Saturday, October 18, 2014

“Λιβάδια από ασφοδίλι” του Βασίλη Δανέλλη

Το πριν από το λουκέτο, το ξέρουμε. Το μετά; Πώς είναι να ζεις στον δρόμο; Να περιφέρεσαι αξύριστος και συχνά πεινασμένος; Ποια φιλοσοφία ζωής ξυπνά όταν βλέπεις το παγκάκι, τον μετανάστη, το λερωμένο πάτωμα;
 

Καφές σκέτος:
 
Βασίλης Δανέλλης
“Λιβάδια από ασφοδίλι”
εκδόσεις Καστανιώτη
2014


 

            Ο νεαρός δημοσιογράφος που ζει μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη έχει μια ενδιαφέρουσα εμμονή: τον κόσμο των αστέγων που κινείται έξω από την όρασή-μας, που ζει μακριά από την καθημερινότητά-μας και ταυτόχρονα είναι τόσο χαρακτηριστικός. Τον είδαμε στο πρώτο-του έργο “Μαύρη μπίρα”, τον βλέπουμε με άλλο τρόπο και σ’ αυτό. Σε φαντασιακό επίπεδο μπορεί να αντανακλά την ίδια την κρίση, που οδήγησε άλλους στην αυτοκτονία κι άλλους στο περιθώριο, αφού οι τελευταίοι έχασαν σπίτια, περιουσίες και οικογένειες.
            Ο Παντελής, με μια τελική σπρωξιά από την κρίση, χάνει το μαγαζί-του, χάνει το σπίτι-του και εγκαταλείπεται από τη γυναίκα-του Γεωργία, την οποία σκέφτεται συχνά και στη συνέχεια της ζωής-του. Έτσι, μετά τις πρώτες σπασμωδικές κινήσεις, βρίσκεται να κοιμάται σε ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό, όπου γνωρίζει και συσχετίζεται με τον Αλέξη, τον Θοδωρή και τον μυστηριώδη Καθηγητή, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ο τελευταίος είναι καλόβολος, φιλικός με όλους, προσηνής, συγκαταβατικός, πρόθυμος να βοηθήσει, πρόθυμος πάνω απ’ όλα να ακούσει τα βάσανά-τους. Αυτό που προβληματίζει όλους τους άλλους είναι η κρυψίνοιά-του και η απροθυμία-του να αποκαλύψει το παρελθόν-του. Ο Παντελής αποπειράται να αυτοκτονήσει δυο-τρεις φορές και τελικά συνδέεται στενότερα με έναν μικρό μετανάστη, τον Μπασάρ, ο οποίος τον βλέπει με απόλυτη αφοσίωση και σχεδόν υιική αγάπη.
            Η ζωή στον δρόμο είναι διδακτική (όχι διδακτικιστική). Η πείνα, η μοναξιά, η αλληλεγγύη, η λήθη της άλλης ζωής και η αυτάρκεια της τωρινής, η νέα φιλοσοφία για το παρόν και το μέλλον, η αστυνομία, οι μικρές τραγικότητες των άλλων, η ευτυχία και το νέο-της περιεχόμενο, το χαμόγελο ενός παιδιού. Όποιος μπορεί να μπει στα τρύπια παπούτσια ενός άστεγου, ενός περιθωριοποιημένου, θα συγκινηθεί με τον Δανέλλη, θα ευαισθητοποιηθεί μακριά από τη ζεστασιά του καναπέ-του, θα ξαναδεί τι έχουμε και τι δεν εκτιμούμε, τι μας κάνει ευτυχείς και πόσα μάταια είναι πολλά από όσα έχουμε.
            Ωστόσο, παρά τη θέαση του κόσμου από τα κάτω πατώματα, το μυθιστόρημα δεν ολοκληρώνει επιτυχώς τη σύνθεσή-του. Ο ρυθμός είναι άνισος: το κείμενο ξεκινά με πολλά στοιχεία, υπερβολικά φορτωμένο στις πρώτες σελίδες, μέχρι να δώσει στο πιάτο του αναγνώστη όσα θέλει να πει· συνεχίζει με πολύ γρήγορο τέμπο, όταν αφηγείται τη μετάβαση από τη ζωή με τη Γεωργία στη ζωή του άστεγου: εκεί σαν να περνά βιαστικά όσα θα έπρεπε να δοθούν με υπομονή. Κι έπειτα βρίσκει το κανονικό-του βήμα όσο διαρκεί η πολύμηνη πορεία από το παγκάκι στο νεοκλασικό κι από εκεί στο υπόγειο του Σύρου μικρού φίλου-του.
            Κι από την άλλη, στη “Μαύρη μπίρα” η ζωή στο περιθώριο είχε την ανάλαφρη νότα του κλοσάρ, που δεν τον νοιάζει το αύριο, που ζει καλά με το τίποτα, που περνάει λίγο χίπικα, λίγο μποέμικα. Εδώ όμως το εγκαταλελειμμένο σπίτι και η αργόσχολη διάθεση δεν είναι παρά η σοβαρή πλευρά μιας αόρατης για μας ζωής. Κι εκεί το βάρος μιας τέτοιας ατμόσφαιρας δεν είναι όσο θα έπρεπε. Λίγο χαλαρώνει σε πολλά μικρά επεισόδια, καθένα από τα οποία δεν κλιμακώνει τα υπόλοιπα. Λίγο χάνεται μέσα στην τοιχογραφία του ηθικού περιθωρίου, όπου σκηνές, άνθρωποι και περιστατικά συστήνουν ένα κολλάζ χωρίς το συναίσθημα ή την τραγικότητα που θα χρειαζόταν.

