Saturday, December 17, 2011

“21 ιστορίες και Το κοράκι” του Edgar Allan Poe

Το κλασικό αντέχει όχι επειδή διδάσκεται και αναμασάται, αλλά επειδή διαβάζεται με προθυμία χρόνια και αιώνες μετά τη συγγραφή-του. Κάτι τέτοιο σημαίνει απλά ότι μπορεί να προσαρμόζεται στις αναγνωστικές συνθήκες κάθε εποχής.
American without sugar:
Edgar Allan Poe
“21 ιστορίες και Το κοράκι
ανθολ. - μετ. – σημειώσεις: Κ. Σχινά
εκδόσεις Μεταίχμιο
2011

            Μέσα στον 19ο αιώνα όπου ο ρομαντισμός σταδιακά υπoχωρούσε, και επέλαυνε, άλλοτε δρομαίος κι άλλοτε φιδοσέρνοντας, ο ρεαλισμός, μέσα στον αιώνα του θετικισμού και της επιστήμης, ο Αμερικανός συγγραφέας Edgar Allan Poe άνοιγε τις στρόφιγγες για είδη και τρόπους γραφής που έμελλαν να τον καταξιώσουν στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και λέω κάτι τέτοιο όχι από σεβασμό στη μουσειακή αξία του έργου-του, αλλά από πραγματικό δέος μπροστά στην ποικιλία, τη φαντασία, τη δουλεμένη πλοκή, την ψυχολογική εμβάθυνση, τη δύναμη της σκέψης κ.ο.κ. που συνάντησα τόσο σε ένα τευχίδιο με τέσσερα διηγήματά-του, που είχα συζητήσει προ καιρού, όσο και τώρα, σ’ αυτόν τον τόμο με σοφά ανθολογημένα και προλογισμένα από την Κατερίνα Σχινά κείμενα που αξίζει να έχει ο οποιοσδήποτε στη βιβλιοθήκη-του.
            Η συγγραφική-του διάνοια απλώνεται καταρχάς σε ιστορίες τρόμου, που θα ονομάζονταν σήμερα θρίλερ, όχι όμως με τη φτηνή αιματόεσσα εικονοποιία του Χόλυγουντ αλλά με την υπαρξιακή, εσωτερική, βαθιά εισελθούσα και ατμόσφαιρα που χτυπά τις χορδές βαθύτερων αισθημάτων ρίγους. Η καρδιά του νεκρού και θαμμένου κάτω από τα ξύλα του πατώματος παππού χτυπάει ακόμα και τρελαίνει τον γιο που τον σκότωσε: μια τέτοια ευφυής ιδέα, που αρδεύει το “Μαρτυριάρα καρδιά”, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της ψυχολογικής εμβέλειας που τα ποεϊκά διηγήματα τρόμου διοχετεύουν στον αναγνώστη.
            Τα έργα-του από την άλλη που σχετίζονται με το φανταστικό έχουν τις ρίζες-τους στο ρομαντικό κίνημα, καθώς ωραίες δεσποσύνες, μεταφυσικά όντα και κλίμα, μοιραίοι έρωτες και συναισθηματικές εξάρσεις στα όρια της τρέλας διαποτίζουν αυτά τα κείμενα. Αντίθετα, τα διηγήματα μυστηρίου, θα μπορούσαμε σήμερα να τα ονομάσουμε αστυνομικά, βασίζονται φαρδιά πλατιά στη Λογική, στη Φιλοσοφία και στην Επαγωγή ως νοητικούς δρόμους από τους οποίους η παρατήρηση και η συνδυαστική ικανότητα οδηγούν απαρέγκλιτα στην επίλυση του μυστηρίου. Ο Πόε, παιδί της εποχής-του, πιστεύει στη δύναμη του νου και στις ατελείωτες δυνατότητες που έχει να μετατρέψει τα απλά αισθητηριακά ερεθίσματα σε συλλογισμούς, που θα εξηγήσουν τις δολοφονίες της Οδού Μοργκ (τύπος αφήγησης του κλειστού δωματίου: ποιος είναι ο δράστης σε ένα έγκλημα που διαπράχθηκε σε κλειστό δωμάτιο;), την εξαφάνιση της Μαρί Ροζέ και πού είναι το κλεμμένο γράμμα, το οποίο είναι φανερά τοποθετημένο σε πλήρη αντίθεση με την κρυψίνου αντίληψη της αστυνομίας. Ο Πόε ανοίγει δρόμους στην αστυνομική αφήγηση εγκαθιστώντας το δόγμα πάνω στο οποίο θα στηριχτεί η μεσοπολεμική αγγλοσαξονική γραφή. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται τα διηγήματα περιπέτειας και επιστημονικής φαντασίας. 
            Ο Πόε μπορεί να δελεάσει τον σύγχρονο αναγνώστη γιατί είναι ακόμα επίκαιρος και διαχρονικά παρών.
[Πρωτοδημοσεύτηκε στο In2life]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, December 14, 2011

Βραβεία Λογοτεχνίας 2011 (για βιβλία που δημοσιεύτηκαν το 2010)

Κανονικά τέσσερις είναι οι φορείς που έχουν καθιερώσει ένα βραβείο για τη λογοτεχνική παραγωγή κάθε έτους, καθένας με διαφορετικά κριτήρια και όρους διεξαγωγής. Δυστυχώς τα Κρατικά Βραβεία τα οποία απ’ όσο ξέρω ακόμα δεν έχουν ανακοινώσει τίποτα (νομίζω στις αρχές του 2012 θα βραβεύσουν το 2010!) έχουν αρκετά απαξιωθεί και έχω διαβάσει πολλά για την αναξιοπιστία-τους, τη διαπλοκή, τα αλισβερίσια, τις παρεμβάσεις κ.ο.κ. Από εκεί και πέρα το περιοδικό «Διαβάζω», το περιοδικό «Δέκατα» και το ΕΚΕΒΙ με το βραβείο αναγνωστών συντάσσουν βραχείες λίστες και μετά εκδίδουν το τελικό αποτέλεσμα.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το μυθιστόρημα, για το οποίο έχουμε και από τους τρεις φορείς πλήρη λίστα και βραβείο στο πρώτο:


