πάκο Μαρτίνεθ, στο αστυνομικό τμήμα της Βενσέν. Με τις αναμνήσεις και τις ενοχές του. Δυο γεγονότα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους, μια δολοφονία στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν και η έξαρση της δράσης της Προλεταριακής Αριστεράς, θα οδηγήσουν τον Πάκο να διεισδύσει, παριστάνοντας τον φοιτητή, στους αριστερίστικους κύκλους της Βενσέν και να αναζητήσει απαντήσεις στον σκοτεινό βυθό του μαοϊκού κινήματος. Η Βενσέν, ένα πειραματικό πανεπιστήμιο ανοιχτό σε όλους, οι κινηματογραφικές αίθουσες με τις παθιασμένες συζητήσεις των σινεφίλ, τα sex shops, οι δρόμοι του Παρισιού, είναι οι τόποι όπου διαδραματίζεται το τρίτο μέρος της νουάρ τριλογίας του Αττιά, σε μια ατμόσφαιρα που υπογραμμίζουν οι ρυθμοί και το πάθος της μουσικής μπλουζ. Ο Πάκο, αφοπλιστικός στη μοναξιά και τη μελαγχολία του, αναζητά -και δημιουργεί- τον εαυτό του μέσα στην κοινωνία που ζει, και παίρνει τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής του.» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

            Στις 16 Οκτωβρίου 2009 ξαναγράψαμε για τον γαλλοαλγερινό συγγραφέα, όταν είχε εκδοθεί στα ελληνικά το έργο-του «Η κόκκινη Μασσαλία». Όποιος είχε διαβάσει αυτό το βιβλίο ή το προηγούμενό-του σε μια τριλογία που ξεκινά από το Αλγέρι και συνεχίζεται στη Μασσαλία και τέλος στο Παρίσι, θα έχει διαπιστώσει τα βασικά χαρακτηριστικά του πεζογράφου: αστυνομική πλοκή, πολιτικές εξελίξεις, ερωτισμός, προσωπικές επιπλοκές σε μια μοναχική και μαζί συναισθηματική ζωή, ιστορία και γαλλική κουλτούρα, κινηματογράφος και λογοτεχνία. Αυτό το αμάλγαμα ξανασυναντάει κανείς και στο ανά χείρα έργο, σε άλλα σημεία πιο έντονο και σε άλλα πιο αχνό.
            Ο αναγνώστης ταξιδεύει στο 1970 και μπαίνει μέσα στο σκηνικό της κινηματογραφικής οθόνης, όπου το ’68 είναι ακόμα ζωντανό, τόσο στις ερωτικές ελευθερίες όσο και στις πολιτικοκοινωνικές ζυμώσεις, με τους φοιτητές να πάλλονται από νεανικό παλμό αλλά και μια διαρκώς αιωρούμενη εντύπωση ότι ο κόσμος τούς ανήκει και μπορούν να τον αλλάξουν αλλά και να τον καταστρέψουν. Ο κινηματογραφιστής που σκοτώνεται από μια αράχνη (μυγαλή∙ σε ποιο λογοτεχνικό έργο ξαναδιάβαζα πρόσφατα για το δηλητήριό-της;) είναι το ορατό θύμα αυτών των τάσεων…
            Μία βασική διαφορά που συνειδητοποίησα σε σχέση με τη «Μασσαλία» είναι η μείωση των προσώπων και των οργανώσεων, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα πιο ορατό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα και αναζητείται ο ένοχος. Αυτό κρίνεται θετικό, αν και ο Attia δεν απέφυγε τους πλατειασμούς, ειδικά στην παρέμβλητη όσο και γρήγορη παρέκβασή-του στη Μαδρίτη. Και εφόσον, όπως εγώ το καταλαβαίνω, τον συγγραφέα ενδιαφέρει πιο πολύ η κοινωνική αναταραχή, η ιδεολογική διαπάλη και ο πολιτικός αναβρασμός, η πλοκή παραγκωνίζεται και στο τέλος η λύση του φόνου-μυστηρίου έρχεται από το πουθενά. Παρακολουθούμε πιο πολύ σκηνές και επεισόδια μικροδράσης και συναντήσεων ποικίλων κόσμων, παρά ένα πλήρες σχέδιο που να οδηγεί με επιτυχία στο απρόβλεπτο τέλος.
            Αν κάποιος αρέσκεται στο Παρίσι της εποχής, στην αναζήτηση των παραγόντων που ξεσήκωσαν την Ευρώπη μετά το ’68, που έφεραν την Αριστερά στα πράγματα αλλά και τους λόγους που η επανάσταση είχε πιο πολύ τη μορφή ενός κύματος παρά μιας συνειδητής κοινωνικής αλλαγής, θα ευχαριστηθεί το κλίμα του βιβλίου.
Πατριάρχης Φώτιος

6 comments:

love2love said...

η εκανες καλη περιγραφη η ειανι ωραιο

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

love2love,
το βιβλίο για το είδος-του είναι όντως καλό. Διαβάζεται με ενδιαφέρον και με περιέργεια ενώ δεν λείπουν οι κοινωνκοπολιτικες αναλύσεις διά της πλοκής.
Πατριάρχης Φώτιος

ΥΓ. Σε παρακαλώ, βάζε τόνους, γιατί ψάχνω να βρω τι εννοείς (π.χ. αυτό το ή είναι διαζευτικό;)

Γιώργο Μπατζιλή said...

Βρίσκω άτολμο τον Attia να τοποθετεί τον αφηγητή του Paco σε τελειωμένες ιστορίες. Αυτή η τόλμη λείπει απ' όλους και η λογοτεχνία μηρυκάζει το παρελθόν

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Γιώργο,
αυτό θα μπορούσε να πει κανείς για όλους όσοι γράφουν ιστορικά μυθιστορήματα. Ακόμα περισσότερο ο Attia γράφει για εποχές που έχει ζήσει από κοντά τον αναβρασμό. Γι' αυτό η δεκαετία του '70 είναι το νεανικό-του σήμερα.
Αν αρνηθούμε το παρελθόν από τη λογοτεχνία, μήπως αρνούμαστε ό,τι δεν έχει άμεση σχέση με το παρόν. Μήπως πολλές φορές το παρελθόν επιβεβαιώνει, εξηγεί, αντιπαρέρχεται με το σήμερα και έτσι ξαναβλέπουμε τον εαυτό-μας;
Πατριάρχης Φώτιος

paramythou said...

Μια εποχή αναβρασμού με αστυνομική πλοκή, πολιτικές εξελίξεις, ερωτισμό, προσωπικές επιπλοκές σε μια μοναχική και συναισθηματική ζωή, ιστορία και γαλλική κουλτούρα, κινηματογράφος και λογοτεχνία.

Ναι αυτός είναι ο Αττια και δεν λυπάμαι που η λογοτεχνία μυρηκάζει όπως λέει εδώ ένας απο τους φίλους. Η δουλειά της είναι να μυρηκάζει την πραγματικότητα. Σε αυτήν ζούμε εμείς, πατάμε και προχωρούμε πιο πέρα. Συνεχίζουμε.
Με υπομονή, με επιμονή και με οξυμένη κρίση...
Τα σέβη μου Πατριάρχη Φώτιε

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Paramythou,
προφανώς η λογοτεχνία έχει μια μεγάλη εμβέλεια χώρων και χρόνων για να επαναδιαπραγματευτεί (και όχι να μηρυκάσει). Είτε αναφέρεται στο παρόν, είτε στο παρελθόν στην ουσία αποσκοπεί στο να βάλει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων του ανθρώπου. Το ζήτημα είναι πόσο εύστοχη θα είναι.
Τα σέβη-μου ομοίως.
Πατριάρχης Φώτιος