[Βρήκα φωτογραφικό υλικό που να ταιριάζει στο περιεχόμενο της βιβλιοπαρουσίασης στους εξής ιστότοπους: astegos-gr.blogspot.com, www.larissanet.gr, www.agelioforos.gr, www.exitnews.gr και www.thermopilai.org]
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, October 16, 2014

“Ταμείο α(ν)εργίας” του Νίκου Γκαμαρλιά

Άνεργος ή άεργος, περιθωριοποιημένος ή αντισυμβατικός; Πώς μπορεί μια απόλυση να λειτουργήσει ως πράξη απελευθέρωσης και όχι ως διάθεση μεμψιμοιρίας;
 

Καφές σκέτος:
Νίκος Γκαμαρλιάς
“Ταμείο α(ν)εργίας”
εκδόσεις Γαβριηλίδη
2014
 

 
            Λένε πολλοί ότι η οικονομική κρίση γεννά πολιτισμό. Ο άνθρωπος μπροστά στο αδιέξοδο αρχίζει να σκέφτεται, να ενεργεί, να ψάχνει έξω και πέρα από τα χρήματα. Ή ότι η συναισθηματική κατάστασή-του και οι υπαρξιακές αναθεωρήσεις-του βρίσκουν διέξοδο στη λογοτεχνία, για να μπορέσει το άτομο να τακτοποιήσει τα του εαυτού-του, τώρα που δεν μπορεί να εκτονωθεί καταναλώνοντας.
            Πάρτε για παράδειγμα τον πρωτοεμφανιζόμενο Νίκο Γκαμαρλιά. Δεν θα ψάξω να βρω αν έζησε την ανεργία που περιγράφει ή να μπήκε στο σενάριο της ζωής για να ορθώσει τον πρωταγωνιστή-του. Αυτό που διαβάζουμε είναι η απόλυση, που του άφηνε την ελευθερία να ζήσει 21 μήνες (τόσο θα έφταναν τα λεφτά-του) χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς πρόγραμμα. Σ’ αυτούς βρήκε φτηνή στέγη, γνώρισε τη Νεφέλη, μπαργούμαν και ναρκομανή, γνώρισε έναν φιλόσοφο της ζωής, τον Ματιέ, και αναζήτησε μακριά από το καθημερινό μαγγανοπήγαδο της ρουτίνας το νόημα μιας άλλης πορείας.
            Δεν ξέρω αν η λογοτεχνία αυτού του είδους είναι ο κατάλληλος χώρος να διοχετεύσει ο Γκαμαρλιάς το βίωμα της ανεργίας και το τραύμα της κρίσης. Και το λέω αυτό γιατί διάλεξε ένα αφηγηματικό είδος, χωρίς όμως ο ίδιος να αφηγείται, επέλεξε ένα είδος που στηρίζεται εν πολλοίς στην πλοκή, χωρίς ο ίδιος να έχει καταστρώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο γραφής. Το “Ταμείο α(ν)εργίας” είναι πιο πολύ μεγάλοι μονόλογοι και λιγότερο δράση, στοχασμοί και φιλοσοφίες πάνω στο νόημα της ζωής, που μας διαφεύγει μέσα στην καθημερινότητα, παρά χαρακτήρες, συγκρούσεις, δραματικότητα, όλα αυτά δηλαδή που διαμορφώνουν την πλοκή. Στην πεζογραφία το “μήνυμα” παράγεται μέσα από το δραν και όχι μέσα από το λέγειν.
            Για όλους αυτούς τους λόγους είδα ένα κείμενο-καταγγελία, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για να δείξει πώς ένας ντόμπρος, ευθύς, ειλικρινής με τον εαυτό-του άνθρωπος πηγαίνει, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, ενάντια στο σύστημα, ενάντια στη “μαμά-μηχανή” που καλουπώνει τα παιδιά-της. Πρόκειται για ένα είδος μανιφέστου, το οποίο στηρίζεται σε ελάχιστα αισθητικές βάσεις και σε ελάχιστα ολοκληρωμένη πλοκή με συγκρούσεις και με ανατροπές.

[Φωτογραφίες ελήφθησαν από τα: www.gabankruptcylawyersnetwork.com, www.alfavita.gr, www.ndtv.com και schoolstarttime.org]
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, October 14, 2014

“Είμαστε ακόμα εδώ” του Δημήτρη Γιατρέλλη

Η τρομοκρατία ως θέμα δεν έχει τύχει εκτενούς ανάλυσης στη λογοτεχνία-μας, παρότι επιπολάζει στη ζωή και στα μέσα. Ψάχνω να βρω κείμενα γύρω από αυτήν και μένω σε ψίχουλα. Ο εκ Λέσβου καταγόμενος συγγραφέας βάζει τους ήρωές-του να εφάπτονται με την τρομοκρατία, αν και περισσότερο τον ενδιαφέρει η προσωπική-τους ψυχογράφηση μέσα στα προβλήματα του βίου-τους.
 

Mytilino:
Δημήτρης Γιατρέλλης
“Είμαστε ακόμα εδώ”
εκδόσεις Ωκεανίδα
2014
  


 