Φορέας
Βραχεία λίστα
περιοδικό Διαβάζω

- Κώστας Ακρίβος, "Ποιος θυμάται τον Αλφόνς" (Μεταίχμιο)
-Λένα Διβάνη, “Ένα πεινασμένο στόμα” (Καστανιώτης)
-Μάρω Δούκα, "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" (Πατάκης)
-Τάκης Θεοδωρόπουλος, "Το ξυπόλυτο σύννεφο" (Ωκεανίδα)
-Ιωάννα Καρυστιάνη, “Τα σακιά"
(Καστανιώτης)
-Θωμάς Κοροβίνης, "Ο γύρος του θανάτου"
(Άγρα)
-Γιάννης Μακριδάκης, "Ήλιος με δόντια"
(Εστία)
-Αμάντα Μιχαλοπούλου, "Πώς να κρυφτείς"
(Καστανιώτης)
-Σοφία Νικολαΐδου, "Απόψε δεν έχουμε φίλους" 
(Μεταίχμιο)
-Μιλτιάδης Β. Χατζόπουλος, "Ο περατικός"
(Εστία)

Επιτροπή
Ευριπίδης Γαραντούδης
Αλέξης Ζήρας
Κώστας Καρακώτιας,
Κατερίνα Κωστίου, Χριστίνα Ντουνιά, Μανώλης Πιμπλής
Λίζυ Τσιριμώκου
Athens Prize for Literature (περιοδικό Δέκατα)

-Ελένη Γιαννακάκη, “Σναφ” (Εστία)
-Θεόδωρος Γρηγοριάδης, “Ο παλαιστής και ο δερβίσης” (Πατάκης)
-Ιωάννα Καρυστιάνη, “Τα σακιά” (Kαστανιώτης)
-Βαγγέλης Κούτας, “Μια χαραμάδα φως” (Ψυχογιός)
-Ανδρέας Μήτσου, “Ο αγαπημένος των μελισσών” (Καστανιώτης)
-Κώστας Μουζουράκης, ”Φίδια στον σκορπιό” (Καστανιώτης)
-Σοφία Νικολαΐδου, ”Απόψε δεν έχουμε φίλους” (Μεταίχμιο)
-Κλαίτη Σωτηριάδου, “Μπονζάι” (Κέδρος)
-Μισέλ Φάις, “Πορφυρά γέλια” (Πατάκης)
-Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης, ”Αστοχία υλικού” (Μεταίχμιο)

Επιτροπή
Κατερίνα Ζαρόκωστα, Αχιλλέας Κυριακίδης, Γιώργος Μπράμος, Ντίνος Σιώτης,
Χρύσα Σπυροπούλου
Βραβεία Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ

-Μάρω Βαμβουνάκη, “Ο ερωτευμένος Πολωνός”, (Ψυχογιός)
- Μιχάλης Γεννάρης, “Πρίγκιπες και δολοφόνοι”, (Ίνδικτος)
-Θεόδωρος Γρηγοριάδης, “Ο παλαιστής και ο δερβίσης”, (Πατάκης)
-Μάνος Ελευθερίου, “Πριν απ’ το ηλιοβασίλεμα”, (Μεταίχμιο)
-Ισίδωρος Ζουργός, “Ανεμώλια”, (Πατάκης)
-Νίκος Θέμελης, “Η συμφωνία των ονείρων”, (Μεταίχμιο)
-Ιωάννα Καρυστιάνη, “Τα σακιά”, (Καστανιώτης)
-Θωμάς Κοροβίνης, “Ο γύρος του θανάτου”, (Άγρα)
-Γιάννης Μακριδάκης, “Η άλωση της Κωσταντίας”, (Εστίας)
-Πέτρος Μάρκαρης, “Ληξιπρόθεσμα δάνεια”, (Γαβριηλίδης)
-Αμάντα Μιχαλοπούλου, “Πώς να κρυφτείς”, (Καστανιώτης)
-Ιωάννα Μπουραζοπούλου, “Η ενοχή της αθωότητας”, (Καστανιώτης)
-Χίλντα Παπαδημητρίου, “Για μια χούφτα βινύλια”, (Μεταίχμιο)
-Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, “Κι όμως ανθίζει…”, (Μεταίχμιο)
-Μιχάλης Φακίνος, “Η έρημος έρχεται”, (Καστανιώτης)

Επιτροπή
Λέσχες βιβλίων και ανώνυμοι αναγνώστες


Η λίστα με αλφαβητική σειρά:

 
-Κώστας Ακρίβος, "Ποιος θυμάται τον Αλφόνς" (Μεταίχμιο)
-Μάρω Βαμβουνάκη, “Ο ερωτευμένος Πολωνός”, (Ψυχογιός)
-Μιχάλης Γεννάρης, “Πρίγκιπες και δολοφόνοι”, (Ίνδικτος)
-Ελένη Γιαννακάκη, “Σναφ” (Εστία)
-Θεόδωρος Γρηγοριάδης, “Ο παλαιστής και ο δερβίσης” (Πατάκης)   [2]
-Λένα Διβάνη, "Ένα πεινασμένο στόμα" (Καστανιώτης)
-Μάρω Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" (Πατάκης)
-Μάνος Ελευθερίου, “Πριν απ’ το ηλιοβασίλεμα”, (Μεταίχμιο)
-Ισίδωρος Ζουργός, “Ανεμώλια”, (Πατάκης)
-Νίκος Θέμελης, “Η συμφωνία των ονείρων”, (Μεταίχμιο)
-Τάκης Θεοδωρόπουλος, "Το ξυπόλυτο σύννεφο" 
(Ωκεανίδα)
-Ιωάννα Καρυστιάνη, “Τα σακιά” (Kαστανιώτης)                       [3]
-Θωμάς Κοροβίνης, "Ο γύρος του θανάτου" (Άγρα)                   [2]
-Βαγγέλης Κούτας, “Μια χαραμάδα φως” (Ψυχογιός)
-Γιάννης Μακριδάκης, “Η άλωση της Κωσταντίας”, (Εστίας)
-Γιάννης Μακριδάκης, "Ήλιος με δόντια"
, (Εστία)
-Πέτρος Μάρκαρης, “Ληξιπρόθεσμα δάνεια”, (Γαβριηλίδης)
-Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, “Κι όμως ανθίζει…”, (Μεταίχμιο)
-Αμάντα Μιχαλοπούλου, “Πώς να κρυφτείς”, (Καστανιώτης)  [2]
-Ανδρέας Μήτσου, “Ο αγαπημένος των μελισσών” (Καστανιώτης)
-Κώστας Μουζουράκης, ”Φίδια στον σκορπιό” (Καστανιώτης)
-Ιωάννα Μπουραζοπούλου, “Η ενοχή της αθωότητας”, (Καστανιώτης)
-Σοφία Νικολαΐδου, ”Απόψε δεν έχουμε φίλους” (Μεταίχμιο)             [2]
-Χίλντα Παπαδημητρίου, “Για μια χούφτα βινύλια”, (Μεταίχμιο)
-Κλαίτη Σωτηριάδου, “Μπονζάι” (Κέδρος)
-Μισέλ Φάις, “Πορφυρά γέλια” (Πατάκης)
-Μιχάλης Φακίνος, “Η έρημος έρχεται”, (Καστανιώτης)
-Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης, ”Αστοχία υλικού” (Μεταίχμιο)
-Μιλτιάδης Β. Χατζόπουλος, "Ο περατικός" (Εστία)


