Saturday, February 09, 2019

Olivier Guez, “Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε”


ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -1. Η ναζιστική ιδεολογία και πρακτική όχι απ’ την πλευρά των διαβόητων στρατιωτικών αλλά απ’ τη σκοπιά ενός αιμοσταγούς (κυριολεκτικά) γιατρού, του Josef Mengele. Η προσπάθειά του να γλιτώσει στη Λατινική Αμερική και οι αναδρομικές ιστορίες απ’ τη δράση του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδεικνύουν το αμετανόητο υπόβαθρο μιας απηνούς συνείδησης.


Olivier Guez
“La disparition de Josef Mengele”
2017

“Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε”
μετ. Ε. Γραμματικοπούλου
εκδόσεις Κριτική -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος
στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη
κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος
περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη":
Έβλεπα το βιβλίο παντού. Διαφημισμένο και πολυδιαβασμένο. Κι είναι όντως ιντριγκαδόρικο ένα θέμα για τη φυγή ενός Ναζιστή στην περονική Αργεντινή.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει.
Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση:
Ο περιβόητος γιατρός Josef Mengele, ο γιατρός στο Auschwitz, όπου έκανε γενετικά πειράματα, καταφεύγει στην Αργεντινή μετά τη λήξη του πολέμου. Εκεί προσπαθεί να εγκλιματιστεί και βρίσκει όντως μια φιλοναζιστική κοινότητα από ντόπιους και Γερμανούς φυγάδες. Με το όνομα Helmut Gregor κατάφερε να ζήσει εκεί, σ’ ένα καθεστώς υπό τον Juan Peron, ο οποίος εφάρμοσε μια πολιτική με σοσιαλιστικά και ναζιστικά στοιχεία, μια εθνικοσοσιαλιστική πολιτική, όπως την παρουσιάζει βέβαια ο Guez.

"Ο Περόν θα κυβερνήσει την Ιστορία με τ’ απόβλητα της Ιστορίας"



Στόχος του Guez νομίζω, στην αρχή του μυθιστορήματος, ότι είναι να δείξει όχι μόνο την τύχη ενός "Άγγελου του Θανάτου", όπως ονόμαζαν τον Mengele, αλλά και γενικότερα να καταδείξει τους απόηχους των Nazi στη Λατινική Αμερική. Θυμίζει ένα απ’ τα τελευταία μυθιστορήματα του Κουμανταρέα "Θάνατος στο Βαλπαραΐζο", όπου ο Erik Honeker φεύγει εξόριστος στη Χιλή το 1993, φυσικά με άλλα χαρακτηριστικά από τους Nazi της δεκαετίας του '40. Η Λατινική Αμερική γίνεται το μεταπολεμικό καταφύγιο πολλών Γερμανών και όχι μόνο, και μετατρέπεται σε σκηνή μεταευρωπαϊκών γεγονότων.

Γυρίζω ξανά στο βιβλίο του Guez. Οι Nazi που επιβίωσαν στην Αργεντινή εξακολουθούν να πιστεύουν στην ιδεολογία τους και να επιρρώνουν τις νιτσεϊκές τους θέσεις: "Αγώνας, τα πάντα είναι αγώνας: μονάχα οι άριστοι επιβιώνουν, αυτός είναι ο ορειχάλκινος κανόνας της Ιστορίας, οι αδύναμοι και οι ανάξιοι πρέπει να εξοντωθούν". Και πάνω σ' αυτή, πάνω στο παλιό κλέος, πάνω στην πίστη στην ανωτερότητα της γερμανικής φυλής επιχειρούν να ξαναστήσουν τη γερμανική δύναμη.

Ωστόσο, τόσο επιφανειακά όσο και καταβάθος, το μυθιστόρημα είναι ένα είδος βιογραφίας του Mengele, αφού έφυγε απ’ τη Γερμανία. Τα ιστορικά γεγονότα που έχουν αναζητηθεί συμπορεύονται με τα μυθοπλαστικά, τα οποία όμως είναι λιγότερα και καλύπτουν απλώς τα κενά της Ιστορίας. Έτσι, αναρωτιέμαι αν το αισθητικό αποτέλεσμα αποζημιώνει τον αναγνώστη ή αν μένουμε στο ιστορικό περίβλημα. Επειδή για μεγάλο διάστημα έμεινα στο δεύτερο, έχασα το βαθύτερο ενδιαφέρον μου να δω την τραγωδία, τον μύθο, την κορύφωση και διάβαζα αμέτοχη σε ό,τι εξελίσσεται στο πολιτικό επίπεδο.

Το δεύτερο μέρος είναι σαφώς καλύτερο. Πρώτον, επειδή κάνει μικρές αναδρομές δείχνοντας τη σαδιστική νοοτροπία του Mengele, όταν έκανε πειράματα στο Auschwitz. Δεύτερον, επειδή το κυνήγι του από την Αργεντινή στη Βραζιλία και την Παραγουάη (αν θυμάμαι σωστά), όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, είναι σαφώς πιο διεγερτικό.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη
(που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα τη κρυφή τη Δουλτσινέα):
Η μορφή ενός αμετανόητου nazi που είχε αναγάγει την ιδεολογία σε προκρούστη των πάντων. Ένας σχετικά πειραγμένος νους, που έδεσε με τη ναζιστική ιδεολογία και την ιατρική  τέχνη. Αποτέλεσμα ήταν οι χωρίς τύψεις εκκαθαρίσεις, η στυγνή εξόντωση μειονοτήτων, τα πειράματα που δεν σέβονται καθόλου την ανθρώπινη ζωή. Το τέλος κερδίζει όσα δεν έκανε όλο το βιβλίο.