            Πριν από τρία χρόνια ο Δημήτρης Γιατρέλλης μου έστειλε το βιβλίο-του ονόματι “Το τραγούδι του κούκου”,  που είχε ενδιαφέρουσα πλοκή και στρωτή αφήγηση. Τώρα ο συγγραφέας, αδιόρθωτος αφού μου ξαναστέλνει έργο-του, έρχεται ξανά στο λογοτεχνικό προσκήνιο με το “Είμαστε ακόμα εδώ” σε νέο εκδοτικό οίκο. Η Anagnostria μάλιστα, παραλήπτρια κι εκείνη του βιβλίου, μίλησε θετικά γι’ αυτό.
            Το βιβλίο έχει δυο τρία θεματικά κέντρα, σφηνωμένα σε ισάριθμα, ίσως λίγο περισσότερα, κεντρικά πρόσωπα. Ο Νίκος Πολίτης ανησυχεί για τη δουλειά-του, η Ελένη Καμπά δοκιμάζεται ως υποψήφιο μέλος σε μια τρομοκρατική οργάνωση, ο Βασίλης Σγουρός είναι αστυνόμος που διερευνά την τρομοκρατία, ο Σωτήρης Ιωάννου είναι ηγετική μορφή της τρομοκρατικής ομάδας… Τα θέματα, όπως φάνηκε, απλώνονται σε ένα ευρύ πεδίο με κέντρο όμως την τρομοκρατία και τη δυνατότητα που δίνει να ξεφύγει κανείς από τα προσωπικά-του αδιέξοδα. Η τρομοκρατία ως κοινωνική λύση ή μάστιγα δεν πολυερευνάται, αφού, απ’ ό,τι φαίνεται, κάθε πρωταγωνιστής παλεύει να ξεφύγει από ένα παρελθόν που τον δεσμεύει και μάχεται, με θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους, να ξαναδεί τον κόσμο και τη ζωή-του.
            Άρα, προσπερνάμε το θέμα “τρομοκρατία” και εστιάζουμε στα συμπλέγματα των προσώπων. Για να το πετύχει αυτό ο Γιατρέλλης, κάνει συχνές αναδρομές, τόσο για να δείξει το παρελθόν των χαρακτήρων και τα τραύματα που τους σημάδεψαν όσο και για να καταδείξει τις μεταξύ-τους σχέσεις. Νομίζω ότι αυτή η ειδολογική αμφιταλάντευση, ανάμεσα στο πολιτικό και στο ψυχογραφικό, δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαρεί ούτε το ένα ούτε το άλλο.
            Τέλος, θα σταθώ λίγο περισσότερο στη γλώσσα και στο ύφος, γιατί η πολύ φίλη Anagnostria ζήτησε, και με το δίκιο-της, διευκρινίσεις. Αν ο συγγραφέας έχει στο κέντρο της προσοχής-του την ιστορία και όχι την αφήγηση, τότε η λογοτεχνία υποχωρεί μπροστά στη “δημοσιογραφία”. Αν ο συγγραφέας, γράφοντας το βιβλίο-του, στρώνει το χαλί της γλώσσας για να το σκεπάσει με έπιπλα και με ανθρώπους, τότε το χαλί εξαφανίζεται και η λογοτεχνία ωχριά. Ακόμα κι εγώ, που ρίχνω πολύ το βάρος της σκέψης-μου στην υπόθεση, αντιλαμβάνομαι πως από τις πρώτες σελίδες μπορεί κανείς να καταλάβει τη μεγάλη λογοτεχνία (δυνητικά), αν δει το ύφος να στέκεται αυτόνομο και να στιγματίζει το κείμενο. Αν δηλαδή το εντυπώνει στο μυαλό-σου σαν κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό, κομμάτι της συγγραφικής διάνοιας του συγκεκριμένου και μόνο λογοτέχνη.
            Ο Γιατρέλλης συνεχίζει στον ίδιο άξονα με το προηγούμενο έργο-του: μυστήριο, δυσκολίες που οδηγούν σε αλλαγές, ψυχογραφικές παρατηρήσεις για τους ήρωές-του κ.ο.κ. Αν όλο αυτό το υλικό το δούλευε με σκαπάνη και με σμίλη, θα προχωρούσε πέρα από την υπόθεση και τις καμπές-της σε μια πιο αισθητική χρήση του μυθιστορήματος και των ιδεών-του. Τον ευχαριστώ ούτως ή άλλως που με εμπιστεύεται. 

[Συνόδευσα την ανάρτηση με εικόνες που βρήκα στα: latestnewssyria.wordpress.com, www.autoblog.com, styleanorak.com και www.tampabay.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, October 13, 2014

“Το σύνδρομο της Περσεφόνης” του Γιώργου Κώνστα


Γιατί η Ελευσίνα ακόμα και σήμερα γοητεύει με το μυστήριο που κουβαλά από την αρχαιότητα; Και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί λογοτεχνικά μια τέτοια μυστηριακή αίγλη;


Gran Pluto:
Γιώργος Κώνστας
“Το σύνδρομο της Περσεφόνης”
εκδόσεις Δίαυλος
2014




            Το 2008 κυκλοφόρησε ένα μικρό βιβλίο ονόματι “Πλουτώνειο” του θεατράνθρωπου Τάσου Ρούσσου, ο οποίος είναι γνωστός για τα βιβλία-του με κέντρο το φανταστικό (βλέπε Φραπές με παγάκια: Τάσος Ρούσσος). Εκεί, τρεις νέοι, στους οποίους ο έρωτας είναι στόχος, βλέπουν στο πλουτώνειο σπήλαιο της Ελευσίνας οξειδώσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως τερατώδεις μορφές. Φωτογραφίζουν τα τοιχώματα και μέσω των φωτογραφιών ζουν μια μεταφυσική εμπειρία στις απώτατες εποχές του χρόνου, όταν έγινε η τερατομαχία που απολίθωσε τους κακούς. Τώρα όμως επιχειρούν να βγουν…
            Αντίστοιχα, ο θεατράνθρωπος επίσης Γιώργος Κώνστας τοποθετεί το έργο-του, που κι αυτό εντάσσεται στο φανταστικό, στην Ελευσίνα και στις εξαφανίσεις νεαρών γυναικών που σχετίζονται με τη μαγεία του αρχαίου τόπου. Άλλες πάλι πέφτουν σε έναν βαθύ ύπνο, σαν την Έρι που κοιμάται μήνες στο μυθιστόρημα “Τις μικρές ώρες” του Χαρούκι Μουρακάμι. Ανάλογα παραψυχολογικά φαινόμενα νιώθει κι ο Δημήτρης, που δεν αναγνωρίζει τον κόσμο γύρω-του, ενώ το πρόσωπό-του αλλάζει / αλλοτριώνεται κυριολεκτικά και μαγνητίζεται από προορισμούς, όπως ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμικού. Στην πρώτη περίπτωση των εξαφανίσεων αναλαμβάνει δράση ο αστυνόμος Ανάγνου, ενώ στα παραψυχολογικά φαινόμενα ο ψυχοθεραπευτής Οικονομόπουλος. Οι δυο φίλοι θα συνδυάσουν τις δυνάμεις-τους για να βρουν λύση.   Η λύση του μυστηρίου των κοιμισμένων και των εξαφανισμένων κοριτσιών, όπως και των μαγεμένων ανθρώπων που υπνοβατούν ξύπνιοι προς τη θάλασσα προκύπτει από το ελευσίνιο παρελθόν και την επίδραση της Δήμητρας, της Περσεφόνης και του Ίακχου.
            Δεν μπορώ να πω όμως ότι η σύζευξη αστυνομικής και φανταστικής λογοτεχνίας απέδωσε, αφού με άφησε μετέωρο, απορούντα, αμήχανο για το αποτέλεσμα του έργου. Το μήνυμα των ελευσίνιων μυστηρίων επικαιροποιείται στο σήμερα, αλλά δεν έχει να αφήσει κάτι στον σύγχρονο αναγνώστη.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, October 10, 2014