Μερικά στατιστικά:
1.      Τα μυθιστορήματα που συνολικά κρίθηκαν άξια να συμπεριληφθούν σε μία εκ των βραχείων λιστών είναι 29.
2.      Και στις τρεις λίστες βρέθηκαν «Τα Σακιά» της Ι. Καρυστιάνη, ενώ σε δύο τα: “Πώς να κρυφτείς” της Α. Μιχαλοπούλου, “Ο παλαιστής και ο δερβίσης” του Θ. Γρηγοριάδη, , "Ο γύρος του θανάτου" του Θ. Κοροβίνη και ”Απόψε δεν έχουμε φίλους” της Σ. Νικολαΐδου.
3.      Τελικά το «Διαβάζω» έδωσε το βραβείο στα «Σακιά» της Ι. Καρυστιάνη, τα «Δέκατα» βράβευσε το ”Απόψε δεν έχουμε φίλους” της Σ. Νικολαΐδου και το ΕΚΕΒΙ, δηλαδή οι αναγνώστες, τα “Ανεμώλια” του Ισίδωρου Ζουργού.
4.      Αν τα βραβεία είναι μια πλευρά της περιγραφής ενός έτους, έχουμε σε σύνοψη τα στοιχεία του 2010, όπως διαμορφώθηκαν από κριτικούς, συγγραφείς και αναγνώστες.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, December 12, 2011

“Οικογενειακά εγκλήματα” του Νεοκλή Γαλανόπουλου

Σπαζοκεφαλιά που πλέον περιμένεις υπομονετικά ή ανυπόμονα να λυθεί είναι η κλασική συνταγή της αστυνομικής λογοτεχνίας. Αν δεν αναζητάς πολύ περισσότερα, ο Γαλανόπουλος σου σερβίρει τρεις πολύπλοκες ιστορίες, στις οποίες δεν χάνεσαι αλλά μπαίνεις σταδιακά στο μεδούλι και το τρως μέχρι το τέλος.
Νες πικρός:
Νεοκλής Γαλανόπουλος
“Οικογενειακά εγκλήματα”
εκδόσεις Τόπος
2011