> Γεννημένος στο Στρασβούργο το 1974, με σπουδές στις κοινωνικές επιστήμες, τα οικονομικά και τα ευρωπαϊκά θέματα, ο Olivier Guez συνεργάζεται ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος με πολλά από τα εγκυρότερα έντυπα του διεθνούς Τύπου. Το 2017 τιμήθηκε με το βραβείο Renaudot για το μυθιστόρημά του “Η εξαφάνιση του Γιόσεφ Μένγκελε”, ενώ το 2016 του απονεμήθηκε το βραβείο καλύτερου σεναρίου για την ταινία "Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική ατζέντα". Είναι επίσης συγγραφέας των βιβλίων "L’Impossible retour, "Eloge de l’esquive" και "Les Revolutions de Jacques Koskas".
Πάπισσα Ιωάννα


Thursday, February 07, 2019

Γαλλόφωνη λογοτεχνία


Η μεγάλη γαλλική και γαλλόφωνη πεζογραφία, οι σημαντικοί της εκπρόσωποι, τα πολλά Nobel (απ’ τα οποία δεν άξιζαν όλα!), η γαλλική κουλτούρα και οι σχέσεις μας με αυτήν περνάνε μέσα από πολλά βιβλία που έρχονται σε μας διά των μεταφράσεων. Φυσικά τα κλασικά έργα του 19ου αιώνα, αλλά και του 20ού. Εξίσου όμως και πολλά σύγχρονα που μεταφράζονται σχετικά κοντά στην έκδοσή τους και γίνονται γέφυρες προς τον γαλλικό και γενικότερα ευρωπαϊκό πολιτισμό.


Στο Βιβλιοκαφέ έχουμε διαβάσει πολλά γαλλικά μυθιστορήματα (η χρονολογία της γαλλικής έκδοσης):
-         Éric Vuillard, “Ημερήσια διάταξη” (2017)
“Ο Μαιγκρέ φοβάται” του Georges Simenon (1953) 
“Στριπτήζ” του Ζορζ Σιμενόν (1958)
“Μπέττυ” του Ζωρζ Σιμενόν (1961) 
Frédéric Gros, “Δαιμονισμένες” (2016) 
Kaouther Adimi, “Τα πλούτη μας” (2017) 
Βενσάν Πεγιόν, “Aurora” (2016) 
Πασκάλ Μπρυκνέρ, “Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα” (1981) 
Thomas Bronnec, “Οι μυημένοι” (2015) 
Γιανίκ Γκρανέκ, “Η θεά των μικρών θριάμβων” (2012) 
“Μπλε άσπρο μαύρο” του Karim Amellal (2016) 
“Η συριακή διαθήκη” του Barouk Salamé (2011) 
Jacques Ferrandez, “Ο ξένος” (βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Albert Camus, 1942) (2013) 
“Πληγωμένοι άγγελοι” του Γιασμίνα Χάντρα (2013) 
"Η γραφή του κόσμου” του François Taillandier (2013)
“Χάκα” του Caryl Ferey (1998) 
“Ευτυχισμένοι οι ευτυχείς” της Γιασμίνα Ρεζά (2013) 

Τελικά η γαλλική γλώσσα και λογοτεχνία είναι μια μεγάλη δεξαμενή όπου συρρέουν τα νερά όχι μόνο της γαλλικής επικράτειας αλλά και άλλων χωρών που έχουν σχέση με τη “μητέρα” Γαλλία: η γαλλόφωνη Ελβετία και το Βέλγιο, ο γαλλόφωνος Καναδάς, οι αποικίες όπως η Αλγερία…
Μια μικρή λίστα με νέα μεταφρασμένα αναγνώσματα θα μας φέρει πιο κοντά σ’ αυτήν τη γόνιμη πολύπλευρη κουλτούρα:

Olivier Guez, “Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε”
Patrick Modiano, “Ένα πεντιγκρί” και “Ναρκωμένες συναντήσεις”
Maurice Attia, “Η λευκή Καραϊβική”
Εντουάρ Λουί, “Ας τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ”
Caryl Férey, “Ποτέ πια μόνος”
Éric Vuillard, “Κονγκό”

Προσεχώς στο Βιβλιοκαφέ!
Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, February 03, 2019

Αχιλλέας Κυριακίδης, “Το μουσείο των τύψεων”


Εναλλαγές, ομοιότητες, διαφορές, αλληλεπιδράσεις, παρωδίες, αντικατοπτρισμοί, παιχνιδίσματα είναι τα τεχνάσματα του Κυριακίδη, του Έλληνα Borges, για να παίξει με τον αναγνώστη ή να τον εντάξει στο παιχνίδι του.