“Ο αριθμός που ήθελε όνομα” της Αγνής Ερωτοκρίτου


Ποια είναι η Αγνή Ερωτοκρίτου; Και πώς ένα ψευδώνυμο έρχεται και ξανάρχεται καθώς διαβάζει κανείς το έργο, αφού η ανωνυμία της αφηγήτριας και η παιγνιώδης γραφή μέσα σε ένα «παιχνιδογράφημα» ερεθίζει και προβληματίζει παρά συγκινεί. 

Freddo cappuccino:
Αγνή Ερωτοκρίτου
“Ο αριθμός που ήθελε όνομα”
εκδόσεις Γαβριηλίδη
2014



Ποια είναι η Αγνή Ερωτοκρίτου; Ποιος είναι αυτός που πίσω από ένα αληθοφανές ψευδώνυμο καταθέτει τις θεωρητικές-του απόψεις και γράφει ένα “περιμυθιστόρημα” εγκεφαλικό και διακειμενικό; Στην αρχή προσανατολίστηκα προς διάφορα ονόματα, πίστεψα ότι ίσως είναι ο ένας ή ο άλλος, αφού πολλές παραπομπές αφορούν στον Σεφέρη, ή ο τρίτος, καθώς ανήκει κι αυτός στο ίδιο πλαίσιο θεωρητικής αντιμετώπισης του μυθιστορήματος, ή ο δείνα, που έχει γράψει κι άλλα έργα με σκόπιμα παιγνιώδες ψευδώνυμο. Τελικά, καταλήγω (σε ένα παιχνίδι της σκέψης) ότι είναι ο Κρητιώτης, αυτός ο ψευδώνυμος συγγραφέας που καταπιάνεται με τον Ροΐδη και τις λαθροπαραπομπές-του, που γίνεται γνωστός με το “Μηνολόγιο ενός απόντος”, που έρχεται πολυπρόσωπος σαν άλλος Πεσόα να πολιορκεί τη λογοτεχνία με ορθόδοξους και ανορθόδοξους τρόπους [Βλ. τη συνέντευξη που του είχα πάρει ΕΔΩ].
Είτε έχω δίκιο είτε όχι, πρόκειται πάλι για έναν/μία συγγραφέα με θεωρητική κατάρτιση, με αναζητήσεις σε άλλα κείμενα, με διακειμενικές παραπομπές και με δοκιμιακό τρόπο γραφής. Η υπόθεση σχεδόν απουσιάζει, αφού στην ουσία έχουμε μια “συγγράφισσα” σε έναν μελλοντικό χρόνο, που δεν έχει όνομα, καθώς την εποχή της Απόρθωσης στην οποία ζει οι άνθρωποι διακρίνονται από έναν αριθμό ιδιοπροσωπίας, ο οποίος μάλιστα αλλάζει από εβδομάδα σε εβδομάδα. Στοχάζεται λοιπόν πάνω στον περιβόητο “θάνατο του συγγραφέα”, όταν το όνομα δεν παίζει κανέναν ρόλο και το ίδιο το κείμενο κυκλοφορεί αδέσποτο και αχειραγώγητο. Έχει υπόψιν-του/της τη Γιασμίνα Χάντρα, που γράφει ως γυναίκα ενώ είναι άντρας, αξιωματικός μάλιστα του αλγερινού στρατού, ή τη Ρόουλινγκ, που έγραψε ένα αστυνομικό με ψευδώνυμο αλλά πούλησε μόλις αποκάλυψε το πραγματικό-της όνομα.
Η σύλληψη του έργου στηρίζεται σε έναν διαρκή εγκιβωτισμό, καθώς με έντονα μαύρα γράμματα εντίθεται μέσα στο συνολικό έργο το μυθιστόρημα που περιέχεται στο βιβλίο που κρατάμε. Η “Αγνή Ερωτοκρίτου” γράφει ένα κείμενο όπου το νούμερο 115272930 (τυχαία αναφορά) συγγράφει ένα αλληγορικό ποίημα και ενδιαμέσως ένα μυθιστόρημα με έντονες αυτοαναφορικές αναφορές. Κι εμείς παρακολουθούμε τις διαδοχικές ερμηνείες που δόθηκαν γι’ αυτό.
Μοιάζει λίγο στο είδος της σύλληψης με “Το ακατέργαστόν-μου” της Αλίκης Ντουφεξή-Pope, όπου η συγγραφέας παίζει με την ταυτότητά-της και βάλλει κατά των ευπώλητων γυναικείων μυθιστορημάτων. Η εναλλαγή ταυτοτήτων, η ώσμωση του πραγματικού με τον μυθοπλαστικό κόσμο, η πλαστοπροσωπία, ο στοχασμός για την συγγραφική δυνατότητα σε μια μεταμοντέρνα κοινωνία που κινείται αμήχανα ανάμεσα στην αξία του κειμένου και στο προφίλ του συγγραφέα είναι βασικά θέματα που πραγματεύονται τέτοια βιβλία.
Επαναλαμβάνω ότι τέτοια παιχνίδια, όσο κι αν με συνεπαίρνουν, όσο κι αν με ερεθίζουν θεωρητικά, όσο κι αν περνάνε το κέλυφος του εγκεφάλου-μου με τις διαπεραστικές βελόνες-τους, είναι λιγότερο λογοτεχνία, είναι λιγότερο συναίσθημα, είναι πολύ λίγο ικανά να διεγείρουν το θυμικό-μου και να με συνεπάρουν συθέμελα.