            Από τα προηγούμενα βιβλία-του θεωρούσα τον Νεοκλή Γαλανόπουλο πολύ έξυπνο συγγραφέα, ιδιότητα που χρειάζεται κανείς όταν γράφει κλασική αστυνομική λογοτεχνία. Στην “Παραλλαγή του Γιώργου Δαρσινού” ο πεζογράφος διαβλέπει ότι έχουν εξαντληθεί όλοι οι κλασικοί τρόποι φόνου και όλοι οι πιθανοί και απίθανοι τρόποι σύλληψης του δράστη και γι’ αυτό οδηγεί την υπόθεση στα άκρα. Σε ανάλογο μήκος κύματος στο “Θάνατος από το πουθενά” στήνει ένα ακόμα τέχνασμα, προκειμένου να εξωθήσει τον αναγνώστη έξω από τα αναμενόμενα. Η συγγραφική-του επινοητικότητα ως τώρα έπαιζε με τους όρους του είδους και προσπαθούσε εκ των ένδον να το αλώσει. Αυτές-του οι προσπάθειες ωστόσο αντί να ανανεώνουν το αστυνομικό μυθιστόρημα προδίδουν πιο καθαρά τον κορεσμό-του, τουλάχιστον ως προς τις αφηγηματικές αλχημείες που επιστρατεύονταν από τους πεζογράφους ώστε να αιφνιδιάσουν τον αναγνώστη.
            Στο παρόν τρίτο στη σειρά έργο μυστηρίου που γράφει αλλάζει ελαφρά ρότα. Η εξυπνάδα-του δεν διοχετεύεται μόνο στην επινόηση μιας νέας καλοστημένης εγκληματικής ενέργειας που θα οδηγήσει και σε μια ευφυή αποκάλυψή-της στο τέλος, αλλά σε μια πιο ραφινάτη αναγωγή του είδους σε άλλο επίπεδο με τη χρήση ψυχολογικών και πολιτικών όρων.
            Το πρώτο μέρος αφορά στην προσπάθεια τριών αδελφών (δύο ανδρών και μιας γυναίκας) να διερευνήσουν γιατί αυτοκτόνησε ή μάλλον πώς δολοφονήθηκε ο ναρκομανής αδελφός-τους. Η ιστορία απλώνεται σαν σταγόνα από το πτώμα και το δωμάτιο του νεκρού στις ζωές των τριών αδελφών και στις κρυψίνοες σκέψεις-τους, οι οποίες σταδιακά αποκαλύπτονται σε διαλόγους των δύο. Έτσι μαθαίνουμε ότι ο καθένας από αυτούς υποπτεύεται για διαφορετικούς λόγους τους άλλους δύο κι, όταν ο ένας ενώπιον του άλλου ανοίγουν τα χαρτιά-τους, φανερώνεται μια διαρραγείσα οικογένεια που δεν χαρακτηρίζεται από αλληλεγγύη και αλληλοκατανόηση. Στο τέλος πείθονται ότι μάλλον ο νεκρός αυτοκτόνησε και όλοι καταλαβαίνουν πλέον γιατί…
            Στο δεύτερο μέρος η δολοφονία της συζύγου του αρχηγού ακροδεξιού κόμματος και έπειτα το δυστύχημα στο οποίο περιέπεσε η αδελφή-του εξιχνιάζονται από τον αρμόδιο αστυνόμο. Αφού αποκλείσει τη ληστεία ή τις ιδιωτικές διαφορές, καταλήγει στον δράστη, που κινήθηκε στο πλαίσιο των πολιτικών εκβιασμών και γι’ αυτό δεν επιβίωσε εντέλει από τις υπόγειες διαδικασίες εκκαθάρισης. Η λύσσα όμως του αστυνόμου κορυφώνεται όταν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να αποκαλύψει όσα βρήκε ακριβώς επειδή η πολιτική είναι διαπλοκή, οι παρασκηνιακοί νόμοι είναι απηνείς, η αστυνομία, το πολιτικό σύστημα, η δικαιοσύνη ίσως κ.ο.κ. βρίσκονται σε μια αλληλεξάρτηση που δεν επιτρέπει τις καθαρές λύσεις.
            Το τρίτο μέρος στήνεται πάνω στη βάση του “φόνο σε κλειστό δωμάτιο” και έχει αυτοαναφορικό χαρακτήρα, αφού ένας συγγραφέας εξιστορεί πώς σκοτώθηκε η μητέρα-του μέσα στην κλειστή κουζίνα, πώς σκοτώθηκε ο αδελφός του πατέρα-του και επινοεί ένα καλό σενάριο, κατά το οποίο όλα αποδεικνύονται ενδοοικογενειακά εγκλήματα.
            Η ποιότητα της γραφής του Γαλανόπουλου φαίνεται πλήρως στο πρώτο κείμενο, όπου ο συγγραφέας δεν μένει στην αρτίωση της πλοκής, αλλά δίνει το οικογενειακό και ψυχολογικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναζητούνται από τον αναγνώστη τα αίτια της αυτοκτονίας και όχι ο πιθανός δολοφόνος. Το δεύτερο και το τρίτο κείμενο επανέρχονται σε μια πιο κλασική εκδίπλωση της ιστορίας ως αινίγματος του οποίου αναζητείται η λύση και ο Γαλανόπουλος επιμένει στον ευφυή γρίφο και στην αφηγηματική ανάπτυξή-του.
Προβληματίστηκα πολύ και ομολογώ δεν έβγαλα άκρη με τον χαρακτηρισμό του έργου ως “μυθιστορήματος μυστηρίου”, γραμμένο στο εσώφυλλο του βιβλίου. Και προβληματίστηκα γιατί εγώ βλέπω τρία ανεξάρτητα μεταξύ-τους διηγήματα (ή νουβέλες;), που ναι μεν έχουν ως βάση τα οικογενειακά εγκλήματα του τίτλου αλλά δεν συστήνουν μια ενιαία αφήγηση για να τιτλοφορηθούν «μυθιστόρημα». Πιθανές εξηγήσεις; α) η βάση της ενδο-οικογενειακής εγκληματικότητας διαρθρώνει και τα τρία κείμενα κι αυτό λειτουργεί στο μυαλό του συγγραφέα ως δομικός άξονας, β) κατά το πρότυπο των «Τριών ελληνικών μονόπρακτων» του Θανάση Βαλτινού ο Γαλανόπουλος υποβάλλει την ιδέα μιας συνέχειας από μέρος σε μέρος [ναι, αλλά ποιας;], γ) σε μια εποχή όπου το διήγημα υπολείπεται σε σχέση με το μυθιστόρημα, είναι πιο ελκυστικό να νομίσει ο αναγνώστης ότι θα διαβάσει μια πολυσέλιδη ιστορία παρά τρεις μικρές. 
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, December 10, 2011

“Νέμεσις” του Jo Nesbø

Τι μπορεί να δείξει το βίντεο από τη ληστεία μιας τράπεζας; Τι μπορεί να συμπεράνουν οι αρμόδιοι αστυνόμοι για το προφίλ του δράστη; Και πώς μια αυτοκτονία αποδεικνύεται γρήγορα ότι είναι φόνος;

Κορτάδο:
Jo Nesbø
Sorgenfri
Aschehoug & Co
2002
“Νέμεσις”
μετ. Γ. Αρβανίτη
εκδόσεις Μεταίχμιo
2011
 