Αχιλλέας Κυριακίδης
“Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα”
εκδόσεις Πατάκη
-2018


Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά …και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Αγαπάμε Κυριακίδη! Έχει μια ιδιαίτερη γραφή. Δεν είναι μόνο του Borges αλλά και δική του. Tο 2007 ο Πατριάρχης Φώτιος τον χαρακτήριζε “πολυπράγμονα”. Έχουμε διαβάσει και είχαμε γράψει πιο αναλυτικά για την “Κωμωδία”, ενώ φυσικά έχουμε διά χειρός του γνωρίσει άπειρους ισπανόφωνους κατά βάση συγγραφείς.

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ, να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Μια δωδεκάδα διηγήματα ίδια όσο και διαφορετικά. Παιγνιώδη. Παίζουν με τον αναγνώστη. Προσπαθούν να τον μπερδέψουν. Όχι για να τον περιγελάσουν. Αλλά για να του δείξουν πόσα μονοπάτια έχει η συγγραφή.

Αν ένας εξωγήινος ερχόταν στη γη και διάβαζε μόνο τα διηγήματα του Κυριακίδη, θα πίστευε ότι στη ζωή υπάρχουν μόνο συγγραφείς, επιμελητές, μεταφραστές συλλέκτες, αναγνώστες, βιβλιοθηκάριοι, εκδότες, ήρωες βιβλίων… άνθρωποι δηλαδή απ’ τον κόσμο του βιβλίου, είτε ζουν έξω απ’ αυτό είτε μέσα! Κι αυτός ο κόσμος είναι μια αντανάκλαση ή μια Ιδέα. Είναι η πλατωνική πολιτεία ή τα ομοιώματά της; Αυτό το διφορούμενο είναι που κερδίζει τον αναγνώστη, καθώς αυτός άλλοτε πιστεύει στην πραγματικότητα κι άλλοτε μπλέκεται –ίσως και χειραγωγούμενα σκόπιμα- σ’ αυτήν την απάτη.

Επομένως, έχουμε καθρέφτες και λαβυρίνθους. Σαν να βρισκόμαστε στην αίθουσα με τους καθρέφτες δεν ξέρουμε τι καθρεφτίζεται σε τι και πού ξεκινάει ο πραγματικός δρόμος και πού είναι το αδιέξοδο. Έτσι κάθε διήγημα μπερδεύει ευχάριστα και ανατρέπει ό,τι χτίζει με τόση μαεστρία.

1.Ένας επιμελητής, επειδή δεν του αρέσουν τα μισοτελειωμένα κείμενα, τα εκδίδει κάνοντας προσθήκες στο τέλος τους, με αποτέλεσμα να χάνεται η μαγεία της ατέλειας…
2. Ένας πίνακας του Estavillo κρύβει μια αιρετική διάσταση της προδοσίας του Ιούδα.
3.Ένας θλιμμένος συχνάζει σε μια λέσχη μελαγχολίας, όπου προσπαθεί να λύσει τους γρίφους με τους οποίους ασχολούνται τα υπόλοιπα μέλη, ώσπου ένα alter ego έρχεται να πάρει τη θέση του…
4.Ο Borges θέλει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα αλλά τελικά το αναβάλλει.
5.Ο Borges γράφει ένα διήγημα για τον χρόνο και κάνει πράξη την παύση του.
6.Ο αφηγητής γευματίζει με τον Borges στο πρόσωπο ενός ήρωά του.
7.Ο ήρωας του κολομβο-βολιβιανού πολέμου τιμάται, άλαλος ων, από τους Κολομβιανούς, αλλά τελικά αποδεικνύεται άλλο απ’ αυτό που θέλανε να είναι.
8.Γεύμα με ήρωες από μεγάλα έργα της λογοτεχνίας.
9. Περιδιάβαση στην Αθήνα, εκλαμβάνοντας τα ονόματα των δρόμων όχι σαν σημαίνοντα αλλά ως σημαινόμενα.
10.Βιογραφία του Grainville, που έκανε τις δικές του μικρές επαναστάσεις στη γραφή.
11. Βιογραφία ενός κινηματογραφιστή, του Button, που εφάρμοσε μπορχεσιανές τεχνικές στα έργα του.
12.Βιογραφικό του συγγραφέα αποτελούμενο από βιβλία, ταινίες, δημιουργούς…

Μέσα σ’ αυτό το πολυδαίδαλο κτίσμα, ο Άλλος, αυτός που είναι απέναντι, αυτός που είναι στο βιβλίο, αυτός που μοιάζει αλλά δεν είναι, αυτός που είναι αλλά δεν μοιάζει, αυτός που παίζει με τον ίδιο τρόπο με μας, αυτός που παίζει με μας… είναι εκεί. Είναι ένας κόσμος ηρώων και πραγματικών προσώπων. Όλοι τους περσόνες μπορχεσικού τύπου αυξάνουν το πάνθεον των λογοτεχνικών χαρακτήρων που κατοπτρίζονται σε κάθε μας ανάγνωση.

Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα γύρνα κοντά μου, που τ’ άγια χώματα της πόνος και χαρά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Πέρα από τους αφηγηματικούς λαβύρινθους, πέρα από το μπες-βγες στη λογοτεχνία, τα κείμενα του Κυριακίδη διακρίνονται από μια δηκτική χρήση της γλώσσας. Ακριβολογία όσο και διφορούμενες εκφράσεις. Σοβαροφάνεια αλλά και humor. Διπλές νύξεις και πυκνότητα. Εκρηκτικές φράσεις όσο και γλωσσικά αινίγματα, κομψότητα όσο και παρωδιακή διάθεση.


> Ο Αχιλλέας Κυριακίδης γεννήθηκε το 1946 στο Κάιρο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει εννέα βιβλία με διηγήματα, μικρά πεζά και δοκίμια (κινηματογραφικά και φιλολογικά), έχει γράψει τρία σενάρια που γυρίστηκαν σε ισάριθμες κινηματογραφικές ταινίες μεγάλου μήκους, και έχει σκηνοθετήσει επτά ταινίες μικρού μήκους σε δικά του σενάρια. Κυκλοφορούν πάνω από σαράντα πέντε μεταφράσεις του έργων συγγραφέων όπως ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο Ζορζ Περέκ, ο Ρεϊμόν Κενό, ο Λουίς Σεπούλβεδα, ο Αλφρέντ Ζαρί, ο Ρολάν Τοπόρ, ο Άντριου Κρούμι, ο Ζαν Εσενόζ, ο Κάρλο Φραμπέτι κ.ά. Το 2004 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τις "Τεχνητές αναπνοές", το 2006 με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, για τη μετάφραση των πεζογραφικών "Απάντων" του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (στην οριστική έκδοση των "Ελληνικών Γραμμάτων" -η απονομή έγινε το 2007), την επόμενη χρονιά με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη Μετάφρασης, στο πλαίσιο των Καβαφείων 2007, και το 2009 με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης Γαλλόφωνης Λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ, για τη μετάφραση του μυθιστορήματος "Στο cafe της χαμένης νιότης" του Πατρίκ Μοντιανό.
Πάπισσα Ιωάννα

Thursday, January 31, 2019

Πέτρος Βουνισέας, “Το νεροπίστολο”


Η αλληγορία πλάθει ένα φανταστικό σενάριο και μέσα απ’ αυτό αντικατοπτρίζει τη δική μας πραγματικότητα. Ο Βουνισέας με τον χειμαρρώδη λόγο του μας βομβαρδίζει με τις ιδέες και τις εκρήξεις του.



Πέτρος Βουνισέας
“Το νεροπίστολο”
εκδόσεις Κέδρος
-2018


Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά …και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Πριν από πέντε χρόνια διαβάσαμε το “Η ζωή είναι ένα σύνολο από” και μείναμε κατάπληκτοι. Κάθε ιστορία μια δισέλιδη κατά μέσο όρο μαχαιριά. Μια μαχαιριά όχι τόσο επειδή είναι οξεία και κοφτερή, όσο επειδή σε ελάχιστες παραγράφους ορθώνει το θέμα και το ρίχνει ορθόπλωρο πάνω στον αναγνώστη. Κι έτσι τώρα ξαναβρήκαμε βιβλίο του να μας σοκάρει.

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ, να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Να μας σοκάρει. Ναι. Αιρετικό, προκλητικό, ανατρεπτικό. Out of the box. Η πρώτη σκέψη είναι ερεθιστική κι έπειτα χτίζεται όλο το υπόλοιπο οικοδόμημα. Τρεις φίλοι, ο Κρος, ο Έρος κι ο Όμα πάσχουν από γεροντομορφισμό, αφού στα 9 τους χρόνια είναι ήδη σαν 70 ή 80. Ηλικιακά δηλαδή είναι μικρά παιδιά, αλλά βιολογικά έχουν πρόωρη γήρανση που τους φθείρει μέχρι θανάτου. Οι γονείς τους τρέμουν την ιδέα, αλλά κυρίως την έκθεση των παιδιών και της οικογένειας στη χλεύη και τον οίκτο της κοινωνίας. Γι’ αυτό τα έχουν κλείσει σε ένα ειδικό σχολείο. Οι δυο οικογένειες είναι πλούσιες, ενώ η μία φτωχή. Καθεμία όμως βυθίζεται στις παθογένειες ενός καθωσπρέπει εγώ, που από κάτω είναι σαν τάφος ακάθαρτος και ρυπαρός. Πλούτη, ερωτισμός μέχρι ηδονοθηρίας, επίδειξη, αριβισμός, κι αντίστοιχα μικροαστισμός, θρησκοληψία, υποκρισία…

Η οργή των μικρομέγαλων, όταν μαθαίνουν ότι δεν ήξεραν την αλήθεια κι ότι έχουν προσδόκιμο ζωής τέσσερα-πέντε χρόνια, εκτοξεύεται εναντίον των ενηλίκων, αλλά και του Θεού, ο οποίος δεν υπάρχει, αλλά, αν υπάρχει, θα δεχτεί τα πυρά τους

Η γλώσσα του Βουνισέα είναι καταιγιστική. Ένα είδος προφορικού χείμαρρου, που τσουβαλιάζει κατάρες κι ευχές, βρισιές και αφηγήσεις, ένα παιχνίδι με τις λέξεις που δεν γίνεται λεξιθηρία και ναρκισσισμός, μια σύνθεση ετερόκλιτων πραγμάτων που αντικατοπτρίζει όλη την αντιφατικότητα της εποχής μας: π.χ. μικρομέγαλα, αλλά και τελειοατελείς, σοβαροαστείοι, ιδιοαλλιώτικος, ήτανδενήταν κ.ο.κ.

Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα γύρνα κοντά μου, που τ’ άγια χώματα της πόνος και χαρά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
To “Νεροπίστολο” είναι μια δυστοπική αλληγορία, που προσπαθεί να δείξει το γερασμένο πρόσωπο της ανθρωπότητας. Όχι για να καταδείξει τη γήρανσή της, αλλά για να την αφυπνίσει από μια γεροντική νοοτροπία υποκρισίας και βολέματος. Η χειμερία νάρκη σπρώχνει τα προβλήματα κάτω απ’ το χαλί, η παράλληλη πραγματικότητα (των πέντε αστραποβόλων Σταρ) δεν μπορεί να φωτίσει τη σκοτεινή ζωή μας,

Αυτό που χαμηλώνει τη στάθμη της αξίας του βιβλίου είναι ότι η υπόθεση, που στην αρχή απλώνεται πολυπρόσωπα και ποικιλότροπα, δεν ολοκληρώνεται. Έτσι, το έργο φαίνεται να κινείται στα όρια του διδακτισμού, καθώς υποκαθιστά το αφηγηματικό πλαίσιο με σχόλια και λόγια. 

> Ο Πέτρος Βουνισέας γεννήθηκε το 1974 στις αρχές του καλοκαιριού. Η μεγαλύτερή του επιθυμία είναι να εκφράζεται μέχρι την τελευταία του στιγμή χρησιμοποιώντας μελάνι. Αυτό που απλώνουν οι σουπιές γιατί φοβούνται και οι άνθρωποι γιατί δεν θέλουν να φοβούνται πια.
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, January 28, 2019

Λεονάρδο Παδούρα, “Η διαφάνεια του χρόνου”


Ένα άγαλμα της Παρθένου γίνεται αφορμή για μια κλοπή και μερικούς φόνους. Από θρησκευτικό και μυστικιστικό σύμβολο, γίνεται συλλεκτικό κομμάτι και εμπορικό προϊόν.


Leonardo Padura
“La transparencia del tiempo”
2018

Λεονάρδο Παδούρα
“Η διαφάνεια του χρόνου”
μετ. Κ. Αθανασίου
εκδόσεις Καστανιώτη -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Το προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα, οι “Αιρετικοί”, μας άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις, επιβεβαιώνοντας πόσα καλά ισπανόφωνα βιβλία κυκλοφορούν γύρω μας.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ο ήρωας είναι ένας πρώην αστυνομικός, ο Mario Conte, που νιώθει ξοφλημένος, ώσπου ένας παλιόφιλος, ομοφυλόφιλος και συλλέκτης, ο Bobby, του αναθέτει να βρει ένα αγαλματίδιο της Παναγίας της Ρέγλα. Είναι μια καθιστή Παναγία σε μαύρο ξύλο, που του έκλεψε ο φίλος του, ο Raintel, ο οποίος σήκωσε ό,τι είχε στο σπίτι του και εξαφανίστηκε.

Η ιστορία ξεκινά ως αστυνομική έρευνα, αλλά δεν παύει να έχει και κοινωνιολογικές διαστάσεις. Η Havana, μια ετερόκλιτη πόλη, μια αντιθετική κοινωνία, μια αμαλγαματώδης πρωτεύουσα που ζει με τις αντιφάσεις της: “Αυτή η επιβλητική πόλη συνυπήρχε πάντα, σχεδόν τοίχο με τοίχο, με την υποβαθμισμένη επικράτεια όπου ζούσαν ο Νυχτερίδας και η παρέα του: Μαύροι, Κινέζοι, πουτάνες, λούμπεν, προλετάριοι, σαντέρος και νιάνιγος”. Δίπλα δηλαδή στην πλούσια Parque Central απλώνονται παρακμιακές γειτονιές και lumpen συνοικίες. Ο γέρος που αντί για παπούτσια έχει βάλει σακούλες, ο άλλος που παίρνει φθαρμένα ρούχα, τα σουλουπώνει και τα ξαναπουλά φτηνά, ο τρίτος που σκέφτεται να φύγει για τη USA είναι δείγματα μιας εξαθλιωμένης κοινωνίας, η οποία δεν κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα του τουρισμού.

Η Παρθένος της Ρέγλα είναι το κέντρο του μυθιστορήματος. Όχι μόνο επειδή αυτήν ψάχνουν όλοι. Αλλά και επειδή συνοψίζει τη θρησκευτική, μυστικιστική, ιστορική, καλλιτεχνική, οικονομική θεώρηση πολλών ανθρώπων. Για τον καθένα είναι κάτι άλλο. Το ίδιο πολύτιμο ίσως, αλλά κάτι άλλο. Επομένως, ο ένας την αναζητεί για τις προσωπικές αναμνήσεις, αλλά ο άλλος δολοφονεί για την ιστορική της αξία, που μπορεί να μεταφραστεί σε κέρδος. Ο άλλος πιστεύει σ’ αυτό το αγαλματίδιο ως θρησκευτικό σύμβολο κι ο άλλος το εκλαμβάνει ως συλλεκτικό καλλιτέχνημα.

Το μυθιστόρημα δεν τρέχει, ήδη από την αρχή. Τα στοιχεία έρχονται αργά και πολλά γύρω γύρω αναλώνουν τις σελίδες. Είτε επειδή ο Padura θέλησε να βάλει παράλληλα με την αστυνομική υπόθεση το κουβανέζικο περιβάλλον, είτε επειδή άφησε την αφήγηση να κυλήσει αργά, διαβάζουμε αργόσυρτα και δεν εξαπτόμαστε από την ένταση που περιμέναμε.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Ανάμεσα στον αστυνομικό γρίφο και την έρευνα και τις κουβανέζικες νοοτροπίες όπως και τις εκδοχές πρόσληψης του αγάλματος της Παρθένου, η ανάγνωση δεν αποδίδει τα αναμενόμενα.


> Γεννήθηκε το 1955 στην Αβάνα. Έχει εργαστεί ως σεναριογράφος, δημοσιογράφος και κριτικός. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και δοκίμια. Εκείνη όμως που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό είναι η αστυνομική τετραλογία του "Οι τέσσερις εποχές" με πρωταγωνιστή τον ντέντεκτιβ Μάριο Κόντε, στην οποία ήρθαν αργότερα να προστεθούν άλλα δύο βιβλία με τον ίδιο ήρωα, "Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη" (ή: "Η αχλή του χθες") και το "Αντιός, Χέμινγουεϊ". Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ έχει βραβευτεί στην Κούβα, την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Δομινικανή Δημοκρατία και την Αυστρία.
Πάπισσα Ιωάννα


Friday, January 25, 2019

Stefan Zweig, “Μενορά – Το θαμμένο κηροπήγιο”


Η περιπλάνηση του εβραϊκού λαού θα έληγε αν η επτάφωτη λυχνία ξαναγύριζε στον νέο Ναό του Σολομώντα. Κι αυτός ο θρύλος παίρνει στα χέρια του Zweig δραματικές διαστάσεις, με αποτέλεσμα μια απλή υπόθεση να εκτοξεύεται σε τραγική κορύφωση.


Stefan Zweig
“Der begrabene Leuchter”
1937

“Μενορά – Το θαμμένο κηροπήγιο”  
μετ. Μ. Αγγελίδου
εκδόσεις Άγρα -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Ο Zweig είναι ένας μικρός θεός της γραφής. Ο Zweig είναι μια απ’ τις εγγυημένες λύσεις στις οποίες βρίσκω καταφυγή όταν θέλω ένα καλό κλασικό βιβλίο. Και συνήθως δεν με προδίδει.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Η μενορά είναι η επτάφωτη λυχνία, το ιερό σκεύος των Εβραίων, που πρωτοφυλασσόταν στον Ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ. Έκτοτε το έκλεψαν οι Βαβυλώνιοι, αλλά οι Εβραίοι ξαναγύρισαν στη Χαναάν μαζί με τα ιερά κειμήλιά τους, ώσπου δεύτερος άρπαγας, ο Ρωμαίος Titus, λεηλατεί την Ιερουσαλήμ και παίρνει στη Ρώμη μεταξύ άλλων και την επτάφωτη λυχνία.

Η ιστορία του Zweig ξεκινά το 455 μ.Χ., όταν οι Βάνδαλοι με αρχηγό τον Geiserich, εφορμούν στη Ρώμη και, χωρίς να σκοτώσουν κανέναν ή να κάψουν τίποτα, λαφυραγωγούν την πόλη, αρπάζοντας όλα τα πολύτιμα αγάλματα, ψηφιδωτά, σκεύη, κειμήλια, ώστε σαν πειρατές να τα πάνε στην πρωτεύουσά τους την Καρχηδόνα και να τα πουλήσουν μετά ως πλιάτσικο. Έτσι, και το χρυσό κηροπήγιο χάνεται, κηροπήγιο το οποίο θεωρείται ιερό και, όταν αυτό βρεθεί ξανά στην Ιερουσαλήμ, τότε και ο εβραϊκός λαός θα συγκεντρωθεί πάλι στη γενέτειρα γη.

Τελευταίος αυτόπτης μάρτυρας της μενορά ήταν ο εφτάχρονος τότε Veniamin, ο οποίος έζησε ογδόντα ακόμα χρόνια, ώσπου μια πληροφορία βεβαίωνε ότι η επτάφωτη λυχνία μεταφέρθηκε από τον Βυζαντινό στρατηγό Βελισάριο στην Κωνσταντινούπολη. Αποφασίζει λοιπόν να μεταβεί στην Πόλη και να προσπαθήσει να βρει το ιερό σκεύος. Μαζί του ένας εικοσάχρονος νέος, ο Joaquim [κι ένα μικρό αγόρι (το οποίο δεν ξανακούγεται), που θα γίνει ο νέος μάρτυρας-φορέας των εμπειριών που θα ζήσουν ώστε να τις μεταφέρει στις επόμενες γενιές]. Η συνάντηση με τον Ιουστινιανό φέρνει μερικά οφέλη που δεν ικανοποιούν τις προσδοκίες…

Η Επτάφωτη λυχνία συμβολίζει την παράδοση των Εβραίων, που, αν και σκορπίστηκαν σε όλη τη γη, υπάρχει πάντα αυτή ως κέντρο, ως περιφερόμενο κέντρο, το οποίο κάποια στιγμή θα τους συγκεντρώσει όλους στην Ιερουσαλήμ. Έτσι, η αναζήτησή της –κάτι σαν το Ιερό Δισκοπότηρο του Χριστιανισμού- σημαίνει και την επιδίωξη της επανόδου στην προπάτειρα γη, την επανένωση του εβραϊκού λαού στο προγονικό έδαφος. Είναι ένα είδος σιωνιστικού μηνύματος, το οποίο μέσα στο παρελθόν βρίσκει λαβές για να οδηγήσει τους απανταχού Εβραίους στη Γη της Επαγγελίας, απ’ όπου οι άνεμοι της Ιστορίας τους σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το 1937, όταν ο Hitler είναι καθεστώς και ήδη διώκει τους Εβραίους, ο Zweig δίνει ελπίδα μέσα απ’ το σιωνιστικό μήνυμά του ότι η πραγματική ουσία του εβραϊσμού δεν θα χαθεί.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Η ιστορία αυτή καθαυτή μοιάζει απλή και χωρίς τόνο, αν και ο Zweig της δίνει δύναμη, ροή, ορμή πέρα και πάνω απ’ την υπόθεση. Ακόμα περισσότερο. Ο συγγραφέας οδηγεί τον Veniamin να θεωρηθεί σωσίας, που δεν ανταποκρίνεται στον ρόλο του κι έτσι μετατρέπεται σε τραγικό πρόσωπο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η σιωνιστική πρόθεση δεν μένει απλώς ιδεολογία, αλλά προς το τέλος αποκτά έξοχη τραγική διάσταση, δίνοντας στο μυθιστόρημα μορφή δράματος. Το δράμα του εβραϊκού λαού στα χέρια ενός μεγάλου συγγραφέα σαν τον Zweig μετουσιώνεται σε μυθιστόρημα υψηλής έντασης. Και συνάμα επειδή η μενορά ιστορικά χάθηκε, ο συγγραφέας δίνει μια ελπίδα ότι το πραγματικό ποτέ δεν χάνεται κι ότι κρύβεται μέχρι να έρθει η ώρα του.

In2life, 19/12/2018


> Ο πολυταξιδεμένος και πολυγραφότατος Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέννη στις 28 Νοεμβρίου 1881. Ως το 1935 -αν εξαιρέσουμε το πολυάριθμα ταξίδια του στο εξωτερικό- ζει στην Αυστρία (Βιέννη και Σάλτσμπουργκ). Μεταφράζει Βερλαίν, Μπωντλαίρ και Βεράρεν, δημοσιεύει ποίηση ("Ασημένιες χορδές", "Τα πρώτα στεφάνια"), νουβέλες ("Φόβος", "Αμόκ", "Σύγχυση των αισθήσεων" κ.ά.), θεατρικά ("Βολπόνε"), δοκίμια, καθώς και τα περισσότερα έργα μια μεγάλης σειράς βιογραφικών μελετών και λογοτεχνικών πορτρέτων για μεγάλες προσωπικότητες του παρελθόντος ("Τρεις δάσκαλοι: Μπαλζάκ-Ντίκενς-Ντοστογιέφσκι", "Ρομαίν Ρολάν", "Μαρία Αντουανέτα", "Μαρία Στιούαρτ", "Θρίαμβος και τραγωδία του Εράσμου του Ρότερνταμ" κ.ά.). Το 1933, με την ανάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές στη γειτονική Γερμανία, τα βιβλία του Τσβάιχ γίνονται στόχος της ναζιστικής προπαγάνδας. Το 1935 εγκαταλείπει οριστικά την Αυστρία, εγκαθίσταται στο Λονδίνο και το 1940 αποκτά τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1941 φεύγει για τις ΗΠΑ και από κει για τη Βραζιλία. Πικραμένος από τα πολιτικά γεγονότα και από το τέλος της εποχής που περιγράφει στο αυτοβιογραφικό του έργο "Ο χθεσινός κόσμος", αυτοκτονεί μαζί με τη γυναίκα του στις 23 Φεβρουαρίου 1942 στην Πετρόπολη, κοντά στο Ρίο ντε Τζανέιρο.
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, January 21, 2019

Ελένη Γιαννάτου, “Κύριος Πηνελόπη”


Ένα λεκτικό υφαντό, από μια ανυπόμονη Πηνελόπη, είναι νοήμον ή όχι; Γράφεται για να περάσει ένα μήνυμα ή για να είναι το ίδιο το μήνυμα της ξομπλιαστής ύπαρξής μας;


Ελένη Γιαννάτου
“Κύριος Πηνελόπη”
εκδόσεις Κίχλη -2018



Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Σκηνή:
Μου δίνει το βιβλίο ο Πατριάρχης Φώτιος μ’ ένα αμφιλεγόμενο χαμόγελο. Το κάνει συχνά κι εγώ απλώς συγκατανεύω.
Το επόμενο βράδυ τον παίρνω τηλέφωνο.
-Γιατί μου το ’δωσες;
-Διάβασα τέσσερα κεφάλαια και στάθηκα. Είπα να το δει η Ιωάννα.
-Γιατί;
-Ως γυναίκα θα ’πιανες ό,τι δεν βλέπω εγώ. Το style αλλά και…
-Και;
-Είναι διηγήματα ή μυθιστόρημα; Καθένα απ’ αυτά διαβάζεται αυτόνομα ή ως μπίλιες μπιλιάρδου;
-…

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Όπως καταλάβατε, αμηχανία. Οκτώ ενότητες που δεν επικοινωνούν, αλλά συνάμα συνδέονται με μια αόρατη γραμμή που τις διαπερνά. Η λύση για το τι είναι ίσως βρίσκεται στη σελίδα 97. Είναι ένα λογοτεχνικό μοντάζ:
Είχε γράψει ένα μυθιστόρημα, μοντάροντας διάφορα κείμενα από λογοτεχνικά κι επιστημονικά βιβλία, από θεατρικούς και κινηματογραφικούς διαλόγους, από άρθρα, από εγχειρίδια χρήσης, από συστατικά τροφίμων… «ένα μυθιστόρημα-ύμνο στις παρεμβολές και στα ραδιοφωνικά παράσιτα»”.

Αν το καλοσκεφτούμε είναι ένα παλίμψηστο που ενσωματώνει στις μικρές ιστορίες οι οποίες συνδέονται αόριστα λογοτεχνικά κείμενα, κινηματογραφικά films, ζωγράφους, στίχους από τραγούδια, θεατρικά έργα… κι όλα αυτά σε 8 ιστορίες που ψάχνουν να βρουν το νόημα πίσω από τις λέξεις. Ο γείτονας διερευνά την προσωπικότητα του ποιητή, που ζει δίπλα του, ένας καθηγητής στην Κεφαλονιά συγχρωτίζεται με τον παράξενο ζωγράφο Χάρη Ντεσπεράτο, μια καθηγήτρια από την ΑΣΚΤ περιηγείται με τον συνάδελφο στο σχολείο Θωμά, μια άνεργη φιλόλογος, μια τριαντάχρονη πέφτει σε γκρεμό και σκέφτεται έναν καθηγητή, ο άνεργος θείος παίζει με το παιχνίδι του ανιψιού του… Βγάζετε άκρη για τις σχέσεις των προσώπων και των πραγμάτων;

Το αφήγημα είναι ένα δείγμα “Ντοντοϊσμού”. Μια παιγνιώδης κατασκευή συρραφών και παραπομπών. Ένα γεμάτο χιούμορ και παρωδία κείμενο με απρόσμενες συνάψεις και γελοιογραφικά αποδομένες καταστάσεις. Μια κουρελού με ποικίλα νήματα και κουρέλια, ραμμένα μ’ έναν ανατρεπτικό τρόπο. Όλα χωράνε κι όλα αποκλείονται. Ένα χωνευτήρι ιδεών και καρικατουρών που παίζει με τη συγγραφή και με την ανάγνωση.

Η ομηρική Πηνελόπη αποκαθηλώνεται, καθώς δεν μένει πιστή. Η νέα εκδοχή είναι ότι έδιωξε η ίδια τον Οδυσσέα, αφού αυτός δεν μπορούσε να αντέξει τη συνεχή της ενασχόληση με τον αργαλειό. Έτσι αναδεικνύεται σε προστάτιδα των συγγραφέων. Κι αυτοί όλη μέρα (ή νύχτα) ράβουν και ξηλώνουν, γράφουν και σβήνουν σε μια ατέρμονη αναμονή. Περιμένουν τον Godot, τους βαρβάρους ή απλώς την έμπνευση. Συρράπτουν συχνά ετερόκλητα ράκη, συνδέουν ανόμοια κομμάτια υφάσματος, φτιάχνουν ευφάνταστα υφαντά που δεν έχουν νόημα. Νόημα είναι η ίδια η ύφανση. Η ίδια η διαδικασία της γραφής είναι μια ανακύκλωση, μια ευτράπελη χωματερή, απ’ όπου όλα μπορούν να ξαναβγούν με άλλη μορφή.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Κατανοητό το λεκτικό παιχνίδι. Αλλά κάπου χάθηκα και κάπου έχασα το νόημα. Αυτές οι αυτοαναφορικές κατασκευές μερικές φορές είναι τόσο ομφαλοσκοπικές που με αφήνουν στο περιθώριο. Κάπου οι ατάκες φαίνονται ρηχές και σχετικά εξυπνακίστικες, κάπου η όλη σύλληψη πάσχει από την ίδια της τη φύση.


> Η Ελένη Γιαννάτου γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε Θεατρολογία και Κλασική Φιλολογία στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Ο "Κύριος Πηνελόπη" είναι το πρώτο της βιβλίο.
Πάπισσα Ιωάννα