[Ο πίνακας της κορυφής είναι έργο του PaiVerde με τίτλο “Αυτοποίητο παζλ” (www.paiverde.deviatart.com), οι φωτογραφίες που απλώνονται ανάμεσα στις λέξεις είναι παρμένες από τα: koreabizwire.com & jackmalcolm.com και ο τελευταίος πίνακας ανήκει στον Magritte’s “La Tentative de l’Impossible”]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, October 08, 2014

“Καιρόν ήταν” της Βάσως Νικολοπούλου


Πώς χειρίζεται κανείς το υλικό της ψυχής-του; Πώς το ανασυνθέτει και πώς το εκτονώνει; Πώς στην ουσία το κοινωνεί στους άλλους, αν θέλει βέβαια να περάσει ό,τι ζει, σκέφτεται και αισθάνεται στους αναγνώστες-του;

Αμερικάνικος με άρωμα βανίλια:
Βάσω Νικολοπούλου
“Καιρόν ήταν”
εκδόσεις Εστία
2014




            Καταλαβαίνω ότι πολλοί άνθρωποι έχουν μέσα-τους συσσωρευμένα φορτία έντασης, μια πλημμύρα οργής, ένα φούσκωμα από απωθημένα και πικρίες. Νιώθω ότι η προσωπική ζωή, βγαλμένη από τα οικογενειακά λίκνα ή τις κοινωνικές αντιξοότητες, γεννά τσουνάμια αγανάκτησης ή θυμού, οδύνης ή ηλεκτρισμού. Κύματα φορτισμένης ατμόσφαιρας διασχίζουν το είναι του ανθρώπου και τον κρατούν στην τσίτα μέχρι να τα εκτονώσει. Κι έρχεται τότε η λογοτεχνία να γίνει η βαλβίδα που θα αφήσει όλον τον ατμό να ξεφύγει, ελεγχόμενος αλλά και ορμητικός, οριοθετημένος αλλά και φουριόζος.
            Η συγγραφέας, που τη γνωρίσαμε με τη “Βασιλική”, γυρίζει γύρω γύρω από τον οικογενειακό περίγυρο και τις προσωπικές / γυναικείες εμπειρίες, χωρίς φυσικά να γίνεται ευπώλητη και γλυκερή. Στήνει ένα αφήγημα αποτελούμενο από “μικρές ιστορίες”, όπως τις ονομάζει, από μικρά κεφάλαια πρωτοπρόσωπης αφήγησης, που συστήνουν ένα είδος αναδρομικής αυτοβιογραφίας, χωρίς πραγματολογικά στοιχεία αλλά περισσότερο με αναμνήσεις και στιγμιότυπα ζωής. Σταδιακά οι “μικρές ιστορίες” μετατρέπονται σε “μικρές σκέψεις”, καθώς όλο και περισσότερο πολλαπλασιάζονται τα σχόλια και τα συναισθήματα, περιορίζονται τα γεγονότα και αντικαθίστανται από έναν συναισθηματικό σχολιασμό της ζωής.
Δυστυχώς, η Νικολοπούλου αφέθηκε να παρασυρθεί σε μια ιδιωτική θέαση της ζωής της αφηγήτριας, αφού αποχωρεί όλο και πιο πολύ από το δημόσιο πρόσωπό-της και βουλιάζει στην εσωτερική αναμόχλευσή-της. Δυστυχώς, επαναλαμβάνεται σ’ αυτό που επιχείρησε στο πρώτο-της έργο και αναζητώντας την ανάρτησή-μου είδα ότι δεν ξεφεύγει από τον ψυχικό σχολιασμό και τη βουρκωμένη αυτοψυχογράφηση που έχει επιλέξει ως γραφή. Αν εξαιρέσει κανείς τα μικρά κεφάλαια, ένα είδος αποσπασματικότητας, ο τρόπος που αναμοχλεύει τη ζωή-της είναι ο ίδιος και γι’ αυτό δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο στον αναγνώστη.