            Είναι γνωστό ότι οι Σκανδιναβοί έχουν δημιουργήσει μια αξιοσέβαστη παράδοση στο αστυνομικό μυθιστόρημα, καθώς γράφουν ογκωδέστατα έργα στα οποία η πλοκή, χωρίς να κάνει κοιλιά, προχωρά με σωστές συνάψεις, ενώ δεν λείπουν και οι ψυχολογικές καταβάσεις στον τρόπο σκέπτεσθαι και αισθάνεσθαι των προσώπων.
            Ο Nesbo ακολουθεί τα ίδια μονοπάτια και στήνει ένα κλιμακωτό έργο, όπου η αλληλουχία έως τη διαλεύκανση είναι πάντα προσεκτικά δομημένη. Πριν όμως εξηγήσω πώς διάβασα το κείμενο, σε ποια σκαλιά βρήκα πατήματα για να περάσω, θα ήθελα να σταθώ σε δύο άλλα χαρακτηριστικά. Αφενός, η ψυχολογία αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα αναζήτησης του ενόχου, αφού το ψυχολογικό προφίλ με εξειδικευμένους αστυνόμους και πεπειραμένους ψυχολόγους είναι αναγκαίο για να γίνει αντιληπτή η όλη-του προσωπικότητα και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο οργανώνει τις ληστείες, ο τρόπος με τον οποίο δρα, το «γιατί» του φόνου κ.ο.κ., στοιχεία που θα οδηγήσουν με πιο ασφαλή βήματα στην ανακάλυψή-του. Αφετέρου, η αρχή του μυθιστορήματος ξαφνιάζει γιατί βλέπεις τη δράση κι έπειτα ανακαλύπτεις ότι είναι η κάμερα ασφαλείας της τράπεζας που σου τη δείχνει. Ανακαλύπτεις πώς ο αστυνόμος παρακολουθεί την κάμερα, η οποία παρακολουθεί τον δράστη, για να μπεις στην οπτική γωνία αλά ρώσικη κούκλα όπου η μία περιλαμβάνει την άλλη. Βέβαια, τέτοια κολπάκια δίνονται μόνο για προδόρπιο κι ακολουθεί η συνηθισμένη ρεαλιστική αφήγηση, με λίγο κινηματογραφικό σασπένς, που δρομολογεί γεγονότα, ενδείξεις και συλλογισμούς.
            Και τώρα η πλοκή, που θα μπορούσε να θεωρηθεί μια κυκλική σκυταλοδρομία, αφού οι επιμέρους υποθέσεις κλείνουν κι ανοίγουν εναλλάξ:
Gypsy Woman
1886
του Nikolay Yarosenko
1.      Ένας μασκοφόρος ληστής κτυπά τράπεζες, σε μία από τις οποίες σκοτώνει την ταμία. Την υπόθεση αναλαμβάνει, πέρα από τον ευρύτερο σχεδιασμό, ο Χάρι Χόλε και η Μπέτε Λεν. Ο πρώτος είναι ιδιαίτερος, μονόχνοτος και προπαντός μέθυσος, στοιχείο που του έχει δημιουργήσει κατά καιρούς σημαντικά προβλήματα, ενώ η δεύτερη είναι εξαιρετικά καλή στην ανάλυση των βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας.
2.      Μια τσιγγάνα η Άννε Μπέτσεν σκοτώνεται στο σπίτι-της, θάνατος που στην αρχή θεωρήθηκε αυτοκτονία. Ο Χάρι Χόλε ψάχνει άτυπα την υπόθεση, επειδή είχε περιστασιακές σχέσεις μαζί-της και παίρνει χρήσιμες πληροφορίες από τον κατάδικο Ρόσκαλ Μπάξτερ, θείο της νεκρής και μέλος κυκλώματος μαφίας που δρα στη Νορβηγία.
3.      Η υπόθεση υπ. αρίθμ. 1 επιλύεται, καθώς ο κουνιάδος της ταμία, ο Λεβ Τόρντε, συχνά ύποπτος για ληστείες τραπεζών κρίνεται ένοχος, καθώς σκότωσε την νύφη-του, επειδή τον αναγνώρισε. Οι αστυνόμοι φτάνουν ως τη Βραζιλία όπου διέμενε, για να τον βρουν εντέλει νεκρό.
4.      Στην υπόθεση υπ. αρίθμ. 2 ο Χάρι Χόλε βρίσκει τη λύση του εγκλήματος στο πρόσωπο του Άρνε Άλμπου, πλούσιου επιχειρηματία, παντρεμένου με δύο παιδιά, που ήταν εραστής της τεθνεώσας. Πριν προλάβει όμως να τον συλλάβει, ο Άλμπου βρίσκεται νεκρός με μαφιόζικο τρόπο, γεγονός που οδηγεί χωρίς αποδείξεις στον Ρόσκαλ.
Οι υποθέσεις φαίνονται ότι διαλευκάνθηκαν χωρίς κενά και ελλείψεις αλλά ακόμα το βιβλίο έχει πολλές δεκάδες σελίδες. Σταδιακά αποκαλύπτονται στοιχεία που δείχνουν πως οι υποθέσεις είναι ακόμα ανοικτές. Ο Nesbo αιφνιδιάζει τον ανυποψίαστο αναγνώστη με δύο τρικ, που είναι σεσημασμένα αλλά συχνά λειτουργούν άρτια. Αφενός, οι υποθέσεις σχετίζονται μεταξύ-τους και δεν κλείνουν τόσο εύκολα όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως και αφετέρου ο ίδιος ο αστυνόμος Χόλε μπλέκεται ως κατηγορούμενος στην υπόθεση, ενώ όλοι ξέρουμε ότι ένοχος είναι ένας άλλος αστυνόμος που κινείται παρασκηνιακά και κερδίζει χρήματα από παράνομες δοσοληψίες.
Η Νέμεσις εκλαμβάνεται ως εκδίκηση και διαδοχές επεισοδίων στηρίζονται πάνω σ’ αυτήν την ερμηνεία. Τελικά, η εκδίκηση κινεί τον κόσμο ή οδηγεί τις κοινωνίες σε νόμιμη απονομή δικαιοσύνης. Το ζήτημα θίγεται αλλά μένει σε δεύτερο πλάνο κι αυτό θα μπορούσε να γίνει το κρυφό ατού που να μετατρέψει το αίνιγμα σε φιλοσοφία.
Ένα μεγάλο αστυνομικό που τρέχει γρήγορα, που ενδείκνυται για το καλοκαίρι, που μπορεί να διαβαστεί και με λιγότερη από την κατά μέσο όρο απαιτούμενη προσοχή.
[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life]
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, December 08, 2011

“Νέμεσις” του Φίλιπ Ροθ

Μια επιδημία στην αφηγηματική βάση μυθιστορήματος έχουμε στο εξαιρετικό έργο του Αλμπέρ Καμύ “Η πανούκλα”, στο οποίο η αρρώστια παίρνει αλληγορικές διαστάσεις και δοκιμάζει τις αντοχές των ανθρώπινων σχέσεων αλλά και τις ψυχικές αντιστάσεις του καθενός.


Αμερικάνικος με γεύση κάστανο:
Philipp Roth
“Nemesis”
2010
Φίλιπ Ροθ
“Νέμεσις”
μετ. Κ. Σχινά
εκδόσεις Μεταίχμιο
2011

            Η “Νέμεσις” αντίστοιχα στηρίζεται στην εξάπλωση της πολιομυελίτιδας σε μια μικρή πόλη της ΗΠΑ το τελευταίο έτος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Φίλιπ Ροθ φαίνεται πως στα τελευταία του βιβλία (ασχέτως της λογοτεχνικής-τους αξίας) στρέφεται σε καθαρά περιγράμματα, δίνει έμφαση στη στρωτή αφήγηση και στην εξέλιξη της πλοκής πάνω σε μια ορατή ιστορία. Ο πρωταγωνιστής-του Γιουτζήν Κάντορ είναι 23 ετών, αμερικανοεβραίος γυμναστής, διευθυντής στο αθλητικό κέντρο της πόλης, που βλέπει μερικά από τα νεαρά παιδιά, τα οποία τον υπεραγαπούν, να πεθαίνουν, ενώ όλη η κοινωνία παρατηρεί, ανίδεη για τα αίτια αλλά και πανικοβλημένη από τις συνέπειες, την ασθένεια να θερίζει αθώα μέλη-της. Στη μέση του βιβλίου ο Κάντορ δέχεται την πρόσληψή-του σε μια κατασκήνωση, όπου βρίσκεται και η μέλλουσα μνηστή του Μάρσια, και φεύγει για τα βουνά.
            Πέρα από την κυρίαρχη απειλή της πολιομυελίτιδας, σταδιακά ορθώνονται μικρότερες καταστάσεις που ενδεχομένως να κυοφορούν κινδύνους, όπως η εκγύμναση των παιδιών στην κατασκήνωση, το ειδυλλιακό τοπίο το οποίο ίσως να μην είναι τόσο ακίνδυνο, ένα σμήνος πεταλούδες που “δεν φόβισαν τους ανθρώπους”. Ο αναγνώστης είναι συνεχώς έτοιμος να διαβάσει για το ατύχημα που θα καταβαραθρώσει τον Κάντορ και τις επιλογές-του.
            Ανάμεσα στις γραμμές της υπόθεσης αναδεικνύονται και οι προβληματισμοί που δίνουν στην ιστορία βάθος. Ο Κάντορ νιώθει τύψεις που δεν μπόρεσε λόγω προβλημάτων όρασης να καταταγεί στον στρατό και να βρεθεί στη Γαλλία ή στον Ειρηνικό ωκεανό, όπου πολεμούν φίλοι-του, ή που δεν έμεινε στο μικροβιοφόρο Νιούαρκ, αλλά έφυγε στα υγιή βουνά του Πόκονο. Κι ενδιαμέσως εγείρονται αμφιβολίες για την καλοκαγαθία του Θεού και τη δικαιοσύνη-του, αφού αθώα παιδιά πεθαίνουν από την αρρώστια ή στέλνονται στο μέτωπο, ενώ άλλοι τυχαία μένουν πίσω σε πιο ασφαλείς περιοχές και συνεχίζουν τη ζωή-τους παραδείσια. Ο ίδιος ο Καντόρ, εν τέλει, μολύνεται και μένει παραπληγικός, χάνοντας πέρα από την υγεία-του την κοπέλα-του, αφού με δική-του απόφαση την αποδέσμευσε, την εργασία-του και την αυτοεκτίμησή-του.
            Η “Νέμεσις” είναι έργο μακράς πνοής, το καλύτερο του Ροθ που έχω διαβάσει, και μάλιστα γραμμένο με απλά υλικά. Είναι έργο μακράς πνοής γιατί καταφέρνει να συμπυκνώσει στις σελίδες-του την τραγωδιακή ένταση και τη διαπάλη με τη μοίρα που συνήθως είναι ανώτερη από τον άνθρωπο, αλλά αυτός πάντα προσπαθεί με ένα τεράστιο «γιατί» να την τιθασεύσει. Ο Κάντορ κατηγορεί αμφίπλευρα τον εαυτό-του που ίσως έγινε το όχημα μετάδοσης του ιού αλλά και τον Θεό που απελευθέρωσε στην ανθρώπινη ζωή την πολιομυελίτιδα, τον πόλεμο, την αναπηρία σακατεύοντας εκατομμύρια ανθρώπους. Εκτός από τη συγκίνηση που αποπνέει, το μυθιστόρημα θέτει την ανθρώπινη όψη του ατόμου, που ηθικά ώριμο επιρρίπτει πρώτα τις ευθύνες στον εαυτό-του, σε μια υπερβολή που όμως γίνεται απόλυτα κατανοητή. Κι εκτός από την ψυχολογία του θύματος που θεωρεί τον εαυτό-του και θύτη, η ευθύνη της Μοίρας (αν μιλάγαμε για την αρχαία Νέμεσι) ή του Θεού, εφόσον μιλάμε με όρους του 20ού/21ου αιώνα, μπαίνει στο παιχνίδι ως ερώτημα με το οποίο αντιπαλεύει αιώνες τώρα το ανθρώπινο πνεύμα.
            Ο Φίλιπ Ροθ με εξέπληξε θετικότατα, αφού εγκατέλειψε τη σεξουαλικότητα της γραφής-του, άφησε κατά μέρος την αναμόχλευση της εβραϊκής-του υπόστασης και καταπιάστηκε μεστά και σε βάθος με ένα πανανθρώπινο θέμα και μάλιστα με όρους αρχαίας τραγωδίας, που δίνουν στο βιβλίο το έρμα εκείνο της υπαρξιακής αναζήτησης που χρειαζόταν.
[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, December 07, 2011

Νέμεσις



Η αρχαία Νέμεσις ήταν μια έννοια που εξειδίκευε την τιμωρία επιβάλλοντάς-την σε όποιον διέπραττε ΥΒΡΙΝ. Πιο συγκεκριμένα, ενώ η ΤΙΣΙΣ ήταν η τιμωρία των ανθρώπων, η ΝΕΜΕΣΙΣ ήταν η τιμωρία των θεών. Έτσι, η νέμεσις αφορά μια άτυπη τιμωρία σε έναν κόσμο όπου αόρατες δυνάμεις καταστρέφουν τον άνθρωπο που υπερέβη τα εσκαμμένα και πρόσβαλε με την αλαζονεία του, τυφλωμένος από την ΑΤΗ, το άγραφο δίκαιο.
        Δύο συγγραφείς τυχαίνει μέσα στο 2011 να μεταφράζονται για τους έλληνες αναγνώστες, με κοινό ανάμεσά-τους τον τίτλο “Νέμεσις” στα έργα-τους. Ένας Αμερικανός, ο πολύς Φίλιπ Ροθ, και ένας Νορβηγός, ο Jo Nesbø, μιλάνε με τελείως διαφορετικό τρόπο και δίνουν ελαφρώς ή πολύ αλλοιωμένη σημασία στη Νέμεσιν.