[Άντλησα φωτογραφικό υλικό από: www.lavocesociale.it, www.students.ccsu.edu και oulofagypsy.me]
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, October 07, 2014

Δεκαπενθήμερο αφανών συγγραφέων

Ξεκινώ σήμερα ένα δεκαπενθήμερο με κείμενα ανθρώπων που βλέπουν τη συγγραφή ως διέξοδο, ως ερασιτεχνική απόπειρα, ως μεράκι, ασχέτως αν πετυχαίνουν υψηλούς στόχους ή όχι. Κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη γράψει κι άλλα έργα, κάποιοι άλλοι όχι. Μερικοί κέρδισαν μια μικρή δημοσιότητα ως τώρα, άλλοι όχι. Μερικοί έχουν κερδίσει τη θέση-τους σε έναν “μεγάλο” εκδοτικό οίκο, άλλοι σε μικρότερο.
            Δε θίγω εδώ το ύψος της επιτυχίας, αλλά την προσπάθεια να εκφράσουν (ο καθένας με άλλο τρόπο) μια εσωτερική ανάγκη που χτυπά την πόρτα. Άλλος το κάνει με λογοκρατικές τεχνικές, άλλος με τον εξομολογητικό λόγο της καρδιάς, άλλος με την κοινωνική περιδιάβαση. Κι αν τους δίνω σημασία, παρόλο που όποιος έβλεπε το βιβλίο-τους στον πάγκο του βιβλιοπωλείου θα τα προσπερνούσε ελλείψει διαφήμισης, είναι κυρίως επειδή είμαι πεπεισμένος ότι η επίσημη προβολή έργων κινείται σε προκαθορισμένα πλαίσια και σπανιότερα ψάχνει νέες φωνές, που δεν τις συστήνουν οι εκδότες.
            Συντονιστείτε για να σπιντάρουμε…

[Η φωτογραφία κορυφής λήφθηκε από το www.thestar.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, October 04, 2014

“Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο” του Ισίδωρου Ζουργού

Ο 17ος αιώνας χτίζεται πάνω στην επιστήμη που παρελαύνει και στις πνευματικές ζυμώσεις που απλώνονται σε όλη την Ευρώπη, από τη Μεσόγειο του Σουλτάνου μέχρι το Άμστερνταμ των εμπόρων κι από το Λονδίνο της Βασίλισσας έως το Πέτερσμπουργκ του Τσάρου.  

Iced Coffee:
Ισίδωρος Ζουργός
“Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο”
εκδόσεις Πατάκη
2014

 
            Η φράση «Σκηνές από τον βίο…» του τίτλου παραπέμπει τόσο σε συναξάρια αγίων όσο και στο έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού» (1975). Έχουμε λοιπόν έναν άγιο του 17ου-18ου αιώνα που η πρότυπη ζωή-του γίνεται αντικείμενο αφήγησης (επαναφοράς; αποκαθήλωσης; επανερμηνείας;) ή πρόκειται για έναν απλό άνθρωπο που συναξαριάζεται σαν τον Κορδοπάτη του Θανάση Βαλτινού; Έχουμε μήπως έναν αλλόθρησκο, του οποίου η ζωή αξίζει να αποτυπωθεί; ή είναι ένα βιογραφικό παιχνίδι που χαράζει ρότα γι’ αλλού;
            Τελικά, η αρχή του πολυσέλιδου μυθιστορήματος δείχνει ότι πρόκειται όντως για έναν άγιο, έναν υπέργηρο μοναχό στο Άγιο Όρος, τον Ιωαννίκιο, ο οποίος ξεκίνησε ως παιδί-θαύμα από ένα κρυπτο-εβραϊκό περιβάλλον της Κεντρικής Ευρώπης. Ο μικρός Ματίας (Κράις) Αλφοσίνο μεγαλώνει ως μαρράνος, τύποις Χριστιανός αλλά με εβραϊκή κουλτούρα, σε πιλοποιείο της Βασιλείας τον 17ο αιώνα, όταν οι Εβραίοι κρύβονταν για να μην διωχθούν. Την τύχη-του επιχειρούν να καθορίσουν ο πατέρας-του Τομπίας, που τον οραματίζεται εκλεκτό του επερχόμενου Μεσσία, και ο θείος-του Ισαάκ, που θα τον ήθελε μεγάλο επιστήμονα, διάδοχο φωτισμένων πνευμάτων του καιρού-του.
            Το βιβλίο πραγματεύεται (στην αρχή τουλάχιστον) το μοτίβο του περιπλανώμενου Ιουδαίου, καθώς ο μικρός Ματίας ξεκινά από τη γενέτειρα Βασιλεία, αφήνοντας πίσω τη νεκρή μητέρα-του, και κατηφορίζει μέσω των Άλπεων στη Βενετία κι έπειτα στη Θεσσαλονίκη, ξανά στη Βενετία, στην Πάδοβα, την Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο, το Ιάσιο κ.ο.κ. Η εβραϊκή-του ρίζα γρήγορα όμως χάνεται, αφού υιοθετείται από έναν Έλληνα έμπορο, τον Μελισσηνό, και παίρνει το όνομά-του και τύποις τη χριστιανική πίστη. Ένα μυστικό για τους γονείς-του πεταρίζει πάνω από την ιστορία, ενώ δεν λείπουν μικρές σκηνές αντιεβραϊκών εκδηλώσεων, συναντήσεις με ξένες φυσιογνωμίες και μεταφυσικές παρουσίες που δεν εξηγούνται, δείγματα της ιδιαίτερης φύσης του μικρού, που τελικά αναδεικνύεται σε μεγάλο γιατρό. Στα λιμάνια και στις πόλεις που επισκέπτεται, ζει και εργάζεται, κυριαρχεί μια γοητευτική πανσπερμία από Γραικούς εμπόρους έως Μαλτέζους πειρατές κι από Άγγλους καπετάνιους μέχρι Ιταλούς καθηγητές πανεπιστημίου.
            Αν το σκεφτεί κανείς πρόχειρα, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την πορεία ενηλικίωσης του μικρού Εβραίου, που βαπτίζεται σχετικά νωρίς Χριστιανός, ως μαθητεία και το έργο Bildungsroman. Όμως αυτό είναι μια βιαστική εντύπωση, καθώς στο μυθιστόρημα μαθητείας ο ήρωας όχι απλώς μεγαλώνει, όχι απλώς περνά δοκιμασίες και ωριμάζει αλλά αλλάζει σταδιακά και χαρακτήρα. Είναι από τα λίγα μυθιστορηματικά πρόσωπα που εξελίσσονται και δεν μένουν σταθερά, αλλά προσαρμόζονται και διαμορφώνουν συνεχώς το είναι-τους. Στο παρόν μυθιστόρημα, ο μικρός Ματίας, ο μετέπειτα Ματθαίος και όσο σπουδάζει στην Ιταλία ενίοτε και Ματέο, είναι εξ αρχής μια ιδιοφυΐα που δεν χάνει τη σπιρτάδα της σκέψης-του, ενώ η ηθική-του ή ιδεολογική βάση του χαρακτήρα δεν φάνηκε όσο ήταν μικρός και δεν εξελίχθηκε όσο μεγαλώνει. Μια επιφύλαξη στο παραπάνω θα ερχόταν από την απόφασή-του να τελειώσει τη ζωή-του στο Άγιο Όρος… Το μυθιστόρημα ξεκινά από τον Άθω, όπως αρχίζει, σε έναν κύκλο που δένει τα γεγονότα και εξηγεί αυτό που παρουσιάστηκε ήδη από την αρχή.  
Πιο πολύ διαβάζουμε για τον αναβρασμό της επιστήμης τον 17ο αιώνα, ενώ ο Διαφωτισμός ανατέλλει πάνω από την ανθρωπότητα, δίνει ώθηση σε περιστατικά και σκηνές μεταξύ ατομικής ολοκλήρωσης και κοινωνικών ζυμώσεων. Κι ο πρωταγωνιστής εκπροσωπεί το πνεύμα του ορθολογισμού, της παιδείας και της επιστήμης που μάχεται θρησκείες, αλχημείες και αφελείς απόψεις. Ωστόσο εξ αρχής ξέρουμε ότι όλα αυτά θα μείνουν πίσω, καθώς στο τέλος θα προτιμήσει τη μοναστική ζωή, γεγονός που σκιάζει διαφορετικά ό,τι παρελαύνει μπροστά-μας.
            Η ιστορία (τόσο η μυθοπλασία όσο και η Ιστορία) αναπλάθεται από τον Ζουργό όχι μόνο πιστά, με αληθοφανείς πινελιές, με το κατάλληλο κλίμα και τις λεπτομέρειες που ταιριάζουν, αλλά και με την αφηγηματική δεινότητα που είχαμε δει και σε άλλα-του έργα, όπως στα «Ανεμώλια». Παρά τις 770 σελίδες, όποτε έπιανα στα χέρια-μου το βιβλίο, δεν αγανακτούσα (εντάξει, υπερβάλλω λίγο, αφού σε μερικά σημεία ένιωθα την κοιλιά), καθώς η ροή των επεισοδίων αλλά και των περιγραφών, το ξεδίπλωμα της ιστορίας και η ιστορική διήγηση έρρεαν σαν τρεχούμενο νερό, ειδικά όσο οι μεταβάσεις και οι εισαγωγές προσώπων γινόντουσαν αβίαστα. Δεν λέω ότι δεν είναι παραφουσκωμένο, αλλά ότι υποβάλλει εν γένει την έννοια της υπομονής και της ιστορικής γοητείας. Η γλώσσα είναι πάντα μεστή, σοφά συνταιριασμένη με ξενικές (κυρίως ιταλικές) λέξεις, που συμβάλλουν ενεργά στην απόδοση της ατμόσφαιρας.

Δείτε και την ανάρτηση της Βιβής Γ. στη lesxianagnosisbiblioudegas, όπου συγκεντρώνονται διάφορες ενδιαφέρουσες εκτιμήσεις για το βιβλίο: 

[Η βιβλιοπαρουσίαση πρωτοδημοσιεύτηκε στις 8/7/2014 στο In2life  αι κοσμήθηκε με εικόνες που αντλήθηκαν από: www.euratlas.net, www.geschichteinchronologie.ch, old-map-blog.com, placessavvy.blogspot.gr, historysheroes.e2bn.org και b-womeninamericanhistory17.blogspot.gr, για τον πίνακα του Jan Steen "Η επίσκεψη του γιατρού"]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, October 01, 2014

ΝΟΜΠΕΛ Λογοτεχνίας 2003: John Maxwell Coetzee

“Περιμένοντας του βαρβάρους”

“Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;” Ή μάλλον, τι θα γένουμε εμείς που γίναμε βάρβαροι; Οι άλλοι είναι οι κακοί –ωραία προπαγάνδα!-, ενώ στην πράξη εμείς εκβαρβαριζόμαστε και μετατρέπουμε την κοινωνία, τη δυτική κοινωνία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων!, σε αυταρχικό καθεστώς περιορισμών και μονολιθικής διακυβέρνησης.
 

Μπάλες σοκολάτα:
John Maxwell Coetzee
“Waiting for the Barbarians”
Penguin Books
1982
“Περιμένοντας του βαρβάρους”
μετ. Μ. Φραγκόπουλος
εκδόσεις Μεταίχμιο
2013