[Ο πίνακας κορυφής είναι του Alfred Rethel και ονομάζεται "Nemesis" (1837)]
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, December 04, 2011

“Θυμάμαι” της Βασιλικής Πέτσα

Πώς μπορεί να συλληφθεί  η ιδέα του φόνου και μάλιστα από ανήλικες; Πώς μπορεί να εξεταστεί το πώς και το γιατί; Δεν μπορεί, και γι’ αυτό η αφήγηση αναγνωρίζοντας την αδυναμία-της αυτοκατακερματίζεται και διολισθαίνει στην περιφέρεια και όχι στο κέντρο.
Ελληνικός μέτριος στη χόβολη:
Βασιλική Πέτσα
“Θυμάμαι”
εκδόσεις Πόλις
2011

            Η ιδέα είναι απλή και εύχρηστη. Φυσικά δεν την επινόησε η νεαρή συγγραφέας, αλλά την εφάρμοσε με λιτό αλλά πειστικό τρόπο. Η ιδέα στηρίζεται στην άρση της μονοφωνίας του πεζού και η Πέτσα έφτιαξε ένα καλειδοσκόπιο μέσα από το οποίο ο αναγνώστης παρακολουθεί περιμετρικά όλη την ιστορία και κυρίως τις εκτιμήσεις διαφόρων πάνω στο θέμα. Για ποια ιδέα μιλάμε; Μα για 36 μικρά κεφάλαια σε καθένα εκ των οποίων αφηγητής είναι και άλλο πρόσωπο. Όλοι καταθέτουν τα λίγα που ξέρουν ή καλύτερα τα λίγα που έπεσαν στην αντίληψή-τους γύρω από δυο φιλενάδες που σε ένα χωριό σκότωσαν έναν ηλικιωμένο. Κάθε αφήγηση βάζει και ένα κομμάτι παζλ στην επιφάνεια εργασίας αφήνοντας στάλα στάλα να φανεί ολόκληρο το σχέδιο.
            Ο στόχος δεν είναι να διερευνηθεί πώς έγινε το έγκλημα, αφού η αστυνομική διάσταση του θέματος μάλλον μένει στα αζήτητα. Περισσότερο επιδιώκεται να αναλυθεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η επαρχιακή δομή της κοινωνίας, πάνω στην οποία αναφύεται μια νοοτροπία ανθρώπων και στάσεων που περιβάλλει τους στενά εμπλεκομένους, χωρίς να τους γνωρίζει σε βάθος.
            Όσο το διαβάζει κανείς ανακαλύπτει ότι οι αφηγήσεις περιστρέφονται γύρω από το κέντρο του φόνου χωρίς να τον αγγίζουν. Καθένας από τους αφηγητές μιλάει για τη δική-του στάση, για το δικό-του χωραφάκι που ίσως μόλις εφάπτεται με το οικόπεδο του εγκλήματος, με αποτέλεσμα να καλύπτονται πολλοί πόντοι της περιφέρειας αλλά ποτέ αυτό καθεαυτό το γεγονός της δολοφονίας. Πρόκειται για μια εκ-κέντρωση, σύμφωνα με τις αποδομιστικές θεωρίες, όπου το κέντρο είτε δεν έχει σημασία ή ολοένα και αναβάλλεται ως σκοπός, γιατί πολύ απλά δεν είναι η ουσία της αφήγησης. Δεν μας νοιάζει τόσο η πράξη του φόνου αλλά όλες οι μεμονωμένες οπτικές γωνίες ενός μικρού μέρους, το οποίο μόλις και περιστασιακά ρυτιδώνεται από την πτώση μιας πέτρας μέσα στη λίμνη.
            Ποτέ δεν μαθαίνουμε γιατί τον σκότωσαν, αλλά υποθέτουμε πολλά, ποτέ δεν μαθαίνουμε αν τον σκότωσαν, παρά μόνο ότι η φυλακή ήταν η προσωρινή κατάληξη, ποτέ δεν μαθαίνουμε όσα προηγήθηκαν αλλά σχηματίσαμε μια αδρή εικόνα για όσα ακολούθησαν. Η ψυχολογία-τους σκιαγραφείται περιμετρικά αλλά ποτέ κατευθείαν, δίνει με τα ξεφτίδια της αφήγησης παρά από τη ρητή οριοθέτησή-της. Παράλληλα, το χαμένο κέντρο του εγκλήματος γεννά πολλά περιφερειακά στιγμιότυπα που κινητοποιούν κοινωνικούς προβληματισμούς και υπαρξιακές ανησυχίες. Ως πρωτόλειο εξερευνά τον κόσμο της αφήγησης, και μάλιστα της πολλαπλής, δοκιμάζει τις αντοχές της αποσπασματικότητας και της πολυεστιακότητας, ρίχνει τις ποικίλες οπτικές γωνίες για να φωτίσει πιο πολύ τις ίδιες τις ματιές που κοιτάζουν και όχι τόσο αυτό που κοιτάζουν, πετυχαίνει με απλά υλικά (βάλε και την πολυγλωσσία που στίζει κάθε αφηγητή) να δαμάσει εν σμικρώ μια μεγάλη υπόθεση.

[Ευχαριστώ την ίδια τη συγγραφέα και τις εκδόσεις Πόλις για την ευγενική προσφορά του βιβλίου]
[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life]
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, December 01, 2011

“ΤΟ ΦΥΛΛΟ, ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΚΑΙ Τ’ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ” του Βασίλη Βασιλικού

Η δεκαετία του ’60 γέννησε πολλά καλά έργα που άλλαξαν την εικόνα της μυθιστοριογραφίας στην Ελλάδα περνώντας την ίσως για τα καλά σ’ αυτό που ονομάζουμε σήμερα σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα.


Pasta Flora:
Βασίλης Βασιλικός
“ΤΟ ΦΥΛΛΟ, ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΚΑΙ Τ’ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ”
1961

          Η τριλογία απέκτησε, απ’ όσο γνωρίζω, κοινή στέγαση από τυχαίους λόγους, αφού στην αρχή τα έργα ήταν τρεις άσχετες μεταξύ-τους νουβέλες. Το βιβλίο αναδεικνύει το συγγραφικό πνεύμα, κυρίως των πρώτων χρόνων, του Βασιλικού, καθώς φαίνεται η αξία-του σε τομείς όπως η καλοδουλεμένη πλοκή, η ποιητική υποστήριξη, η ζωντανή αφήγηση, η εικονοποιητική περιγραφή, ο καθημερινός στοχασμός κ.ο.κ. Αυτό όμως που συνδέει όλα τα παραπάνω είναι ο λογοτεχνικός αρμός της αλληγορίας, η οποία δημιουργεί το κυμαινόμενο ενδιαφέρον, την αναγνωστική περιέργεια και τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα εξόδου από την καθημερινότητα.
          “Το φύλλο” αναφέρεται στην ιστορία ενός φυτού που τοποθετήθηκε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας και σταδιακά ρίζωσε, μπήκε σε τοίχους και πατώματα, μεγάλωσε, αντρώθηκε και κατέλαβε έτσι όλο το κτήριο. Ο αναγνώστης παρατηρεί τη γιγάντωση του φυτού και προβληματίζεται για το νόημα μιας τέτοιας αληθοφανούς αλλά μαζί και ακραίας, εξωλογικής ιστορίας.
“Το πηγάδι” αναφέρεται στην απόπειρα του Θάνου και της Μαλάμως να αντλήσουν νερό από ένα πηγάδι, το οποίο τελικά αποδεικνύεται στερεμένο. Τελικά, το πηγάδι συνδέεται με μεταφυσικά στοιχεία, ενώ στο τέλος επέρχεται ο αδόκητος θάνατος του Θάνου.
“Τ’ αγγέλιασμα” παρωδεί αφενός τις ιστορίες περί μετά θάνατον ζωής και κυρίως τη στρατιωτική ιεραρχία και πειθαρχία. Οι άγγελοι κατατάσσονται σε λόχους, τάγματα κ.ο.κ. σε μια στρατοκεντρική διάρθρωση, που οφείλει πολλά στη ρομφαία και στη στρατιωτική μορφή των αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ.
Το βιβλίο κέρδισε το βραβείο των 12, το σημαντικότερο βραβείο της εποχής, και πρόσφατα το 1997 γυρίστηκε τηλεοπτική σειρά από τον σκηνοθέτη Δημήτρη Παναγιωτάτο για την ΕΤ1. Οι τρεις νουβέλες ασχολούνται με θέματα όπως την αντίθεση φύσης και αστικού τοπίου, την αναζήτηση ταυτότητας από τον άνθρωπο, την ιεραρχία της κοινωνίας, τη μετά θάνατο ζωή, τον έρωτα κ.ο.κ.
“Το φύλλο” στηρίζεται πάνω στον εξαστισμό που θέριευε την εποχή εκείνη στην Ελλάδα και καταθέτει τους προβληματισμούς του συγγραφέα για τη δυνατότητα της φύσης να καταλάβει με έναν έμμεσο αλλά καταλυτικό τρόπο το τσιμέντο και να υπερβεί την προσπάθεια του ανθρώπου να την παραμερίσει. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Λάζαρος, ο πρωταγωνιστής της νουβέλας, δεν συμβιβάζεται με το κοινωνικό πλαίσιο, στοιχείο που τον φέρνει πιο κοντά με το φυτό, και γενικά προσπαθεί να βρει την ταυτότητά-του, γεγονός που τον κάνει αντικοινωνικό και εν πολλοίς εχθρικό [1].
“Το πηγάδι” κινείται πάνω σε συνεχείς αντιθέσεις που ξεκινούν από τη διαφυλική σχέση άνδρα και γυναίκας, την απλότητα και την πολυπλοκότητα, την άγνοια και τη γνώση, την αγνότητα και την αμαρτία, τη ζωή και τον θάνατο κ.ο.κ. Τελικά, το αδιέξοδο είναι το επιστέγασμα, αφού πολλές συζητήσεις και προτάσεις είναι αδιέξοδες, είναι ατελέσφορες. Το πηγάδι χωρίς νερό συμβολίζει ίσως τη σημερινή ζωή που είναι άδεια, στεγνή, απονευρωμένη [2][3].
“Τ’ αγγέλιασμα” είναι πιο ευχάριστο, πιο χιουμοριστικό, στηριγμένο πάνω στην παρωδία δεδομένων τρόπων ζωής και κοινωνικής πρακτικής. Η ιδέα της ζωής στον άλλο κόσμο παρομοιάζεται με στρατόπεδο, όπου η πειθαρχία συγκρούεται με την ατομικότητα και η ιεραρχία με τη ματαιότητα μιας άλλης ζωής. Ο αναγνώστης χαίρεται το παρωδιακό πλαίσιο, γελά και προβληματίζεται, αναπηδά από τις έξυπνες ιδέες και ψάχνει να βρει το βαθύτερο νόημα στιγμών και επεισοδίων [4].
          Τρεις έξυπνες ιδέες –το πηγάδι λιγότερο- που δουλεύονται αλληγορικά και μπορούν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον αλλά και να προκαλέσουν προβληματισμό και ενδιαφέρον.

[1] Δ. Τζιόβας, “Το Φύλλο του Β. Βασιλικού. Αλληγορία, ταυτότητα και σεξουαλικότητα”, Διαβάζω (517), Απρίλιος 2011, σ. 81-85.
[2] Α. Σαχίνης, Νέοι πεζογράφοι, Εστία, 1984, 3η έκδοση, σ. 183-184.
[3] Α. Κοτζιάς, Μεταπολεμικοί πεζογράφοι, Κέδρος, 1982, σ. 214-215.
[4] Α. Σαχίνης, Νέοι πεζογράφοι, Εστία, 1984, 3η έκδοση, σ. 184-185.
 
Πατριάρχης Φώτιος