 
            Ο καβαφικός τίτλος και ο θάνατος του Νέλσον Μαντέλα κάνουν το βιβλίο του νομπελίστα συγγραφέα επίκαιρο. Ποιοι είναι οι βάρβαροι σε μια εποχή (αρχές δεκαετίας του ’80), κατά την οποία το απαρτχάιντ καλά κρατεί; Ποιοι είναι οι βάρβαροι, όταν ο Μαντέλα είναι φυλακισμένος μέχρι το 1982 στο Robben Island και κατόπιν, μέχρι το 1989, στη φυλακή Pollsmoor; Ποιοι είναι οι βάρβαροι και ποιοι οι πολιτισμένοι εντέλει (σήμερα);
            Ο αφηγητής είναι ο πολιτικός διοικητής μιας μικρής περιοχής κοντά στα σύνορα μιας ανώνυμης Αυτοκρατορίας, εκεί στα τέλη της προτεχνολογικής εποχής. Στην αρχή, είναι ένας Πόντιος Πιλάτος που βλέπει τη βίαιη ξενοφοβική συμπεριφορά της κεντρικής εξουσίας, αλλά δεν μπορεί ανοιχτά να κάνει κάτι δραστικό. Όταν μάλιστα φτάνει στην περιοχή του ο στρατιωτικός διοικητής Τζολ, που επιχειρεί επιδρομές στα χωριά των “βαρβάρων”, πιάνοντας αιχμαλώτους και βασανίζοντάς-τους, αυτός ανησυχεί και προσπαθεί να δείξει το ανθρώπινο πρόσωπό-του. Ο ίδιος ο αφηγητής, από διάθεση συμφιλίωσης(;), από θέληση για εξιλέωση(;), μπαίνει στη γη των “βαρβάρων” και προσπαθεί να έλθει σε επαφή μαζί-τους… Κι έπειτα, γίνεται το θύμα της αυτοκρατορικής πολιτικής, που θεωρεί προδότες όποιους δεν στοιχίζονται με τις τακτικές-του.
Η Αυτοκρατορία δεν κατονομάζεται, αν και όλοι μπαίνουμε αμέσως στο αλληγορικό κάτοπτρο που δείχνει την ίδια την Νότιο Αφρική, έστω κι αν δεν μιλάει για ρατσισμό, έστω κι αν το χιόνι και οι αντίξοες συνθήκες δεν συνάδουν με την έρημο και τα ξερά κλίματα. Επομένως, όλοι αναγνωρίζουν πως πίσω από την αλληγορία πολιτισμένοι – βάρβαροι, επήλυδες – ντόπιοι, εμείς – οι άλλοι κ.ο.κ. κρύβεται η καταγγελία ενός ρατσιστικού λόγου, που επιβάλλει την πυγμή και την πρόληψη απέναντι στους απολίτιστους αυτόχθονες.
Ένα βασικό όμως θέμα, που τίθεται παράλληλα ή και πάνω από τον ρατσισμό, είναι η χρήση της εξουσίας. Οι ελευθερίες που έχει κανείς όντας στην εξουσία είναι τέτοιες που δοκιμάζουν το επίπεδο του πολιτισμού-του ανάλογα με το πώς θα τις χειριστεί. Ο διοικητής μπορεί να κάνει πολλά κι όμως επιλέγει να δείξει ανθρωπιά, μπορεί να εκμεταλλευτεί τη θέση-του και να επιβληθεί, αλλά αυτός αναρωτιέται συνεχώς για τα όριά-του. Ακόμα και οι σεξουαλικές-του σχέσεις με μια ντόπια, που την μετατρέπει σε παλλακίδα-του, ή οι επισκέψεις στον οίκο ανοχής της πόλης αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την αρχή που έχει και τη χρήση της ελευθερίας που του αφήνει η εξουσία σε ντόπιους και γυναίκες. Κι αυτήν την ελευθερία που χειρίζεται ο επίτροπος δίνει και στην αιχμάλωτη ιθαγενή, στην οποία επιτρέπει να ακολουθήσει τους άλλους αυτόχθονες, εφόσον κι η ίδια το θέλει.
Όταν ο ίδιος χάνει την ελευθερία-του, επειδή η Αυτοκρατορία τον κατηγορεί για εσχάτη προδοσία και συναλλαγή με τους βαρβάρους, ομολογεί πως δεν είναι ήρωας. Είναι ένας απλός άνθρωπος που θέλει να ζήσει, αλλά συνάμα πίστευε και πιστεύει πως μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς, αναγνωρίζοντας και στους άλλους (στους βαρβάρους) τα δικά-τους δικαιώματα.
Το βιβλίο του Κουτσί είναι μια αλληγορία μετα-αποικιακής λογικής, η οποία δείχνει πώς αντιμετωπίζουν οι πολιτισμένοι τους απολίτιστους (κι οι δυο λέξεις σε εισαγωγικά), στοιχείο που αποκαλύπτει τελικά τι είναι πολιτισμός και ποιος από τους δύο είναι πολιτισμένος. Η ηγεμονιστική πολιτική της Αυτοκρατορίας (ξεφεύγει από την περίπτωση της Νοτίου Αφρικής και παίρνει διαχρονική διάσταση) καταδεικνύει πόσο ο πολιτισμός του δυτικού κόσμου είναι εν τέλει γεμάτος απάνθρωπες πράξεις, αλαζονικές συμπεριφορές, ελιτίστικες διαθέσεις. Θυμάμαι τον Κλωντ Λεβί-Στρως, που απέδειξε με ανθρωπολογικές έρευνες ότι η διαφορά που έχουν οι “πολιτισμένοι” από τους “απολίτιστους” είναι πολιτισμική και όχι πραγματική, περιγραφική και όχι αξιολογική. Η εξέλιξη στον τεχνολογικό τομέα δεν πρέπει να παραγκωνίσει τη νοοτροπία, τις αξίες κ.ο.κ., που σε μεγάλο βαθμό είναι κάτι διαφορετικό. Και δυστυχώς αντιλαμβάνομαι όλο και περισσότερο ότι η προηγμένη Ευρώπη και η εκσυγχρονισμένη Αμερική γίνονται όλο και πιο φασιστικές στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας, όχι μόνο των ξένων αλλά και των υπηκόων-τους. 

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 26/2/2014. Το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει την ανάρτηση είναι από: www.intrepidtravel.com, www.prisonmovies.net, www.apartheidmuseum.org, kwekudee-tripdownmemorylane.blogspot.com, frostysramblings.wordpress.com και www.pinterest.com]
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος