Tuesday, September 04, 2007

Διαβάσματα τ' Αυγούστου ΙΙ

Καλή αναγνωστική… χρονιά.

Οι διακοπές του Αυγούστου πολλαπλασιάζουν τα διαβάσματα, αλλά κυρίως προσφέρουν την αργή, ξέγνοιαστη και ανέμελη ανάγνωση. Χωρίς την πίεση του χρόνου, το βιβλίο είναι τρόπος αξιοποίησης των μακρών αναμονών (στην παραλία για μαύρισμα, το μεσημέρι που όλοι κοιμούνται κ.λπ.). Από την 1 Σεπτεμβρίου 2007 ξεκινώ λοιπόν να παρουσιάζω την καλοκαιρινή σοδειά: κάθε δύο μέρες θα αναρτάται και ένα βιβλίο που με συνόδευσε –ευχάριστα ή απογοητευτικά- στην αυγουστιάτικη ραστώνη.

Ανδρέας Μήτσου, Ο κύριος Επιτροπάκης

Γιατί θεωρείται κάτι ιδιαίτερο ο Ανδρέας Μήτσου; Ήδη από τα “Ανίσχυρα ψέμματα του Ορέστη Χαλκιόπουλου” δεν είδα τίποτα που να το θεωρήσω άξιο λόγου. Το ίδιο και εδώ: αρρωστημένη ψυχολογία και ατμόσφαιρα, αδύναμη πλοκή, αυτοστοχασμοί χωρίς νόημα… Ένας άτολμος άνθρωπος διεκδικεί με τον τρόπο του –που μάλιστα ξεπερνάει όσα θα περίμενε κανείς από αυτόν- την γκόμενά του, η οποία τα φτιάχνει με τον εκβιαστή τους. Εντέλει ένα αιματηρό τέλος και μια αμφίβολη διχοστασία για τι ακριβώς συνέβη δεν σώζει την εκτέλεση μιας τραβηγμένης ούτως ή άλλως ιδέας. Κι αν η ιδέα έχει μια κάποια πρωτοτυπία (ερωτικό τρίο χωρίς να υπολογίσουμε τον σύζυγο), ο δήθεν στοχαστικός τόνος αδρανοποιεί οτιδήποτε άλλο, καθώς δεν αναδεικνύει την ψυχολογία των ηρώων, αντίθετα τους βουλιάζει σε μια θολή ατμόσφαιρα νοητικών παλινδρομήσεων.
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, September 01, 2007

Διαβάσματα τ' Αυγούστου Ι

Καλή αναγνωστική… χρονιά.
Οι διακοπές του Αυγούστου πολλαπλασιάζουν τα διαβάσματα, αλλά κυρίως προσφέρουν την αργή, ξέγνοιαστη και ανέμελη ανάγνωση. Χωρίς την πίεση του χρόνου, το βιβλίο είναι τρόπος αξιοποίησης των μακρών αναμονών (στην παραλία για μαύρισμα, το μεσημέρι που όλοι κοιμούνται κ.λπ.). Από την 1 Σεπτεμβρίου 2007 ξεκινώ λοιπόν να παρουσιάζω την καλοκαιρινή σοδειά: κάθε δύο μέρες θα αναρτάται και ένα βιβλίο που με συνόδευσε –ευχάριστα ή απογοητευτικά- στην αυγουστιάτικη ραστώνη.

Αμάντα Μιχαλοπούλου, Πριγκήπισσα Σαύρα

Τελικά άντεξα και το διάβασα όλο. Και λέω άντεξα, γιατί, αν και ήξερα πόσο καθηλωμένη είναι η συγγραφέας στα προσωπικά της βιώματα (και δη στα οικογενειακά), επιχείρησα να δω μήπως μπορεί να ξεφύγει. Εντέλει κάνει ακριβώς το ίδιο με αυτό που βλέπουμε στις επιφυλλίδες της: ο πυρήνας της είναι βιωματικός –κάτι που δεν θα πείραζε αν τον άφηνε γρήγορα πίσω της)∙ αντίθετα, μένει σ’ αυτόν σθεναρά, σαν να μην μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο και αναμασά συνεχώς θέματα της προσωπικής της μυθολογίας (όχι αναγκαστικά αυτοβιογραφικά) και της συγγραφικής της εμπειρίας. Στο “Γιάντες” αυτό απέδωσε, επειδή το συνδύασε με τη μόδα της γαστρονομικής λογοτεχνίας, αλλά κυρίως με τη συγκόλληση ετερόκλητων κειμένων στον βασικό κορμό της αφήγησης. Από εκεί και πέρα –βλέπε π.χ. και τον “Παλιόκαιρο”- η αφήγησή της ανακυκλώνεται χωρίς ο προβληματισμός της να δένει με την όποια υπόθεση. Τις προάλλες ο Β. Χατζηβασιλείου στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (10.8.2007) είχε ακριβώς την ίδια γνώμη.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, August 28, 2007

Ρακή: Νίκος Καζαντζάκης

2007 έτος Καζαντζάκη

Το 2007 έχει οριστεί ως έτος Καζαντζάκη για τα 50 χρόνια από τον θάνατό του. Ο πιο μεταφρασμένος και γνωστός στο εξωτερικό συγγραφέας μας επαναξιολογείται στην προσπάθεια των ειδικών να αντιληφθούν πού οφείλεται η απήχησή του αλλά και να ανασκευάσουν τους μύθους γύρω από το έργο του.
Τα μυθιστορήματά του από καθαρά αισθητικής-λογοτεχνικής άποψης είναι άτεχνα· αυτό ωστόσο δεν τα εμπόδισε να κατακτήσουν το αναγνωστικό κοινό, ειδικά στην εφηβική και νεανική ηλικία, οπότε ο λόγος του λειτουργεί επαναστατικά στην ψυχή των νέων. Πολλές ρήσεις του είναι ανατρεπτικές, ωθούν στην ανάταση και στην επανάσταση, πρώτα βέβαια στην εσωτερική και μετά στην εξωτερική. Τι ακριβώς προσελκύει το κοινό και διατηρεί το έργο του πολύ ψηλά στις προτιμήσεις του;
Ο Καζαντζάκης –υπάρχει μια άποψη γύρω από αυτό- αδιαφόρησε για τον μοντερνισμό που κατέκλυζε τη λογοτεχνία μας ήδη από τον μεσοπόλεμο. Κατά μία εκδοχή δεν τον ενδιέφερε ο μοντερνισμός –και γι’ αυτό δεν επιδίωξε καινοτομίες στα έργα του-, γιατί είχε ένα φιλοσοφικό πιστεύω που ήθελε να το περάσει μέσα από τα μυθιστορήματά του (εφόσον δεν το κατάφερε με την “Οδύσεια” και τα θεατρικά του έργα). Η λογοτεχνικότητα ήταν αδιάφορος στόχος γι’ αυτόν και προτίμησε να ρίξει το βάρος του στην αποτύπωση με παρένθετες ιστορίες, με λόγια-συνθήματα, με στοχαστικούς διαλόγους των φιλοσοφικών του απόψεων, όπως είχαν εκφραστεί λίγο πολύ με την “Ασκητική”. Η μυθιστορηματική πλοκή ήταν το πρόσχημα για να διοχετεύσει στο ευρύτερο κοινό τις ιδέες του, πράγμα που πέτυχε, αδιαφορώντας για τους νεωτερισμούς και τις ρηξικέλευθες αισθητικά τομές.
Θα ακολουθήσουν σ’ αυτό το ιστολόγιο αναφορές (και αναλύσεις) των βασικών έργων του Καζαντζάκη ως συμβολή στον εορτασμό της μνήμης του.

Πατριάρχης Φώτιος
28.8.2007
Υ.Γ. Ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε από την Εκκλησία, όπως πιστεύεται.

Sunday, August 26, 2007

Κονιάκ: Μνημείο αγνώστου …πυροπαθούς





ΠΑΡΝΗΘΑ, Καλαμάκι (Πρόπαν), Νεοχώρι, Λεφόκαστρο και την Αφησο Πηλίου, Μελιβοία Αγιάς, χερσόνησος της Σιθωνίας, «Πέντε βρύσες» Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, Κακοδίκι Χανίων, Νέο Ροεινό και Αμαριανό Αργολίδας, Πόρος, Κιάτο, Χρυσοκελλαριά Κορώνης στη Μεσσηνία, Λυγουριό. Σάμη Κεφαλονιάς, Ελούντα, Ρίζες Ιεράπετρας, Άβδηρα Ξάνθης, Μάτι Ραφήνας, Καραούλι Ελευσίνας, Σέλινο Χανίων, Σκρα του Κιλκίς, Δορκάδα, Άσσηρος, Βελβεντός και Σέρβια Κοζάνης, Πρέσπες και Κρυσταλλοπηγή Φλωρίνης, Αμάραντος Κόνιτσας Ιωαννίνων, Ελαταριά Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, Λακωνία στη θέση Σκουτάρι, Αρχαία Ολυμπία, Ξηρόκαμπος, Εσίμη Έβρου, Οθωνιές, Κορώνη και Ξυγκιά Ζακύνθου, Πελεκανάδα, Βλάση, Μηλιώτι, Μαργέλι και Βλαχόπουλο Μεσσηνίας, Γράμμος, Πισπιλούντα, Πείραμα, Ποταμιά και Κηπουργές Χίου, Σκάλα Κεφαλονιάς, Διακοφτό Αχαΐας, Λιχάδα Ευβοίας, Μεταμόρφωση Μολάων Λακωνίας, Πολίχνιτος Λέσβου, Καλάνδρα Χαλκιδικής, Δερβενοχώρια, Φτέρη Πιερίας, Κοτύλη του Δήμου Νεστορίου, Καρέ, Αμπελάκι και Ακούμια Ρεθύμνου, Κύθνος, Άνω Πλάτανος Ακράτας, Κέρκυρα, Ταΰγετος, Πάρνωνας, Αερόπολη, Λάκκοι Χανίων, Δημαδιό Άρτας, Δίκορφο, Κακόλακκο, και Βροντισμένη Ιωαννίνων, Ίσωμα Καρυών στη Μεγαλόπολη, Σαρακήνα και Ιτέα του Δήμου Βεντζίου Γρεβενών, Ζαχάρω Ηλείας, Καλύβια Αττικής, Χρυσοχώρι Αρκαδίας, Αλιβέρι και Στύρα Ευβοίας, Μελιγαλάς Μεσσηνίας…

Ένα ηλεκτρονικό μνημείο με τοπωνύμια όπου χάθηκαν δάση, χωριά, άνθρωποι… Ένα μνημείο σαν αυτό στην πλατεία Συντάγματος, για να θυμίζει τον ΠΟΛΕΜΟ του 2007 όπου η ίδια η Ελλάδα γονάτισε στις πρωτοφανείς επιθέσεις εμπρηστών και ανεύθυνων. Ένα μνημείο που να μην αφήσει κανέναν να κοιμηθεί ήσυχος αυτό το βράδυ αλλά και όλα τα υπόλοιπα, αν δεν αναδιοργανώσουμε την πυράμυνα της χώρας. Κι αν για τα χιόνια είμαστε δικαιολογημένα ισχνοί, στις πυρκαγιές δεν επιτρέπεται να μην έχουμε ως κράτος, νομαρχίες και δήμοι πλήρη κάλυψη σε μέσα και προσωπικό. Ένα μνημείο για να θυμίζει τους ανώνυμους πυροπαθείς που δεν θα συνέλθουν ποτέ…

Πατριάρχης Φώτιος
26.08.2007

Friday, July 20, 2007

Χυμός καρπούζι. Εντευκτήριο

Το περιοδικό Εντευκτήριο κλείνει 20 χρόνια

Ο Γ. Κορδομενίδης, απ’ όσο ξέρω, είναι η ψυχή, το μυαλό, τα χέρια, τα πόδια του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού Εντευκτήριο. Το περιοδικό αυτό αφιερώνει σελίδες του σε πρωτότυπη δουλειά πεζογράφων και ποιητών αλλά και σε κριτικές για βιβλία της τρέχουσας παραγωγής. Κλείνω το ιστολόγιο για το καλοκαίρι με μια ανάρτηση που αφορά την προσπάθεια αυτή αντιγράφοντας από το μπλογκ του (entefktirio.blogspot.com) τα θέματα του τελευταίου τεύχους:

Ποίηση και πεζογραφία: Στο τεύχος δημοσιεύονται νέα διηγήματα του Θανάση Βαλτινού, του Στρατή Χαβιαρά, του Βασίλη Αμανατίδη, του Γκερτ Χάιντενραϊχ (μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου), της Στέλλας Βογιατζόγλου. Ποιήματα της Μαρίας Καραγιάννη, του Βασίλη Καραβίτη, της Μαρίας Κουγιουμτζή, του Μαρίνο Πιατσόλλα (μετ.: Κρεσέντσιο Σαντζίλιο), του Μάικλ Μαρτς (μετ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ). Ακόμη, μελέτημα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου για την ποίηση του Γιάννη Καρατζόγλου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του Δημήτρη Α. Φατούρου “Δοκίμιο διαπιστώσεων. Σημειώσεις για την κατασκευή των αντικειμένων”
Αφιέρωμα: 14 νέες φωνές: Για δεύτερη συνεχή χρονιά, με το σκεπτικό ότι οι νέοι συγγραφείς αποτελούν, δυνάμει, το καινούριο αίμα, την ομάδα κρούσης της λογοτεχνικής καινοτομίας, το «Εντευκτήριο» παρουσιάζει στο καλοκαιρινό του τεύχος κείμενα νέων ποιητών και πεζογράφων από διάφορες πόλεις της Ελλάδας ή και του εξωτερικού, οι περισσότεροι από τους οποίους δημοσιεύουν για πρώτη φορά. Οι «νέες φωνές» που ξεχώρισε το «Εντευκτήριο» και παρουσιάζει σ’ αυτό το τεύχος του είναι: Ιωάννα Αγιοστρατίτη, Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Άννα Βουγιουκλίδου, Ειρήνη Γκόλτσιου, Δημήτρης Γρηγορίου, Νίκος Ερηνάκης, Νίκος Ζαλαώρας, Χρήστος Μιχαήλ, Φωτεινή Νικολαΐδου, Ευτυχία Παναγιώτου, Πάνος Σαρίφης, Νίκος Τζερμιαδιανός, Χάρης Χρήστου. Οι 4 δημοσιεύουν ποίηση και οι 10 πεζογραφία. Ενδιαφέρουσα είναι και η γεωγραφική κατανομή των «νέων φωνών»: 10 ζουν στην Αττική, 1 στην Κατερίνη, 1 στη Βοιωτία, 1 στην Καστοριά, 1 στο Παρίσι).
Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις: Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις.
Γράφουν οι:
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Γιώργου Kοζία, “Kόσμος χωρίς ταξιδιώτες”
Mισέλ Φάις: Θεόδωρου Mπασιάκου, “Mαύρα μάτια”,
Kατερίνας Hλιοπούλου: “O κύριος Tαυ”
Τιτίκα Δημητρούλια: Γιάννη Kοντού, “Δευτερόλεπτα του φόβου”, Σάββα Mιχαήλ, “Homo Poëticus”
Μαρία Στασινοπούλου: Kοσμά Xαρπαντίδη, “Tα δώρα του πανικού”
Δημήτρης Kόκορης: Xάρη Bλαβιανού, “Ποιον αφορά η ποίηση;” Xρίστου Λάσκαρη, “Ποιήματα”· Παναγιώτη Xατζημωϋσιάδη, “Kαλά μόνο να βρεις”
Λίνα Πανταλέων: Aχιλλέα Kυριακίδη, “Mικρή περιοχή”
Bαγγέλης Tασιόπουλος: Kώστα Pιζάκη, “O κυρίως ναός”
Γεώργιος N. Περαντωνάκης: Eλευθερίας Δημητρομανωλάκη, “H ηγεμονία της ευτυχίας”
Βάνα Χαραλαμπίδου: Mουρατχάν Mουνγκάν, “Oι τρεις καθρέφτες στα σαράντα δωμάτια”
Φίλιππος Φιλίππου: Mαρκ Nτουγκέν, “H κατάρα του Έντγκαρ”
Pένα Σακελλαρίδου: Γιώργου Πίττα, “Σημάδια του Aιγαίου”

Εύχομαι σε όλους καλό καλοκαίρι,
ευχάριστες και νοωφελείς αναγνώσεις
και καλή επιστροφή με γεμάτες τις μπαταρίες.
Πατριάρχης Φώτιος
20.07.2007

Sunday, July 15, 2007

Παραδοσιακός ελληνικός στη χόβολη: Κακούρη

Αθηνά Κακούρη, “Κυνηγός φαντασμάτων”

Ξεκινάς να διαβάζεις το βιβλίο και ανακαλύπτεις έναν παλιομοδίτικο τρόπο γραφής, στατικό κατά βάθος και παρωχημένο. Όλο το κλίμα του μυθιστορήματος αποπνέει ατμόσφαιρα ξεπερασμένη, σκηνικά και τρόπους δράσης που συναντούσαμε στη λογοτεχνία πριν πολλές δεκαετίες.
Κι όντως κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι ήταν πρωτογραμμένο το 1974 και επανεκδίδεται τώρα. Αυτή η πληροφορία αποκαθιστά την τάξη.
Ο “Κυνηγός φαντασμάτων” είναι ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα με μυστήριο, που δημιουργείται από την εμφάνιση φαντασμάτων σε ένα σπίτι στην Κέρκυρα, και στη διάρκεια της εξέλιξης και με φόνο, που στρέφει την προσοχή στην ανακάλυψη του δράστη. Οι υπόνοιες δεν βαραίνουν ένα πρόσωπο, ούτε μεταφέρονται από το ένα στο άλλο, αλλά περισσότερο ο αναγνώστης βλέπει φιγούρες που θα μπορούσαν να έχουν σκοτώσει αλλά και όχι. Ο αφηγητής βρίσκεται στην ίδια άγνοια που κατέχει τους πάντες, ενώ ο αστυνόμος Γεράκης εμφανίζεται αργά και παραμένει στο περιθώριο, χωρίς να κινεί τα νήματα. Φυσικά, στο τέλος το μυστήριο αποκαλύπτεται, χωρίς να αφηγηθεί τη λύση του ο ίδιος ο αστυνόμος, και ο φονιάς συλλαμβάνεται.
Κλασικό αποβαίνει το όλο σκηνικό και στην εξάρτησή του από παρόμοια περιβάλλοντα που συναντάμε στην Αγκάθα Κρίστι και στον Άρθρουρ Κόναν Ντόυλ: παλιά πυργόσπιτα, φαντάσματα και σοφίτες, ασπίδες και παλιά βάζα, Άγγλοι επισκέπτες και ντόπιοι πλούσιοι… Το ελληνικό μυθιστόρημα της εποχής, μεταξύ Γιάννη Μαρή και της σημερινής μορφής του, μιμείται τον αγγλοσαξονικό πρόγονό του αναζητώντας τα πατήματά του. Η Κακούρη καταφέρνει να πλέξει μια αληθοφανή ιστορία, χωρίς κενά και απίστευτα επεισόδια, και στο τέλος τα πάντα εξηγούνται με απλές λογικές σκέψεις.


Πατριάρχης Φώτιος
15.7.2007

Tuesday, July 10, 2007

Καφές στιγμής: Κοσμάς Χαρπαντίδης

Κ. Χαρπαντίδης, “Τα δώρα του πανικού”

Θα μπορούσε να είναι ένα δεύτερο “Διπλό βιβλίο” αλά Δημήτρη Χατζή. Ο Βορειοελλαδίτης συγγραφέας συνθέτει ένα τρίπτυχο μεταξύ του αφηγητή, που είναι δημοσιογράφος-συγγραφέας και επιχειρεί να καταπιαστεί με το ανέκδοτο μυθιστόρημα του Πάνου Ιωσηφίδη, ώστε να ξεκολλήσει από την πνευματική στασιμότητα και ευτοκία. Την έκδοση του έργου εντέλει αναλαμβάνει ένας άλλος “πνευματικός άνθρωπος” της περιοχής, ενώ ο πρωταγωνιστής μας χωρίς το χειρόγραφο εξιχνιάζει την υπόθεση που τροφοδότησε το κείμενο, την ίδια τη δολοφονία του Ομήρου Παναγιωτίδη.
Κι ενώ ο Χαρπαντίδης κρατάει τα αρνητικά του Χατζή, όπως είναι η ασύνδετη συμπαράθεση αφήγησης και ντοκουμέντων ή πολλών επεισοδίων μεταξύ τους, δεν αναβαθμίζει το είδος αυτής της εγκιβωτισμένης αφήγησης με νέους τρόπους και κυρίως με νέα δυναμική. Το κείμενο είναι εν γένει βαρετό, χωρίς να ανανεώνεται το όποιο ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τα χειρόγραφα εντέλει καίονται (συνηθισμένος τρόπος συγκάλυψης) και η ατμόσφαιρα σήψης και παρακμής συνεχίζεται στη ζωή του αφηγητή.
Το μόνο θετικό που μπορώ να κρατήσω κλείνοντας το βιβλίο είναι αυτή η ατμόσφαιρα επαρχιακής μιζέριας και πνευματικής στασιμότητας που επικρατεί στη ζωή της Κομίχλιας. Το πλαστό όνομα της πόλης θυμίζει «ομίχλη», όχι τόσο στον καιρό όσο στην αποτελμάτωση της πολιτιστικής ζωής της πόλης, η οποία συναιρείται στο πρόσωπο λίγων “διανοούμενων” –ο Θεός να τους κάνει- που δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον βάλτο των προσωπικών του κοινοτοπιών και ατομικών ανασφαλειών και αγκυλώσεων. Ο συγγραφέας δίνει στο σύνολο αυτό το κλίμα καθίζησης και πνευματικής αποτυχίας, διαψεύσεων και προσωπικών αδυναμιών, κλίμα που εκτρέφει αρτηριοσκληρωτικούς μεσήλικες και μύχια πάθη που δεν βρίσκουν περιθώριο να ξεσπάσουν.

Πατριάρχης Φώτιος
10.7.2007

Thursday, July 05, 2007

Χυμός μήλο και αχλάδι: συγγραφείς = πνευματικοί άνθρωποι;

Είναι οι συγγραφείς πνευματικοί άνθρωποι;

Βλέπεις έναν συγγραφέα σε τηλεοπτικό πάνελ να συζητάει λ.χ. για τα δάση. Διαβάζεις τη μόνιμη στήλη ενός λογοτέχνη σε εφημερίδα να σχολιάζει την επικαιρότητα. Παίρνουν συνεντεύξεις από πεζογράφους και ποιητές και τους ρωτάνε για τις διεθνείς εξελίξεις. Ο προβληματισμός είναι εύλογος: είναι οι συγγραφείς πνευματικοί άνθρωποι; Ή τελικά είναι κι αυτοί μαϊντανοί που εκτίθενται για να διαμορφώσουν το image τους;
Α΄ άποψη: ο συγγραφέας είναι σκεπτόμενος άνθρωπος που συλλαμβάνει την πραγματικότητα και ήδη –μέσω των βιβλίων του- δουλεύει πάνω σ’ αυτήν, για να ευαισθητοποιήσει πολλές φορές και τον αναγνώστη για όσα συμβαίνουν γύρω του. Τα λογοτεχνικά έργα είναι πεδία καταγραφής και σχολιασμού των τάσεων της εποχής, από τον ρατσισμό ως το life style και από την παγκοσμιοποίηση ως τους άστεγους στην Κουμουνδούρου. Επομένως, και ο συγγραφέας είναι εν δυνάμει διανοούμενος που μπορεί να εκφέρει λόγο και να καταθέσει απόψεις, εξίσου ή και πολύ περισσότερο ίσως από έναν σκηνοθέτη, έναν ποδοσφαιριστή ή έναν τραγουδιστή.
Β΄ άποψη: η συγγραφή ακόμα κι ενός καλού βιβλίου μπορεί να προϋποθέτει φαντασία και γλωσσική ευχέρεια και τίποτα παραπάνω. Πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς ήταν τεχνίτες του λόγου αλλά ανύπαρκτα άτομα ή και άνθρωποι με επιζήμιες ιδέες για την κοινωνία. Ο λογοτέχνης σε ένα πάνελ δεν έχει στην ουσία κανέναν ουσιαστικό ρόλο παρά να συμπληρώσει με το όνομά του τη διαφήμιση της εκπομπής και προσωπικά να προβάλλει τον εαυτό του και όχι τις απόψεις του. Με άλλα λόγια δεν είναι ειδικός -δεν είναι ειδικός όπως και πολλοί άλλοι τους οποίους υφιστάμεθα να αερολογούν- και συνεπώς γίνεται άλλος ένας μαϊντανός που διασύρεται –και διασύρει μαζί του και την έννοια “λογοτεχνία” εξισώνοντάς την με τη δημοσιογραφική τακτική “όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω”.
Ομολογώ ότι θα ήθελα να ακούγονται απόψεις γύρω από τα κοινά από σκεπτόμενους ανθρώπους, αλλά δεν εμπιστεύομαι τους συγγραφείς έξω από τα βιβλία τους. Θα έβλεπα με ενδιαφέρον έναν λογοτέχνη να προβάλλει τη θέση του σε μια συζήτηση, αλλά το πιθανότερο είναι να απογοητευτώ από την κενότητά του, όπως και όλων όσοι εκτίθενται στα κανάλια. Δεν υποβιβάζω τη σύγχρονη νόηση, αλλά η μόδα της εικόνας θέλει συγγραφείς μόνο ως ονόματα-κράχτες και όχι ως σκεπτόμενες φωνές.

Πατριάρχης Φώτιος
5.7.2007

Sunday, July 01, 2007

Καφές καφές: Μαρκ Χάντον



Μαρκ Χάντον, “Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα”

Αυτό το ιστολόγιο με έφερε σε επαφή με προτάσεις βιβλίων τις οποίες οφείλω σε συν-αναγνώστες και σχολιαστές του μπλογκ μου, πράγμα για το οποίο πραγματικά τούς ευχαριστώ. Πιο συγκεκριμένα θα ευχαριστήσω τη Λεία Βιτάλη και την Pellegrina, οι οποίες σύστησαν με καλά λόγια το βιβλίο του Χάντον κι εγώ –ακολουθώντας τις- το διάβασα και το χάρηκα αφάνταστα.
Αφηγείται ένας δεκαπεντάχρονος αυτιστικός νέος, με αποτέλεσμα η σύνολη αφήγηση να διαφέρει πολύ από τη συνηθισμένη με την απλότητα, την ευθύτητα και την ειλικρίνεια με την οποία βλέπει τον κόσμο. Είναι φοβερός στα μαθηματικά, είναι πάντα ειλικρινής, δεν του αρέσει να τον αγγίζουν, του αρέσουν το κόκκινο χρώμα αλλά καθόλου το κίτρινο και το καφέ (εξ ου και ο τίτλος του ποστ). Μέσα από μικρά κεφάλαια βλέπει τον κόσμο διαφορετικά, εντελώς αυθεντικά πέρα από τις συμβατικότητες των άλλων, “φυσιολογικών” βλεμμάτων. Η πραγματικότητα ξαναγράφεται με άλλη ματιά.
Το βιβλίο είναι εν μέρει μαθηματικό, αφού αναλύεται ο μαθηματικός τρόπος σκέψης του αφηγητή-ήρωα, και εν μέρει αστυνομικό, αφού ο νεαρός μας πρωταγωνιστής έχει βαλθεί να ανακαλύψει ποιος σκότωσε τον σκύλο της γειτόνισσάς του. Φυσικά, πρόκειται για μια παρωδία αστυνομικού, με ντετέκτιβ ένα ιδιαίτερο παιδί, με θύμα έναν σκύλο και με μια έρευνα που δεν μπορεί να ανακαλύψει την αλήθεια… Τελικά, όμως την ανακαλύπτει. Σ’ αυτή κρύβονται οι παράξενες σχέσεις των γονιών του, οι σχέσεις τους με τους γείτονες, ο αλλόκοτος κόσμος που μας περιβάλλει ιδωμένος από την αλλόκοτη οπτική του γωνία.
Η προσπάθειά του να πετύχει τον στόχο του τον κάνει πιο δυνατό να ξεπεράσει τον εαυτό του, αφού καταφέρνει να φύγει από το σπίτι του και να φτάσει –σε αναζήτηση της μητέρας του- ως το Λονδίνο. Η δύναμη της θέλησής του είναι τόσο μεγάλη που παρασύρει τον αναγνώστη σε μια πείσμονα προσπάθεια να ξεπεράσει “τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες” που κουβαλάει μέσα του.
Το βιβλίο φωτίζει τους παράξενους διαδρόμους της σκέψης και της θέλησης.
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος
1.7.2007

Thursday, June 28, 2007

1 έτος = 100 καταχωρίσεις

Αδιάφορα βιβλία

Τούτο το ιστολόγιο κλείνει αισίως ένα έτος και 100 με την παρούσα καταχωρίσεις. Δεν θα κάνω απολογισμό τι κέρδισα ή τι προσέφερα. Θα αφιερώσω επετειακά αυτό το ποστ σε όσα βιβλία της χρονιάς που πέρασε δεν βρήκα τίποτα άξιο λόγου, ούτε κρύα ούτε ζεστά, είτε τα ξέθαψα μόνος μου κι απέτυχα είτε τα διαφήμισαν σαν κάτι μεγάλο και δεν βρήκα τον λόγο για κάτι τέτοιο. Αυτά τα χλιαρά βιβλία είναι χειρότερα από τα κακά· στα κακά νευριάζεις, διαφωνείς, έχεις λόγους να κάτσεις και να τα αξιολογήσεις έστω και αρνητικά, να στύψεις τη φαιά ουσία σου για να δείξεις, πρώτιστα στον εαυτό σου, γιατί δεν σου άρεσαν. Τα παρακάτω όμως βιβλία δεν μου έκαναν το παραμικρό κλικ και παρακαλώ όποιον έχει αντίθετη γνώμη να με βοηθήσει να κατανοήσω τι δεν κατάλαβα:
- Ασημένια Σαράφη, “Φεγγαράδα στο δέρμα”: διηγήματα εκ των οποίων, πέρα από το πρώτο που κάτι πήγε να πει, τα υπόλοιπα ήταν στεγνά και άχρωμα.
- Κλαίρη Μιτσοτάκη, “Σωρείτες”: ;;;;;;;;;;;;
- Βασίλης Λαδάς, “Η ασώματη κεφαλή”: μυθιστόρημα που ρέει σε ένα αργό μοτίβο για έναν νέο που δούλευε στο τσίρκο κάνοντας την ασώματη κεφαλή λίγο μετά τον πόλεμο στην Πάτρα. Το διάβασα περιμένοντας αυτό που δεν ήρθε.
- Βασίλης Αλεξάκης, “Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ”: πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία το 1975 και επανεκδίδεται φέτος στα ελληνικά. Ο Αλεξάκης έχει καταξιωθεί στη συνείδησή μου με σπουδαία βιβλία, όπως “Οι ξένες λέξεις” και κυρίως “Η μητρική γλώσσα”. Αυτό το βιβλίο είναι μια παρωδία που ατύχησε, καθώς όλα όσα περιέχει φαίνονται πρόχειρα σαν ένα παιχνίδι χωρίς σκοπό.
- Δημήτρης Γκιώνης, “Χωρίς προστάτη”: μια εγχείριση προστάτη φέρνει στο νοσοκομείο μια πληθώρα συγγενείς και φίλους, οι οποίοι αφηγούνται ιστορίες με φιλοσοφικό και στοχαστικό χαρακτήρα. Ένα κείμενο ασύνδετο, χωρίς υπόθεση, αφορμή για σκέψεις πολύ όμως επιφανειακές και χωρίς υπόβαθρο σε μια στερεή πλοκή.
- Rhys Hughes, “Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας”: ιστορίες κατά τα πρότυπα του Μπόρχες ανδρών που έκαναν φοβερά και τρομερά πράγματα σε απίθανες περιοχές της υφηλίου και σε περιόδους της ιστορίας αρκετά αμφιλεγόμενες. Προς τι η μίμηση και η εξιστόρηση;
- Ντάνιελ Κέλμαν, “Η μέτρηση του κόσμου”: μπεστ σέλλερ στη Γερμανία και σε άλλες χώρες όπου μεταφράστηκε. Οι παράλληλες ιστορίες δύο έξοχων επιστημόνων, του Φον Χούμπολτ και του Γκάους που στα τέλη του 18ου αιώνα “μετράνε” τον κόσμο. Πέρα από την περιπέτεια και την απορρέουσα περιέργεια πού είναι η λογοτεχνικότητα; Ο Κούρτοβικ στην παρουσίαση του βιβλίου δεν μου έδωσε την απάντηση που έψαχνα.
Επομένως, θα διαφωνήσω με τον Reader που παλαιότερα παρακινούσε να αγοράσουμε όσα βιβλία μπορούμε από το παζάρι του βιβλίου, μόνο και μόνο για να τα σώσουμε. Το βιβλίο δεν είναι αυταξία, παρά μόνο αν υπηρετεί την αισθητική ή την όποια άλλου είδους ανύψωση του ανθρώπου.

Πατριάρχης Φώτιος
28.6.2007

Sunday, June 24, 2007

Bαρύ γλυκός και όχι: Νίκος Δαββέτας

Νίκος Δαββέτας “Λευκή πετσέτα στο ρινγκ”

Υπόθεση: ένας δημοσιογραφίσκος αναλαμβάνει να ετοιμάσει ένα αφιέρωμα στον εμφύλιο με μαρτυρίες ανθρώπων που τον έζησαν. Ο αφηγητής-δημοσιογράφος ζει μια τελματωμένη ζωή με τον γάμο του στα πρόθυρα του διαζυγίου και το αφιέρωμα είναι μια διέξοδος. Στην έρευνά του πέφτει πάνω σε δύο εκτελέσεις, οι οποίες παρουσιάζονται καταρχάς ως εκκαθαρίσεις ιδεολογικών αντιπάλων, αλλά εντέλει αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για προσωπικές διαφορές.

Είδος αφήγησης: δείγμα μυθιστορήματος (ή νουβέλας) όπου δύο χρονικά επίπεδα αλληλοδιαπλέκονται: το σήμερα με το παρόν του ήρωα και το (ιστορικό) τότε, όπου επιχειρείται η ανάπλαση της εποχής. Το μυθιστόρημα που αναφέρεται σε ένα ιστορικό παρελθόν κινείται συχνά τα τελευταία χρόνια στα δύο αυτά επίπεδα με χαρακτηριστικό δείγμα το “Αθώοι και φταίχτες” της Μ. Δούκα.

Μεγάλο θετικό στοιχείο: ο Δαββέτας καταφέρνει με απλά και λιτά υλικά να αναιρέσει την κυρίαρχη άποψη που βλέπει τον εμφύλιο ως ιδεολογικό αγώνα και να προβάλλει τα προσωπικά μίση πάνω από τις κομματικές διαφορές. Ο Π. Τατσόπουλος ("Τα Νέα", 4.11.2006) το διατυπώνει με ευστοχία: “ο ελληνικός εμφύλιος … δεν ήταν παρά μια κανιβαλιστική σύρραξη μεταξύ γειτόνων, χθεσινών ομοτράπεζων (εκπληκτικό το στιγμιότυπο με τα δυο αδέλφια που το πρωί πολεμούν αντικρυστά και το βράδυ επιστρέφουν σπίτι για να μοιραστούν το φαγητό της μάνας τους), που βρήκαν τη «χρυσή ευκαιρία» για να παρακάμψουν την απαγορευτική κοινωνική ιεραρχία, να λύσουν πολλές από τις προπολεμικές διαφορές τους - οικονομικές, ερωτικές, παντός είδους - κι ετεροχρονισμένα πια, με την πατίνα της λήθης, να εξιδανικεύσουν την ανθρωποσφαγή αφαιρώντας κάθε ενοχλητική ιδεολογική ακίδα.”.

Άλλα θετικά στοιχεία:
1. ο εμφύλιος παρουσιάζεται μέσα από την πρόσληψή του από τις νεότερες γενιές, απαλλαγμένος δηλαδή από τον υποκειμενισμό όσων τον έζησαν, σκιαγραφημένος με την απόσταση που μπορεί να ερμηνεύει κάθε μαρτυρία και να την αξιολογεί.
2. έτσι ο αφηγητής ξαναγράφει την ιστορία, καθώς καταλαβαίνει ότι η αποτύπωση του παρελθόντος δεν είναι πράξη ιδεολογικά ουδέτερη, αλλά πάντοτε συναρτημένη με τα προσωπικά πρίσματα του καθενός. “«Τελικά είμαστε αυτό που θυμόμαστε», λέει κάποια στιγμή ο ήρωας-αφηγητής, αλλά βέβαια το τι θυμάται ο καθένας το αποφασίζει η επιλεκτική επιλησμονή του, για την οποία η ανάκληση του παρελθόντος δεν είναι πράξη ουδέτερη, αφού σημαίνει και τη σχεδόν αυτόματη αναδιευθέτηση ή και ανασκευή του («σιγά σιγά συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει καμιά ανάμνηση που μπορώ να εμπιστευθώ» διαβάζουμε στο βιβλίο).” (Μπουκάλας, "Η Καθημερινή", 5.12.2006)
3. αφήνει στον αναγνώστη μια γεύση απογοήτευσης, καθώς όχι μόνο αντιλαμβάνεται πως ο εμφύλιος δίχασε για δεκαετίες τους Έλληνες, αλλά και πως –ακόμη χειρότερα- αποτέλεσε την αφορμή να επιλυθούν με τον πλέον ειδεχθή και ανέντιμο τρόπο προσωπικές διαφορές.
4. δόσεις χιούμορ και ειρωνείας με την οποία ο συγγραφέας βλέπει πλάγια τα πράγματα και καυτηριάζει το δέος με το οποίο βλέπαμε αυτήν την εποχή

Μειονεκτήματα:
1. η δομή –και λόγω της σκόπιμης αποσπασματικότητας- δεν επιτυγχάνει να παρουσιαστεί σφιχτή και μένει σε πολλά σημεία ξεκρέμαστη.
2. ενώ θα έπρεπε κάθε μαρτυρία να διακρίνεται από τις άλλες με την προσωπική της γλώσσα και έτσι να έχουμε πέρα από τον λόγο του αφηγητή πολλές διαφορετικές ιδιολέκτους, λείπει ένας τέτοιος πολυγλωσσισμός. Διαφωνώ, επομένως, με την Δημητρούλια ("Η Καθημερινή", 3.12.2006), που μιλάει για μπαχτινική διαλογική. Αν υπάρχει, θα έπρεπε να τονίζεται όχι μόνο με τη διαφορά στις απόψεις αλλά και στη γλώσσα. Αν ήταν πιο έντονη αυτή η διαφοροποίηση, θα φαινόταν πιο ορατά η πρώτη εντύπωση (ότι δηλαδή όλα έγιναν βάσει κομματικών διαφορών) και έπειτα θα αναιρούνταν με την ανάδυση της τελικής ερμηνείας.
3. “Ο Δαββέτας είχε μια εξαιρετική ιδέα, την οποία δεν κατόρθωσε, νομίζω, να διαχειριστεί με το πάθος που εκείνη απαιτούσε. Ένα πρωτότυπο θέμα που χρειαζόταν περισσότερη ένταση και ίντριγκα, ώστε να καταδείξει την τραγωδία (ενώ τώρα μιλάμε, απλώς, για δράμα) το σπαραγμό, και, τελικά, την αιτία, που τώρα φαίνεται πολύ «χλωμή» και αδύναμη για να σηκώσει στους ώμους της ένα τέτοιο βάρος.” (many-books.blogspot.com). Συμφωνώ ως προς την ένταση που θα έπρεπε να είναι πιο δυνατή, ενώ τώρα απλώς παρακολουθούμε το βουβό δράμα μιας εποχής που στιγμάτισε όλο β’ μισό του 20ού αιώνα στην Ελλάδα.

Συμπεράσματα: το βιβλίο αξίζει γιατί με ήπια μέσα και λιτούς τρόπους μεταδίδει το αίσθημα της ματαιότητας για αγώνες που δεν ήταν καθόλου ηρωικοί. Η συγγραφή της ιστορίας είναι μια ουτοπία (Σφυρίδης, "διαβάζω", Μάρτιος 2007) και η προσπάθεια να δούμε αντικειμενικά τα γεγονότα προσκρούει σε ιδεολογικές αγκυλώσεις και διαστρεβλώσεις της μνήμης. Το βιβλίο διαβάζεται άνετα –και χάρη στα μικρά του κεφάλαια- χωρίς να υστερεί σε προβληματισμό και εθνικό αναστοχασμό.

Πατριάρχης Φώτιος
24.6.2007

Thursday, June 21, 2007

Cappuccino macchiato: Δημήτρης Μαμαλούκας

Δ. Μαμαλούκας, “Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημήτριου Μόστρα”

Ο Μαμαλούκας επιβεβαιώνει με ένα δεύτερο βιβλίο μεγάλης επιτυχίας –μετά την “Απαγωγή του εκδότη”- ότι ξέρει να δουλεύει την πλοκή και να δένει τα γεγονότα σε ένα άρτιο σύνολο, το οποίο κερδίζει απόλυτα την προσοχή του αναγνώστη. Ο συνδυασμός μυστηρίου και αστυνομικών στοιχείων δράσης με τη βιβλιόφιλη διάθεση μεγάλων έως μανιακών συλλεκτών δίνει ένα έξοχο αμάλγαμα σφιχτής υπόθεσης και ιστορικής περιπέτειας. Η δέση έρχεται να ολοκληρωθεί με σαφή τρόπο και η λύση να μην αφήσει πολλές εκκρεμότητες και αδιέξοδα.
Το έργο δεν είναι ακριβώς αστυνομικό, αφού δεν αναζητούνται οι δολοφόνοι βιαστών (mostri στα ιταλικά), οι οποίοι είναι λίγο πολύ γνωστοί εξ αρχής. Αντίθετα, το βάρος μεταφέρεται στην παράλληλη ιστορία αναζήτησης της περίφημης συλλογής βιβλίων του πραγματικού προσώπου του Δημητρίου Μόστρα. Αφηγηματικά δύο άξονες δένονται εντέλει μεταξύ τους, όπως δένεται το σασπένς με την ιστορική εξιστόρηση. Ο Γ. Ευθυμιάδης στο efthymiades.blogspot.com αναφέρει σχετικά: «Κάθε φορά που επιχειρούσα να εγκαταλείψω το βιβλίο, νά σου στο τέλος του κεφαλαίου ένα «κλείσιμο του ματιού», μια προσήμανση, από αυτές που τινάζουν στον αέρα την ευθύγραμμη αφηγηματική ροή. Και μαζί και τα νεύρα σου! Γιατί ο Μαμαλούκας ξεδιπλώνει το νήμα της αφήγησης γνωρίζοντας πολύ καλά τα αφηγηματικά τρικ που θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον σε ένα λογοτεχνικό αφήγημα, πολύ περισσότερο σε ένα αφήγημα που χαρακτηρίζεται από το σασπένς. Γρήγοροι ρυθμοί, κοφτοί διάλογοι, κινηματογραφική ροή, έξοχα μονοπλάνα…»
Ο Μαμαλούκας σε ένα είδος που εύκολα παράγει μπεστ-σέλλερ -με την αρνητική σημασία- καταφέρνει να κερδίσει τον αναγνώστη θετικά, να τον κάνει να μυηθεί στην πλοκή χωρίς να κατέβει σε εύκολες συνταγές και κοινότοπα μοτίβα.
Εκτός από τον Γ. Ευθυμιάδη με εγκωμιαστικά σχόλια μίλησαν για το βιβλίο οι:
book.attack.gr (7.5.2007)
librofilo.blogspot.com (11.5.2007)
anagnostria.blogspot.com (15.5.2007)
annabooklover.wordpress.com (8.6.2007)
ninac.wordpress.com (10.6.2007)
Τ. Δημητρούλια, “Η Καθημερινή”, 17.6.2007
Μ. Θεοδοσοπούλου, “Το Βήμα”, 17.6.2007

Πατριάρχης Φώτιος
21.6.2007

Monday, June 18, 2007

Ανάμικτος χυμός

diavazo.blogspot.com

Το πιο πλούσιο και πυκνογραμμένο ιστολόγιο κλείνει.
Ελπίζω όντως οι λόγοι να είναι προσωπικοί και ...όχι άλλοι. Να μην οφείλεται δηλαδή σε πιέσεις ή άλλου είδους μαρκαρίσματα. Η απώλεια σε ενημερωτικό και βιβλιοπαρουσιαστικό επίπεδο είναι μεγάλη -κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου.
Προσωπικά δεν συμφωνούσα με πολλά απ' όσα έγραφε. Αυτό δεν με εμποδίζει να δω ότι με την παρουσία του η μπλογκόσφαιρα ήταν πιο πολύμορφη, πλούσια, δυναμική, ανανεωτική, αποφασιστική... Οι καταχωρίσεις του είχαν άποψη, οι απόψεις του είχαν απήχηση, οι ειδήσεις του είχαν ζουμί.
Αν δεν ξανανοίξει -προσωπικά θα ήθελα να επιστρέψει-, ας αναπτυχθούν δυνάμεις στα βιβλιόφιλα μπλογκ που θα δώσουν στον χώρο ουσία.

Πατριάρχης Φώτιος
18.6.2007

Saturday, June 09, 2007

Χυμός καρπούζι-πεπόνι

Η δημοκρατία της πλατιάς μάζας και τα βραβεία

Η παρακάτω είδηση βάζει νερό στον μύλο του προβληματισμού μας γύρω από το αρχαιόθεν διατυπωμένο θέμα "ποιος είναι κατάλληλος να αξιολογεί το έργο τέχνης, οι ειδικοί ή το ευρύ κοινό;".
"Η ΑΛΥΣΙΔΑ βιβλιοπωλείων Waterstone διοργάνωσε στη Βρετανία ψηφοφορία για το καλύτερο βιβλίο των τελευταίων 25 χρόνων. Ε, λοιπόν, πρώτο ψηφίστηκε από τους πελάτες της ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος της Τζόαν Ρόουλινγκ. Τώρα αυτό είναι δημοκρατία ή δικτατορία της πλειοψηφίας; Όχι ότι το βιβλίο αυτό είναι κακό, μια χαρά είναι, αλλά με ποιο κριτήριο είναι το καλύτερο των τελευταίων 25 χρόνων; Ακολούθησαν: Οι γυναίκες του ταξιδευτή (Όντρεϊ Νιφενέγκερ), Το αστέρι του Βορρά (Φίλιπ Πούλμαν), Βirdsong (Σεμπάστιαν Φοκς), Κώδικας Ντα Βίντσι (Νταν Μπράουν), Η Σκιά του Ανέμου (Κάρλος Ρουίζ Ζαφόν), Αναμνήσεις μιας γκέισας (Άρθουρ Γκόλντεν), Η Μυστική Ιστορία (Ντόνα Ταρτ), Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι (Λουί ντε Μπερνιέρ), Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα (Μαρκ Χάντον). ΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ψήφισαν από μία λίστα εκατό βιβλίων που κατάρτισαν τα ίδια τα βιβλιοπωλεία της αλυσίδας, οπότε το αποτέλεσμα είναι σχετικό. Ακόμη κι έτσι, όμως, το Όνομα του Ρόδου του Έκο είναι μόλις 21ο, γεγονός που δείχνει και τον βρετανοκεντρισμό του συγκεκριμένου κοινού, καθώς και το πόσο επηρεάζεται πια από την εκδοτική επικαιρότητα. Στα έξι πρώτα βιβλία σε ψήφους, τα τέσσερα είναι των τελευταίων τριών ετών. Από τα δέκα πρώτα που ψήφισαν οι Βρετανοί, τα εννέα κυκλοφορούν και στην Ελλάδα (πέντε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός και τέσσερα από τις Εκδ. Λιβάνη!). Το μόνο που δεν έχει μεταφραστεί είναι το Βirdsong, αν και πρόκειται για το τρίτο βιβλίο μιας τριλογίας που κυκλοφορεί και στην Ελλάδα (Ωκεανίδα). " (Μ. Πιμπλής, Τα Νέα, 9.6.2007)
Όσο επικρατούν τα best-sellers, όσο η αγορά χειραγωγείται από το μάρκετινγκ του ονόματος, όσο το βιβλίο προβάλλεται ως καταναλωτικό αγαθό μίας χρήσεως, τόσο θα βλέπουμε να επιπλέουν οι φελλοί (όχι κατ' ανάγκη τα κακά, κάτι χειρότερο τα μέτρια βιβλία).
Πατριάρχης Φώτιος
9.6.2007

Wednesday, June 06, 2007

Χυμός μανταρίνι: Κρατικά βραβεία λογοτεχνίας

Κρατικά βραβεία για το έτος 2005

Και ποιος ασχολείται; Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, που αφορούν σε βιβλία με έτος έκδοσης το 2005!!!!:
- ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ: Τάσος Γαλάτης, «Ανιπτόποδες και σφενδονήτες», Εκδ. Γαβριηλίδης.
- ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ: Γιάννης Καισαρίδης, «Μισάντρα», Εκδ. Κέδρος.
- ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ: Αθηνά Κακούρη, «Θέκλη», Εκδ. Εστία.
- ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ-ΚΡΙΤΙΚΗΣ: Αγγέλα Καστρινάκη «Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950», Εκδ. Πόλις.
- ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ-ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Χρήστος Σαμουηλίδης, «Γιαννούλης Χαλεπάς», Εκδ. Εστία.
- ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: Τηλέμαχος Αλαβέρας για το σύνολο του έργου του.

Πολύ σκουριασμένες επιλογές, βγαλμένες από τη ναφθαλίνη. Ειδικά για τον Τηλέμαχο Αλαβέρα, έδειξε ότι τιμούμε όχι το έργο αλλά την επετηρίδα, αφού την αξία του την ξέρουν μόνοι οι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας και κανείς άλλος. Οι εφημερίδες ήταν λιτές: Καθημερινή: “Με εξαίρεση ένα δύο βραβεία, η επιτροπή κινήθηκε σε απολύτως συμβατική κατεύθυνση και ως προς τα πρόσωπα και ως προς τα έργα.” (5.6.2007). Έθνος: “Οι περισσότερες επιλογές της κριτικής επιτροπής, όλες κατά πλειοψηφία, μάλλον «οφειλή» σε παλιότερα ονόματα μπορούν να θεωρηθούν.” (Δ. Ρουμπούλα, 6.6.2007). Τα Νέα: “Ο χρόνος, είτε αφορά τη λογοτεχνική ανασύνθεση του παρελθόντος (Αθηνά Κακούρη) είτε την επιστημονική ανασύνθεση της λογοτεχνίας μιας παλαιότερης περιόδου (Αγγέλα Καστρινάκη), είτε έχει να κάνει με τη γήρανση και τη διαδρομή που έχει διανυθεί στην περίοδο μιας ζωής (Γιάννης Καισαρίδης) είτε ακόμη με τη μορφή της αποκατάστασης μιας ιστορικής προσωπικότητας που στην εποχή της αδικήθηκε και περίμενε πολύ μέχρι να δικαιωθεί (Χρήστος Σαμουηλίδης), αποτελεί την κοινή συνισταμένη των επιλογών της κριτικής επιτροπής που ανακοίνωσε χθες τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία.” (Μ. Πιμπλής, 5.6.2007)
Θυμίζω για την ιστορία την επιτροπή: Πρόεδρος: Μαστροδημήτρης Παναγιώτης, Αντιπρόεδρος: Κοπιδάκης Μιχάλης, Μέλος: Ανδρειωμένος Γεώργιος, Μέλη: Σαμουήλ Αλεξάνδρα, Μπουρναζάκης Κώστας, Καπάνταη Ισμήνη, Σοφιανός Κώστας, Λάζαρης Νίκος, Κέζα Λώρη.
Πατριάρχης Φώτιος
6.6.2007

Sunday, June 03, 2007

Καφές με κέικ: αστυνομική λογοτεχνία

“Ελληνικά εγκλήματα”
Κλείνει φέτος μια εικοσαετία αναγέννησης της αστυνομικής λογοτεχνίας εν Ελλάδι και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης συνέλεξε σε έναν τόμο 10 φρέσκα διηγήματα ισάριθμων συγγραφέων. Το διήγημα αστυνομικού αινίγματος αναπτύσσεται παράλληλα με το μυθιστόρημα, καθώς μέσα σε λίγες σελίδες μπορεί να οργανωθεί η δέση και η λύση του φόνου και της σύλληψης του δράστη.
Αφήνω το βιβλίο στη διάθεση του αναγνώστη και κάνω μια σύντομη αναδρομή σ’ αυτά τα 20 χρόνια, μέσα στα οποία η αστυνομική λογοτεχνία εγκατέλειψε το περιθώριο της παραλογοτεχνίας και πέρασε στα σαλόνια της κριτικής και της αναγνωστικής απόλαυσης. Σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες αναδείχθηκαν συγγραφείς, όπως ο δικαίως πολυμεταφρασμένος Πέτρος Μάρκαρης, ενώ πολλά έργα έχουν καταθέσει και ο Φίλιππος Φιλίππου, ο Ανδρέας Αποστολίδης, ο Πέτρος Μαρτινίδης και φυσικά οι παλαιότερες Αθηνά Κακούρη και Τιτίνα Δανέλλη. Από κοντά ο Δημήτρης Μαμαλούκας, η Μαρλένα Πολιτοπούλου, ο Τόλης Νικηφόρου, ο Αργύρης Παυλιώτης, ο Γιάννης Ράγκος, ο Αύγουστος Κορτώ κ.ά. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα τον Θοδωρή Καλλιφατίδη, ο οποίος διατηρεί το σασπένς και τον στοχασμό σε παράλληλα επίπεδα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του αστυνομικού μυθιστορήματος είναι η μονόπλευρη ανάπτυξη μιας ορθολογικής πλοκής χωρίς συχνά το κοινωνικό ή ψυχολογικό υπόβαθρο που αναβάθμισε το είδος. Έτσι, πολλοί πεζογράφοι στήνουν μια έξυπνη πλοκή, διαμορφώνουν τις συνθήκες δέσης και λύσης, οδηγούν τον αναγνώστη στην πλάνη και μετά με αιτιώδεις συλλογισμούς τον βγάζουν από τον λαβύρινθο και του παρουσιάζουν την πειστική λύση. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Το σύγχρονο αστυνομικό είδος έχει μετατραπεί, όπως εύστοχα έχουν πει πολλοί, σε κοινωνικό μυθιστόρημα, καθώς ασκεί κριτική στη σημερινή κοινωνία. Επομένως, το έγκλημα είναι απλώς η αφορμή για την ακτινογραφία της κοινωνικής σήψης, την αποκάλυψη των βρώμικων κυκλωμάτων της αστυνομίας, των μίντια, της πολιτικής, της τρομοκρατίας κ.ά. Έτσι, ο αναγνώστης πέρα από το ενδιαφέρον για τον δράστη προβληματίζεται, αφυπνίζεται, συνειδητοποιεί τα τρέχοντα προβλήματα και δεν διαβάζει απλώς μια ευχάριστη ιστορία.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα όσο εμβαθύνει αισθητικά και ανατέμνει κοινωνικά μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα στα άλλα είδη. Αλλιώς θα ξαναγυρίσει στην ανυποληψία της παραλογοτεχνίας των εύκολων μοτίβων.

Πατριάρχης Φώτιος
3.6.2007

Friday, June 01, 2007

Κονιάκ: Για την Αμαλία

Για την Αμαλία
Έγραψα πρόσφατα ότι δεν πρέπει να κλεινόμαστε στην ησυχία της βιβλιοανάγνωσής μας, αλλά να χρησιμοποιούμε τη λογοτεχνία ως εφαλτήριο για να δούμε καθαρότερα τη ζωή.
Λοιπόν, μνήμη Αμαλίας σήμερα.

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)
Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.
Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»
(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:
«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:
ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.
ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία"). ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Saturday, May 26, 2007

Γαλλικός καφές: Μισέλ Ουελμπέκ

Μισέλ Ουελμπέκ, “Η δυνατότητα ενός νησιού”

Στην καταχώριση της 20.5 είχα θέσει το πλαίσιο του προβληματισμού μου: η κριτική ρίχνει το βάρος στη μορφική/αισθητική αρτιότητα ενός βιβλίου και αδιαφορεί για το μήνυμα (εκτός αν λέει απλώς την ιστορία και τελείωσε!). Στο προηγούμενο ποστ της 23.5 έφερα ένα παράδειγμα μικρής αισθητικής επιτυχίας, αλλά με βάθος προβληματισμού και ευαισθητοποίησης. Σήμερα θα φέρω ένα αντίθετο παράδειγμα.
Στη “Δυνατότητα ενός νησιού” η υπόθεση παίζει με δύο αφηγητές: τον άνθρωπο Ντάνιελ και (μετά από πολλές γενιές) τον κλωνοποιημένο Νεάνθρωπο Ντάνιελ24. Το ύφος του Ουελμπέκ είναι αιχμηρό, καίριο, πολλές φορές δυναμίτης που κρατάει σε εγρήγορση τον αναγνώστη. Ο ήρωας είναι περφόρμερ (ηθοποιός, σόουμαν, σεναριογράφος) και σατιρίζει κοινωνικά θέματα, μεταξύ των οποίων και τους Μουσουλμάνους. Τον απασχολεί έντονα το σεξ και η φθορά που επιφέρουν τα γηρατειά, σαν άλλο Καβάφη. Το κείμενο διαβάζεται γοργά με εναλλαγές στους αφηγητές και στις οπτικές γωνίες, με εναλλαγές στα αφηγηματικά μέρη και στα στοχαστικά, με εναλλαγές ερεθιστικών σκηνών και μελλοντολογικών εικόνων, αλλά χωρίς σφιχτή πλοκή και ισορροπημένη οικονομία.
Από την άλλη, όλη η φιλοσοφία που στηρίζει το έργο, όπως και τα άλλα του Γάλλου συγγραφέα, είναι αντι-ανθρωπιστική. Κυριαρχεί έντονη αηθικότητα, που ενθρονίζει την απόλαυση και θέτει στην πρωτοκαθεδρία των ανθρώπινων φροντίδων τον ευδαιμονισμό. Θα μπορούσα να φέρω άπειρα παραδείγματα μιας ιδεολογίας της σήψης, όπως θα τη χαρακτήριζα, δείγμα της εποχής μας. Ενδεικτικά μόνο: νεοπλουτισμός (εύκολο χρήμα), πανσεξουαλισμός, κατεδάφιση κοινωνικών αξιών και άκρατος ατομικισμός, σεξισμός (“- Ξέρεις πώς λένε το λίπος γύρω από τον κόλπο; -Όχι -Γυναίκα”), καιροσκοπισμός, “ειλικρίνεια” στις διανθρώπινες σχέσεις (δηλ. ωμότητα και δεν με ενδιαφέρει για τις συνέπειες), γελοιοποίηση των προβλημάτων της ανθρωπότητας κ.λπ. Και μέσα σ’ όλα αυτά μια αίρεση/θρησκεία με ατομοκεντρική φιλοσοφία και τεχνολογική πρόοδο που θα “εξασφαλίσει” το μέλλον της ανθρωπότητας.
Δεν αμφιβάλλω ότι σε όλα αυτά εμπεριέχονται μεγάλες δόσεις ειρωνείας ως συμπτώματα της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά αμφιβάλλω αν η ιδεολογία του βιβλίου είναι έξω από αυτά. Ο Μ. Μιχαηλίδης γράφει για το έργο:
Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, ο Ουελμπέκ υποδύεται τον γνωστό του ρόλο: παριστάνει τον ταύρο σε υαλοπωλείο. Παραμένει ρηχός ατακαδόρος, ανεξέλεγκτος αντιδραστικός, φτηνός συνθηματολόγος και προβλέψιμος προβοκάτορας. Για ΄κείνον ο Μπρετόν έπασχε από «σχετική εγκεφαλική μαλάκυνση», ο Τζόις ήταν «παράφρων Ιρλανδός» και ο Ναμπόκοφ «ψευτοποιητής με ύφος σαν αποτυχημένη σφολιάτα». Γενικότερα, ο Ουελμπέκ απεχθάνεται ό,τι δοξολογήθηκε από τη Γαλλία: τον υπαρξισμό, το σινεμά, την ψυχανάλυση, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τους αριστερούς διανοούμενους, τα οικονομικά θέσφατα της Δεξιάς....” (Τα Νέα, 12.5.2007).
Και ο D. Horspool στους Times (30.10.2005) αναφέρει:
But in its presentation of a world-view, too, this novel suffers from overstretch. The view of humanity that emerges reduces to a crude version of evolutionary psychology, in which the influence of genetic preservation on human behaviour is paramount. In order to prove his point, Houellebecq is forced to exaggerate the vapidity of youth, the trials of family life, the horrors of old age so that they seem unrepresentative rather than honest”.

Όλοι αναγνωρίζουν την προκλητική φωνή του, αλλά και οι περισσότεροι ασχολούνται με τη λογοτεχνία του. Τελικά, πέρα από ηθικοδιδακτισμούς, τι είδους λογοτεχνία παράγεται σήμερα και πόσο συντείνει αυτή στην ανθρώπινη πορεία;

Πατριάρχης Φώτιος
26.5.2007

Thursday, May 24, 2007

Ελληνικός πικρός: Ζευγώλης

Γιάννης Ζευγώλης, “Αστεγοσκόπιο”

Παραδειγματίζω το προηγούμενο ποστ μου. Πρώτα κάνω όμως μια βασική διάκριση: υπάρχουν βιβλία καλογραμμένα, με ποιότητα πλοκής και χαρακτήρων, με καλοδουλεμένο ύφος, με καινοτομίες κ.λπ., αλλά κενά από ουσιαστικά μηνύματα, χωρίς ανθρωπιστικό περιεχόμενο, χωρίς ευαισθησίες ή δυνατότητες αφύπνισης. Κι από την άλλη, άλλα βιβλία που αποπειρώνται να ξυπνήσουν λιγάκι τον αναγνώστη, να τον βοηθήσουν στην αυτογνωσία του και στην κατανόηση της ζωής πέρα από τον εαυτούλη του και τα καταναλωτικά αγαθά του.
Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει το “Αστεγοσκόπιο” του Γ. Ζευγώλη. Μικρά διηγήματα για τους αστέγους της πόλης, για 11.000 ψυχές που περιπλανώνται χωρίς το ζεστό χώρο, το τραπέζι με το φαγητό, το άνετο κρεβάτι, χωρίς την αγάπη που όλοι βιώνουμε, καθώς ζουν στο περιθώριο της ζωής. Τα “διηγήματα” δεν έχουν ήρωες, καθώς παρελαύνουν μέσα τους ανώνυμοι συνήθως κάτοικοι των παγκακίων και των πάρκων, δείγματα της μεγάλης φυλής των αστέγων που ζουν λάθρα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Τα κείμενά του επιχειρούν ενίοτε και φορμαλιστικές καινοτομίες (ένας ήρωας σκύλος, δυο παράλληλοι διάλογοι που επικοινωνούν μεταξύ τους), θεματικοί νεωτερισμοί (διαγωνισμός ονείρων, δυο φίλοι που προσπαθούν να βιώσουν τη ζωή των αστέγων χωρίς επιτυχία κ.τ.λ.). Η αισθητική του επιτυχία είναι μερική, άλλοτε μεγαλύτερη κι άλλοτε μικρότερη. Ίσως τελικά να μην πετυχαίνει κάτι σπουδαίο αισθητικά, χωρίς να είναι κακό. Αλλά σίγουρα ο Ζευγώλης κατάφερε να εντάξει στο σύμπαν των λογοτεχνικών ηρώων (ή αντιηρώων) τους αστέγους.
Εντέλει, ένα από τα μπλογκ που θα έπρεπε να ανοίξω (συνεχίζω τη σκέψη του προηγούμενου ποστ μου) είναι για τους αστέγους. Όχι φυσικά για να το διαβάζουν οι ίδιοι· αλλά όλοι εμείς που βολεμένοι αμπελοφιλοσοφούμε μακριά από τη ζωή.

Πατριάρχης Φώτιος
24.5.2007

Sunday, May 20, 2007

Ουίσκι με πάγο: Λογοτεχνία και ζωή

Λογοτεχνία και ζωή

Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι η λογοτεχνία είναι μια διέξοδος και όχι μια λύση. Όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι μοιάζουμε τότε με τον Δον Κιχώτη, που νομίζει ότι όλος ο κόσμος είναι μέσα στα ιπποτικά μυθιστορήματα, και αδιαφορούμε για το τι γίνεται γύρω μας. Περιχαρακωνόμαστε στις αναγνώσεις μας, κλεινόμαστε στο δωμάτιό μας, για να διαβάσουμε, στρουθοκαμηλίζουμε σε ωραίες περιγραφές, σε σφαιρικούς ήρωες, επαινούμε το πρωτοποριακό έστω κι αν είναι αήθικο, κλεινόμαστε μέσα στις σελίδες και ξεχνιόμαστε.
Οι σκέψεις μου αυτές, που είχαν γίνει και παλαιότερα, κορυφώθηκαν από την υπόθεση του Αντώνη Τσιπρόπουλου, που κατηγορείται επειδή μέσω του aggregator του παρέπεμψε σε μπλογκ που κατηγόρησε τον Δ. Λιακόπουλο. Προφανώς η ευθύνη του Τσιπρόπουλου είναι ανυπόστατη και γι’ αυτό συλλέγονται υπογραφές για να ασκηθεί πίεση στο δικαστήριο. Βλέπε εδώ:
http://www.develop4democracy.org/petition/
Αφού υπογράψουμε, προσπερνάμε το παράδειγμα. Ξαναγυρίζω στον ευρύτερο προβληματισμό μου: πόσο μπορούμε να βαυκαλιζόμαστε ότι τα βιβλία είναι η πρώτη έγνοια μας πάνω στη γη, ενώ υπάρχουν σαφώς σπουδαιότερα προβλήματα. Αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας, αν διαβάσουμε ανήσυχοι τις εφημερίδες, αν στρέψουμε το βλέμμα μας στον κόσμο, θα πρέπει να χάσουμε τον ύπνο μας, να ανοίξουμε ένα μπλογκ για τον τρίτο κόσμο, ένα άλλο για τους ανέργους, ένα τρίτο για τον ωχαδελφισμό του Νεοέλληνα (βλέπε λ.χ. πώς οδηγεί) …
Φυσικά δεν απαξιώνω τα βιβλία. Φυσικά δεν τα θεωρώ περιττή πολυτέλεια. Ίσως μάλιστα η ενασχόλησή μου με αυτά να με έχει κάνει να προβληματίζομαι και να ευαισθητοποιούμαι για τα άλλα, τα σημαντικότερα… Γι’ αυτό δεν είναι κάθε βιβλίο άγιο, αλλά όσα κάνουν τον άνθρωπο λίγο ανθρωπινότερο.

Πατριάρχης Φώτιος
20.5.2007

Wednesday, May 16, 2007

Vodka πορτοκάλι: οίκοι ανοχής

Λογοτεχνία και οίκοι ανοχής

Ένα θέμα που θα μπορούσε να καταντήσει πορνό γίνεται στα χέρια ευαίσθητων συγγραφέων πεδίο συγκίνησης και νοσταλγίας. Αναφέρομαι στο τελευταίο βιβλίο του Αντρέα Καμιλλέρι “Πανσιόν Εύα”, αλλά και στις “Θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου” του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, όπως και στο “Λέγε με, Καΐρα” του Δημήτρη Στεφανάκη (ένα έργο που πέρασε απαρατήρητο).
Σε όλα αυτά τα έργα τίποτα δεν αποβαίνει χυδαίο, τίποτα πρόστυχο. Οι οίκοι ανοχής ανάγονται σε ένα απώτερο παρελθόν, με αποτέλεσμα να ενδύονται με την αχλή της εφηβείας, της αθωότητας, της νοσταλγίας για έναν κόσμο που διατηρούσε ευαισθησίες ακόμα και μέσα σε τέτοια σπίτια. Τα κορίτσια έχουν μια θλιβερή ιστορία, αλλά κρύβουν μέσα τους και ανθρωπιά. Ο Στεφανάκης μάλιστα τις παρουσιάζει σαν έναν χαμένο παράδεισο, ο Καμιλλέρι τις συνδέει με τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και του φασισμού στην Ιταλία.
Τέτοια έργα δανείζονται στοιχεία από το Bildungsroman, γίνονται λίγο μυθιστορήματα εποχής, αποτυπώνουν προσωπικά βιώματα, που επανέρχονται ως μνήμες ενός ανόθευτου παρελθόντος. Η δύναμη των βιβλίων αυτών έγκειται στην ατμόσφαιρα που δημιουργούν και όχι στην υπόθεση, που συνήθως είναι χαλαρή, στις φευγαλέες φιγούρες κοριτσιών και πελατών ως ατομικές ιστορίες παρά στους ολοκληρωμένους χαρακτήρες, στην τραγικότητα της ζωής παρά στην ιδεολογία του έρωτα.
Ανάλογο σκηνικό έχουμε και στο “Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών” του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, αλλά εκεί πρόκειται περισσότερο για ασκήσεις αυτογνωσίας δίπλα σε μία κοιμισμένη κοπέλα, χωρίς εστίαση στο σεξ.

Πατριάρχης Φώτιος
16.5.2007

Saturday, May 12, 2007

Ελληνικός καφές: Θέμελης

Νίκος Θέμελης, “Μια ζωή δυο ζωές”

Κύριε Θέμελη, επιστρέψτε στο ιστορικό μυθιστόρημα!
Το τελευταίο του βιβλίο αναφέρεται στη σύγχρονη πραγματικότητα, με σαφή πρόθεση να σκιαγραφήσει το πρόσωπο του Νεοέλληνα. Ο πρωταγωνιστής είναι πανεπιστημιακός –αλλά το μυθιστόρημα μόνο στην αρχή είναι campus novel- και ξεδιπλώνει το κουβάρι του ιδιωτικού του βίου σε συνάρτηση με τον δημόσιο. Η ιστορία ωστόσο περισσότερο αφορά τη σχέση του με τη γυναίκα του, τη σχέση του με τη συνάδελφό του και τέλος τη σχέση του με την κόρη ενός φίλου.
Η όλη εκτέλεση είναι δυστυχώς μια αποτυχία. Ο λόγος είναι συχνά αμήχανος καθώς αδυνατεί να διαγράψει επακριβώς κάθε κατάσταση και συντίθεται από την πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα της εποχής. Η γλώσσα του εν γένει χάνει τη ζωντάνια που είχε στα ιστορικά του μυθιστορήματα και γίνεται ένα διεκπεραιωτικό μέσο και μόνο. Το συνέδριο ως μυθιστορηματικό σκηνικό δεν αποτυπώνεται επαρκώς, γεγονός για το οποίο φταίει ή η μικρή σχέση του Θέμελη με τα πανεπιστημιακά δρώμενα ή η ελλιπής ελληνική παράδοση στο πανεπιστημιακό είδος.
Η υπόθεση δεν έχει ειρμό, τόσο λόγω έλλειψης νομοτέλειας όσο και από αδυναμία σύνδεσης των επιμέρους σκηνών, πολλές από τις οποίες είναι απλώς η αφορμή για να αναλύσει -με ρητορικό τρόπο και όχι μέσω της δράσης- την ελληνική πραγματικότητα. Ως προς το περιεχόμενο, τίποτα απ’ όσα γίνονται (όχι όσα λέγονται) δεν διαμορφώνουν σαφή εντύπωση για το πώς βλέπει ο συγγραφέας τη σύγχρονη Ελλάδα. Μια αδιάφορη ερωτική ιστορία, χωρίς το βάθος που θα ήθελε ο πεζογράφος να δώσει.
Σε πολλές λεπτομέρειες θα συμφωνήσω με την http://anagnostria.blogspot.com (4.4.2007), η οποία εκφράζει την ίδια με μένα –ή μάλλον εγώ με αυτήν- απογοήτευση για το εγχείρημα. Αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό κομμάτι που με εκφράζει απόλυτα: “Πολλά πράγματα σ' αυτό το μυθιστόρημα μοιάζουν ασύνδετα, κομμάτια που δεν δένουν μεταξύ τους, που δεν υπηρετούν μια βασική γραμμή. Εκτός από τις δυο φαντασιακές αναδρομές που ανέφερα, είναι ακόμα η ασυνεννοησία της νεαρής κόρης του φίλου του με τους γονείς της ως παρένθετη ιστορία, είναι και ο ξαφνικός θάνατος του φίλου του με υπονοούμενο κάποιας εξωσυζυγικής σχέσης που μένει όμως μετέωρη και αδιευκρίνιστη, η συνάντηση με μια ομάδα κυνηγών και η έκφραση ...ζωοφιλίας και άλλα. Καμιά πρωτοτυπία στην τεχνική, μια ευθύγραμμη αφήγηση με κάποιες αναδρομές, κοινότοπες οι συζητήσεις περί ταυτότητας, περί του χρόνου, περί των "Ελληναράδων" κ.λπ. Όλα σ' αυτό το μυθιστόρημα είναι μια επιφάνεια”.
Επαναλαμβάνω, λοιπόν, πως καλύτερα να ξανασχοληθεί ο Θέμελης με το ιστορικό μυθιστόρημα, την ατμόσφαιρα του οποίου μπορεί και αποδίδει εκπληκτικά.

Πατριάρχης Φώτιος
12.5.2007

Tuesday, May 08, 2007

Αράπικος καφές: Αύγουστος Κορτώ

Α. Κορτώ, “Ο δαιμονιστής”

Δεν ξέρω αν ο Καβάφης ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε τη συγγένεια της εποχής μας με την ελληνιστική, ειδικά στο θέμα του συγκρητισμού, του ευδαιμονισμού και της ιδεολογικής σύγχυσης. Πάντως αν ο Αύγουστος Κορτώ αποφάσιζε να γράψει ιστορικό μυθιστόρημα, θα ήταν για εκείνη την εποχή που αντικατοπτρίζει τη δική μας, έστω κι αν τον έχουν περισσότερο ταυτίσει με τη σαδική ατμόσφαιρα.
Προς το παρόν ο πεζογράφος στον “Δαιμονιστή” αναφέρεται στο σήμερα με (αντι)ήρωα ένα ον το οποίο στο πέρασμα των αιώνων αλλάζει σώματα (μετασωμάτωση) όταν κάνει έρωτα οποιασδήποτε μορφής, παίρνοντας τη θέση του συν-συνουσιαστή του κι αφήνοντας πίσω του το άψυχο κουφάρι του προηγούμενου σώματός του. Η εστίαση γίνεται σε ομοφυλόφιλους έρωτες και η γλώσσα του Κορτώ, πάντα το ίδιο χειμαρρώδης και ευρηματική, παρασύρει την αφήγηση, είτε αυτή σημαίνει την εξωτερική είτε την εσωτερική της δραματικότητα, σε μια γρήγορη αλλά όχι ρηχή αποτύπωση μιας μυθοπλαστικής πραγματικότητας, που ωστόσο περιέχει πολύ αληθινά στοιχεία. Ιδιαίτερα η οπτική γωνία του ίδιου του πρωταγωνιστή ξεδιπλώνει ανάγλυφα τις σκέψεις και την τραγικότητά του.
Ίσως εδώ, στην τραγικότητα, έγκειται και η όλη επιτυχία του εγχειρήματος: προσωπικά ο καθένας αλλά και συλλογικά η εποχή μας αναζητά την απόλαυση του έρωτα, στις ποικίλες της μορφές και με ποικίλους παρτενέρ. Η τραγικότητα, όπως εκφράζεται στις απεγνωσμένες προσπάθειες του πρωταγωνιστή, βρίσκεται σ’ αυτήν τη χιμαιρική ικανοποίηση, η οποία ωστόσο σκοτώνει τον άλλο και καταδικάζει τον ίδιο τον δαιμονιστή σε μια αλλεπάλληλη και γι’ αυτό απευκταία αλλαγή σώματος και επομένως αλλαγή ζωής. Η αναζήτηση της ηδονής είτε φέρνει τον πρωταγωνιστή σε επικίνδυνα στέκια και προκλήσεις (σωματικά και ψυχολογικά), με αποτέλεσμα μάλιστα να τον βιάσουν, είτε σε διεξόδους αυτοϊκανοποίησης, οι οποίες ωστόσο αποβαίνουν μάταιες. Ο Κορτώ στήνει έξυπνα το ψυχολογικό αδιέξοδο του ήρωά του, ο οποίος αντικατοπτρίζει την ανικανοποίητη διάθεση του σημερινού ανθρώπου για ερωτική απόλαυση χωρίς σκοπό και ουσία, χωρίς ανθρώπινη επικοινωνία και αγάπη. Κι όλη η σκηνική ατμόσφαιρα αναδίδει ματαιότητα, αδυναμία κορεσμού και γι’ αυτό προσωπική αποτυχία.
Και καθώς προχωρά η ανάγνωση, αναδύεται μια δεύτερη ερμηνεία, προέκταση της πρώτης μα ταυτόχρονα και αντίθετή της. Η όλη προσπάθεια του δαιμονιστή να αδρανοποιήσει το σεξουαλικό του ένστικτο με διαδοχικούς ευνουχισμούς ίσως δείχνει μια άλλη συγγραφική πρόθεση: την αδυναμία του ανθρώπου να αρθεί πάνω από αυτό το πρωτογενές ορμέμφυτο, γεγονός που καταδεικνύει ότι είναι καταδικασμένος αιώνια να το τροφοδοτεί, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο σημαίνει τον θάνατο, είτε του ίδιου είτε άλλων.
Ένα μεταμοντέρνο παιχνίδι με τη διάτρηση των στεγανών μεταξύ λογοτεχνίας και πραγματικότητας έρχεται να ολοκληρώσει την ιστορία. Ο Αύγουστος Κορτώ ή Πέτρος Χ. αποκαλύπτει ότι είναι ο ίδιος ομοφυλόφιλος και δαιμονιστής, στο σώμα του οποίου κατέληξαν οι διαδοχικές μετασωματώσεις. Ο συγγραφέας γίνεται ήρωας που συντρώει με τη Λώρη Κ. και τον Σάκη Δ., ανακατεύει δηλαδή τον μύθο με την πραγματικότητα προσδίδοντας νότες αυτοβιογραφίας στο κείμενο.
Η ομοφυλοφιλική εστίαση πέρα από την πρόκληση ως θέμα δεν προσφέρει κάτι άλλο, αφού το ίδιο αποτέλεσμα θα είχαμε και με τις ετεροφυλόφιλες συνευρέσεις –δεν γνωρίζω αν είναι βιωματική και επομένως δεν πρόκειται για επιλογή. Κι αν κάποιος πει ότι έτσι φαίνεται καλύτερα η οριακή κατάσταση του πολιτισμού μας, τότε μπορεί εύκολα κανείς να ανταπαντήσει ότι εξίσου χάνεται η ταύτιση του μέσου αναγνώστη, που βλέπει στο όλο σκηνικό μια ακραία περίπτωση με την οποία δεν μπορεί να ταυτιστεί.

Πατριάρχης Φώτιος
8.5.2007

Friday, May 04, 2007

Χυμός ανάμικτος: νεοεμφανισθέντες 2006

Οι πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι του 2006

Η εννιάδα των πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων που καταγράφουμε είναι όσοι ακούστηκαν λίγο ή πολύ ως τώρα, είτε μέσω του έντυπου τύπου είτε μέσω των ιστολογίων. Η κριτική επιτροπή του περιοδικού “διαβάζω” ξεχώρισε -δικαιολογημένα κατά τη γνώμη μου, όπως και κατά τη γνώμη της γενικότερης κριτικής- τον Γλυκοφρύδη, τη Δημητρομανωλάκη, τον Καλαβρή, την Κιτσοπούλου και τον Μάντη. Από εκεί και έπειτα καθένας μπορεί να ιεραρχήσει διαφορετικά αυτήν την τελική πεντάδα. Το “διαβάζω” κατέληξε να αναδείξει στην πρώτη θέση τις “Νυχτερίδες” της Λ. Κιτσοπούλου.
Εγώ θα καταγράψω όσα κείμενα ασχολήθηκαν με τα βιβλία (συγγνώμη για όσα δεν μπόρεσα να εντοπίσω), ενώ προηγουμένως σημειώνω τη δική μου εκτίμηση.
Πρώτ’ απ’ όλα, χαίρομαι γιατί και οι πέντε επιλεγέντες/επιλεγείσες πληρούν βασικά κριτήρια γραφής, ύφους και οργάνωσης του υλικού τους. Επομένως, όποιος κι αν εκλεγόταν, δεν θα με ενοχλούσε. Αντίθετα, κρατώ 5 ονόματα των οποίων θα περιμένω με αδημονία την επόμενη (ελπίζω εξίσου καλή) δουλειά. Οι διαφορές επομένως είναι μικρές, αφού ο καθένας υπερέχει αλλού.
Μεταξύ των διηγηματογράφων πιστεύω ότι μερικά (ιδίως τα πρώτα) από τα διηγήματα του Ν. Μάντη είναι εξαιρετικά, καθώς ο συγγραφέας χρησιμοποιεί έντεχνα το τέχνασμα του σωσία, αλλά τα τελευταία της συλλογής ατονούν πολύ, με αποτέλεσμα να μένει μια ανάμικτη εντύπωση, κυρίως όμως θετική (βλ. αναλυτικότερα το ποστ μου). Η Λ. Κιτσοπούλου γράφει για καθημερινές οικογενειακές ιστορίες, ίσως με πολύ φροϋδισμό στη σκέψη της, καθώς όλα εξηγούνται με το γενετήσιο ένστικτο και καταλήγουν στο θάνατο. Η θεματική της είναι εν μέρει σκληρή, η γλώσσα της πολύ ζωντανή, όπου μάλιστα υφοποιείται ο λόγος πολλών προσώπων μέσα στον λόγο του αφηγητή, ενώ η οπτική της γωνία κατάλληλα τοποθετημένη αναδεικνύει την τραγικότητα της ζωής κάθε προσώπου.
Μεταξύ των μυθιστορηματογράφων τώρα ο Γ. Γλυκοφρύδης τόλμησε μια πολυεπίπεδη ιστορία, όπου οι εναλλαγές του χρόνου εντείνουν την κινηματογραφικότητα του ρυθμού, ενώ η έννοια του διχασμού, που αποτελεί τη βασική φιλοσοφία του βιβλίου, καθορίζει τη ζωή του Βερολίνου, αλλά και την ψυχή του πρωταγωνιστή που διχοτομείται ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Το πρόβλημα έγκειται ίσως στην απουσία επαρκούς ψυχολογικού βάθους στα πρόσωπα. Η Ελ. Δημητρομανωλάκη εκπλήσσει ευχάριστα με ένα μελλοντολογικό κείμενο, όπου η ανησυχία για τα επιτεύγματα της επιστήμης συνδυάζονται με μια απόλυτη οργάνωση της κοινωνίας, που καταντά ασφυκτική. Ίσως το πρόβλημά της να βρίσκεται στο μάζεμα του υλικού της σε μια πιο αυστηρή τελεολογία. Τέλος, ο Δ. Καλαβρής γράφει μια σύγχρονη ηθογραφία, κι αυτός σε δύο χρονικά επίπεδα, όπου επιδιώκεται η ζεύξη παγανιστικών και χριστιανικών δοξασιών που κορυφώνονται σε μία σύγκρουση. Η ιστορία εξελίσσεται αργά αλλά κάθε σημείο της βαδίζει σταθερά προς το τέλος το οποίο αποζημιώνει πολλαπλά. Στιβαρό ύφος σε ένα απαιτητικό θέμα, το οποίο καταφέρνει να αναδείξει με γλαφυρό ύφος και καλοδομημένη πλοκή.
Με μικρή διαφορά θα ψήφιζα τον Καλαβρή, αν και –ξαναλέω- δεν είναι τόσο μεγάλες οι αποστάσεις. Κάθε μέλος της επιτροπής του “διαβάζω” μπορεί να είδε κι αυτό τις μικρές διαφορές και στο σύνολό τους να εξέλεξαν την Κιτσοπούλου ως πρώτη μεταξύ ίσων.
Θα ήθελα τη γνώμη σας για τον καθένα, αλλά και για άλλους που δεν καταγράφηκαν εδώ.


1. Γιώργος Γλυκοφρύδης, “Ο επιβάτης”, εκδόσεις Νεφέλη
- http://librofilo.blogspot.com/ 2007_08_28
- http://vivliocafe.blogspot.com/2007_10_07
- Περαντωνάκης, Γ.Ν., “Διχασμένη πρωτεύουσα”, Ελευθεροτυπία, 10.11.2006.

2. Ελευθερία Δημητρομανωλάκη, “Η ηγεμονία της ευτυχίας”, εκδόσεις Μεταίχμιο
- Ξενάριος, Γ., “Ελευθερία Δημητρομανωλάκη. Η ηγεμονία της ευτυχίας”, διαβάζω, Φεβρουάριος 2007.
- Πανώριος, Μ., “Θρίλερ για το εμπόριο της ευτυχίας”, Η Καθημερινή, 6.3.2007.

3. Δημήτρης Καλαβρής, “Άγγελος τιμωρός”, εκδόσεις Μεταίχμιο
- http://vivliocafe.blogspot.com/2007_12_24
- Περαντωνάκης, Γ.Ν., “Η ηθογραφία επιστρέφει”, Ελευθεροτυπία, 29.12.2006.
- http://bibliofagos.blogspot.com/2007_01_26
- Ξενάριος, Γ., “Δημήτρης Καλαβρής. Άγγελος τιμωρός”, διαβάζω, Μάρτιος 2007.

4. Φώτης Καλαμαντής, “Game over”, εκδόσεις Κριτική
- Πεσμαζόγλου, Β., “www.logotexnia.com”, Τα Νέα, 21.10.2006.
- http://gnathanail.blogspot.com/2007/02/blog-post_14.html

5. Λένα Κιτσοπούλου, “Νυχτερίδες”, εκδόσεις Κέδρος
- Καρακώτιας, Κ., “Η σκοτεινή πλευρά του κόσμου”, Ελευθεροτυπία, 11.8.2006.
- http://diavazo.blogspot.com/2006_08_28
- Τατσόπουλος, Π., “Άλλοι χρωστούν, άλλοι πληρώνουν”, Τα Νέα, 16.9.2006.
- Κατσουλάρης, Κ., “Πρώτες εμφανίσεις”, διαβάζω, Νοέμβριος 2006
- http://agavazo.blogspot.com/2007/04/blog-post.html.

6. Νίκος Μάντης, “Ψευδώνυμο”, εκδόσεις Καστανιώτη
- Κατσουλάρης, Κ., “Πρώτες εμφανίσεις”, διαβάζω, Νοέμβριος 2006
- Πανταλέων, Λ., “Πρώιμα πένθη”, Ελευθεροτυπία, 10.11.2006
- Θεοδοσοπούλου, Μ., “Αθάνατος στη Βενετία”, Το Βήμα, 12.11.2006.
- http://bibliofagos.blogspot.com/2006_11_19
- http://diavazo.blogspot.com/2006_12_15
- http://vivliocafe.blogspot.com/2007_01_20

7. Σωτηρέλλος Γιώργος, “Ο αγράμματος συγγραφέας”, εκδόσεις Μελάνι
- Ξενάριος, Γ., “Γιώργος Σωτηρέλλος. Ο αγράμματος συγγραφέας”, διαβάζω, Ιανουάριος 2007.

8. Τρικούκης, Μάκης, “Η ταπείνωση του θριαμβευτή”, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
- Καραγιάννης, Β.Π., “Αλληλένδετοι κόσμοι”, διαβάζω, Δεκέμβριος 2006, σελ. 169.
- Χουζούρη, Έλενα, “Η Κοζάνη στον εμφύλιο”, Ελευθεροτυπία, 22.12.2206

9. Χατζηχρήστος Γιάννης, “Ανασκαφή στο μέλλον”, εκδόσεις Εστία
- Πανώριος, Μ., “Ελλάδα, 2031: οράματα επιστημονικής φαντασίας”, Η Καθημερινή, 24.10.2006.

Πατριάρχης Φώτιος
4.05.2007

Monday, April 30, 2007

Καπουτσίνο: δοκίμιο για τα ιστολόγια

Ανδριωτάκης: Blogs. Ειδήσεις από το δικό σου δωμάτιο

Τα ιστολόγια αρχίζουν και απασχολούν όχι μόνο τους διαδικτυωμένους, αλλά και την ευρύτερη κοινότητα που προσελκύεται σταδιακά να ασχοληθεί μαζί τους. Κάποιοι μάλιστα τα μελετούν –στο εξωτερικό πιο ακαδημαϊκά- και καταγράφουν τις λειτουργίες και τις τάσεις τους.
Ο Ανδριωτάκης –μπλόγκερ ο ίδιος- γράφει ένα υπερ-κειμενικό δοκίμιο, στο οποίο θίγει τα βασικά χαρακτηριστικά των μπλογκ, όπως την ανωνυμία, τη δυνατότητα να μιλήσει ο απλός άνθρωπος, τη δύναμή των ιστολόγων απέναντι στους πολιτικούς ή στις επιχειρήσεις, τη δημοσιογραφική τους “λειτουργία”, τους κινδύνους που εγκυμονούν κ.τ.λ. Όποιος ασχολείται έστω και λίγο με την μπλογκόσφαιρα θα ανακαλύψει δεδομένα που κι ο ίδιος έχει διιδεί σ’ αυτήν και θα διαβάσει με σχετικά οργανωμένο τρόπο τις ποικίλες εκφάνσεις του φαινομένου. Ο Ανδριωτάκης είναι θιασώτης των ιστολογίων, αρκεί να μην χάσουν το μέτρο και γίνουν μια άμορφη μάζα κινδυνολογίας και συκοφαντιών.
Ωστόσο, το όλο βιβλίο είναι πολύ λίγο: μοιάζει με μια εμπειρική προσπάθεια καταγραφής λειτουργιών, προσπάθεια που θα μπορούσε να κάνει ο οποιοσδήποτε επαρκής μπλόγκερ, ο οποίος θα ήθελε να το ψάξει περισσότερο. Η πενιχρή βιβλιογραφία στην οποία στηρίζεται είναι πολύ επιφανειακή και επί γενικότερων θεμάτων, ειδικά εφόσον υπάρχουν ήδη πολυάριθμες μελέτες στο διαδίκτυο για τα weblogs που παρακολουθούν το φαινόμενο και αναλύουν –κυρίως κοινωνιολογικά- τη δυναμική του. Από την άλλη, σε πολλά σημεία φαίνεται ένας διδακτικός τόνος, μια χροιά στο ύφος που παραπέμπει σε μια δεοντολογία και όχι σε μια ουδέτερη καταγραφή, σε μια χειραγώγηση που δεν διατυπώνεται ούτε καν ως προβληματισμός. Τέλος, μου φάνηκε πολύ πρόχειρη δουλειά ως προς τη γλωσσική ένδυση του κειμένου και στην τυπογραφική του παρουσία, καθώς άπειρα λάθη –ορθογραφικά και εκφραστικά- παρεισέφρησαν στο βιβλίο. Δεν ξέρω καν αν παρενέβη επιμελητής που να διορθώσει τα παροράματα.
Ωστόσο, είναι η πρώτη προσπάθεια στα ελληνικά να παρουσιαστεί ο ιστολογικός χώρος -πέρα από διάφορα άρθρα που περιπτωσιολογικά μιλάνε γι’ αυτόν- και γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθεί το πρωτόλειο του είδους, που εισάγει τον αναγνώστη του στον θαυμαστό κόσμο των ηλεκτρονικών ημερολογίων.
Ελπίζω να δούμε σύντομα και πιο επαρκείς μελέτες.

Πατριάρχης Φώτιος
30.4.2007

Friday, April 27, 2007

Καφές από καλαμπόκι: Δημήτρης Σωτάκης


Δημήτρης Σωτάκης, “Ο άνθρωπος καλαμπόκι”


Ο Δ. Σωτάκης έχει δημιουργήσει ένα ελληνόφωνο καφκικό σύμπαν στα δύο προηγούμενα έργα του, τόσο στην “Πράσινη πόρτα” όσο και στην “Παραφωνία”. Ο “Άνθρωπος καλαμπόκι” ολοκληρώνει αυτήν την καφκική τριλογία, που θέτει υπαρξιακούς προβληματισμούς και επιχειρεί να δείξει το παράλογο της ζωής και την αδυναμία του ανθρώπου να το παρακολουθήσει και να το ξεπεράσει.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, παρόλο που διαθέτει εν μέρει αυτά τα καφκικά χαρακτηριστικά, κινείται λίγο πολύ εκτός αυτών των ορίων. Η αλληγορία του εξακολουθεί να ωθεί τον αναγνώστη στην αναγνώριση συμβόλων και σχημάτων της ανθρώπινης συμπεριφοράς με άξονα το κ α λ α μ π ό κ ι και την εμμονή του ήρωα σ’ αυτό. Ο πρωταγωνιστής σχηματοποιείται εξ αρχής με όρους της ψυχολογίας: μονομανία στην ιδέα του καλαμποκιού και στην αξία του για ολόκληρη την ανθρωπότητα (βλ. και τη μονομανία στο έργο του Poe "The Black Cat and other stories"), αίσθηση της ιδιαίτερης αποστολής που του έχει ανατεθεί σαν απεσταλμένου του καλαμποκιού επί της γης, γεγονός που σταδιακά τον μετατρέπει σε Μεσσία με αποστόλους και αγίους (κυριολεκτικά), πρόβλημα κοινωνικότητας και συμβίωσης με τους άλλους, σύγχυση στόχων, θεωρίες συνωμοσίας κ.τ.λ.
Ακόμη περισσότερο ο Σωτάκης προσπαθεί να παίξει στο μεταμοντέρνο πεδίο και μάλιστα στο γήπεδο της απουσίας νοήματος που διέπει τον κόσμο, έννοιας αντι-αριστοτελικής. Ένα τέτοιο πετυχημένο παράδειγμα είναι η “Πλωτή όπερα” του Ρ. Μπάρθ, μεταφρασμένη και στα ελληνικά. Πού δεν τα καταφέρνει; Κατά τη γνώμη μου, αδυνατεί να καταδείξει ότι όσα συνέβησαν είναι πτυχές της σύγχρονης φαινομενολογίας. Με άλλα λόγια, φτιάχνει ένα μυθιστόρημα χωρίς ουσιαστικό ειρμό, για να δείξει ότι ο κόσμος δεν έχει ειρμό και νόημα. Τελικά πετυχαίνει να καταλάβει ο αναγνώστης την απουσία νοήματος στο έργο, αλλά όχι πως και η ζωή είναι έτσι, ειδικά μέσω της οπτικής γωνίας του πρωταγωνιστή. Στην “Παραφωνία” το ένα επεισόδιο ακολουθούσε το άλλο κλιμακωτά κι έτσι η ιστορία κέρδιζε σε βάθος, καθώς κάθε νέα σκηνή συνέχιζε και επέκτεινε την προηγούμενη. Εδώ, φαίνεται πως κάθε επεισόδιο αποκόπτεται από τα προηγούμενα και έτσι ατονεί η όλη σύνθεση.
Ο κεντρικός (αντι)ήρωας δεν πείθει για τη μονομανία του, κυρίως επειδή τα πάντα αποδίδονται επιφανειακά και ρηχά. Τα γεγονότα δίνονται με μια εξωτερική μονοκάμερη λήψη, που δεν μεταφέρει το πάθος –όπως συνέβαινε στην “Πράσινη πόρτα”-, αλλά το καλαμπόκι αναδεικνύεται σε φετίχ, όχι μέσα από την ψυχολογία του προσώπου αλλά μέσα από τη ρητορική του βιβλίου.
Ο Σωτάκης δεν παύει να είναι μια αξιοσημείωτη περίπτωση στα ελληνικά γράμματα και οι πειραματισμοί του πάντα έχουν ενδιαφέρον, ασχέτως αν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς.

Βλέπε θετικά σχόλια για τον “Άνθρωπο-καλαμπόκι”:
- http://alexistamatis2.blogspot.com/2007/04/blog-post_08.html
- http://mamaloukas.blogspot.com/2007/03/blog-post_09.html
- Λίνα Πανταλέων, “Παρανοϊκή σύγκρουση με τον κόσμο”, εφ. Ελευθεροτυπία (ένθετο Βιβλιοθήκη), 27.4.2007.


Πατριάρχης Φώτιος
27.4.2007

Thursday, April 26, 2007

Λιμοντσέλο: βραβεία “διαβάζω”

Απονομή των βραβείων “διαβάζω”

Τα βραβεία του περιοδικού “διαβάζω” είναι ίσως και λόγω παράδοσης και λόγω των μελών της κριτικής επιτροπής τα πλέον αναγνωρισμένα. Φέτος μάλιστα που έπεσε πολύ χρήση χάρη σε χορηγούς η όλη παρουσίαση με έγχρωμα τευχίδια και φωτογραφίες των υποψηφίων αλλά και η εκδήλωση απονομής ήταν καλύτερη από ποτέ. Συνοπτικά τα βραβεία είναι:

1. Βραβείο γενικότερης προσφοράς στον χώρο του βιβλίου: Γ. Σπανός, εκδότης του περιοδικού «Βιβλιοφιλία».
2. Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα: Λένα Κιτσοπούλου, “Νυχτερίδες” (συλλογή διηγημάτων), εκδόσεις Κέδρος.
3. Δοκιμίου: Τζίνα Πολίτη, “Περί αμαρτίας, πάθους, βλέμματος και άλλων τινών”, εκδόσεις Άγρα.
4. Εικονογραφημένου βιβλίου: Χρήστος Μπουλώτης – εικον. Φωτεινή Στεφανίδη, “Η κυρία Μίνα και η άνοιξη”, εκδόσεις Λιβάνη.
5. Βιβλίου για μεγάλα παιδιά: Μαρία Παπαγιάννη, “Ως διά μαγείας”, εκδόσεις Πατάκης.

6. Ποίησης: Θεώνη Κοτίνη, “Ανίδεοι πάλι”, εκδόσεις Πλανόδιον.
7. Διηγήματος: Μένης Κουμανταρέας, “Η γυναίκα που πετάει”, εκδόσεις Κέδρος & Αργύρης Χιόνης, “Όντα και μη όντα”, εκδόσεις Γαβριηλίδης.
8. Μυθιστορήματος: Αντώνης Σουρούνης, “Το μονοπάτι στη θάλασσα”, εκδόσεις Καστανιώτης.

Πατριάρχης Φώτιος
25.4.2007

Sunday, April 22, 2007

Χυμός κεράσι: συγγραφείς και γλώσσα

Συγγραφείς και γλώσσα

Είναι τα κείμενα που διαβάζουμε από τους Έλληνες λογοτέχνες μια ποιοτική αναβάθμιση της ελληνικής γλώσσας; Η απάντηση καταρχήν δεν μπορεί να είναι αρνητική, αφού η λογοτεχνία ανέδειξε και εξακολουθεί να καλλιεργεί τη γλώσσα μας. Πολλοί μάλιστα πιστεύουν ότι ένα καλό λογοτέχνημα δεν στηρίζεται τόσο στην πλοκή, στους χαρακτήρες, στην ατμόσφαιρα ή στην έξυπνη ιδέα, αλλά στο ύφος του δημιουργού.
Κι εδώ ξεκινάει το πρώτο πρόβλημα: τα περισσότερα κείμενα της νεοελληνικής πεζογραφίας χρησιμοποιούν τη γλώσσα με έναν καθαρά διεκπεραιωτικό τρόπο. Με άλλα λόγια οι πεζογράφοι αδιαφορούν να δουν τη γλώσσα ως υλικό ζύμωσης των ιδεών με τον λόγο και την αντιμετωπίζουν σαν δημοσιογράφοι με ένα άνοστο, ανούσιο ύφος, που πιο πολύ περιγράφει παρά ανακαλύπτει και δημιουργεί, που πιο πολύ καταγράφει παρά εμβαθύνει. Η γλώσσα γι’ αυτούς είναι περισσότερο ένα τζάμι πίσω από το οποίο προσπαθούν να παρουσιάσουν την πραγματικότητα “ρεαλιστικά”, ενώ δεν αντιλαμβάνονται πως είναι κι αυτή ένα πρίσμα της υποκειμενικότητας και της προσωπικής τους ιδιοσυγκρασίας και επομένως είναι αναγκαίο να δουλευτεί εξίσου. Έτσι, βλέπουμε κείμενα χωρίς ύφος, με την απρόσωπη γραφή του τύπου και των Μ.Μ.Ε. εν γένει.
Οι περισσότεροι πεζογράφοι μας δεν είναι και δημιουργοί ύφους.
Από την άλλη, μερικοί εξ αυτών αγνοούν βασικούς κανόνες της γλώσσας και γράφουν αποτυπώνοντας στο κείμενό τους τα λάθη του προφορικού λόγου, παιδιά της τηλεόρασης κι αυτά και όχι της ουσιαστικής εκπαίδευσης. Σ’ αυτό όμως θα κατηγορήσω ευθέως και τους διορθωτές (φιλολογικοί επιμελητές), οι οποίοι διαβάζουν βιαστικά (;), αγνοούν τα ελληνικά (;), δεν εισακούονται από τους συγγραφείς (;) και γι’ αυτό επιτρέπουν σε ποικίλα ορθογραφικά, εκφραστικά κ.λπ. λάθη να παρεισφρέουν στα εκδοθέντα κείμενα. [Σε λογοτεχνικά μάλιστα έργα ενός συγκεκριμένου μεγάλου εκδοτικού οίκου έχω παρατηρήσει κατ’ εξακολούθηση πάμπολλα τέτοια λάθη, γεγονός που στην επανάληψή του δείχνει αδυναμία των διορθωτών του].
Το ερώτημα είναι συνολικά γιατί δεν καλλιεργείται στη λογοτεχνία η γλώσσα; Νιώθω ότι μπορώ να πω πολλά, αλλά ακόμα χρειάζομαι να βρω έρεισμα στον διάλογο για να προσανατολίσω τις σκέψεις μου.

Πατριάρχης Φώτιος
22.4.2007

Saturday, April 21, 2007

Ελληνικός γλυκός με καϊμάκι: Μπαλτάκος


Τάκης Μπαλτάκος, “Ο θάνατος του Εφιάλτη”



Το θέμα της αρχαίας Σπάρτης και των Θερμοπυλών είναι επίκαιρο λόγω της ταινίας “300”. Έτσι, γίνεται επίκαιρο και το ιστορικό μυθιστόρημα του Μπαλτάκου (παρόλο που κυκλοφόρησε προ τριετίας) το οποίο αναφέρεται στα γεγονότα από τη μάχη του 480 π.χ. στις Θερμοπύλες ως το 469 π.Χ., οπότε σκοτώνεται τιμωρούμενος ο Εφιάλτης (Μαλιεύς και ουχί Λάκων, όπως στην ταινία).
Το βιβλίο ακολουθεί κλασικότροπες αφηγηματικές τεχνικές με αφηγητή έναν Σπαρτιάτη αξιωματούχο. Έτσι, χωρίς να ανανεώνει τον τρόπο αφήγησης, ο συγγραφέας επιμένει περισσότερο στην ανάπλαση της ιστορίας και της ατμόσφαιρας της περιόδου, την αποτύπωση του τρόπου ζωής των Λακεδαιμονίων και την προσπάθεια ερμηνείας του. Πράγματι ο αναγνώστης μυείται στη σκληρή και λιτή ζωή τους, μέσα στην οποία ανακαλύπτει όχι βέβαια ένα στρατοκρατικό σύστημα αλλά μια άλλη φιλοσοφία για τη ζωή με υπέρβαση του φόβου του θανάτου και υπακοή-πειθαρχία στα κελεύσματα της πατρίδας.
Δεν περιμένει κανείς ότι θα κρατήσει το βιβλίο στη συνείδησή του για τη νεωτεριστική γραφή του, αλλά δεν είναι λίγο που απολαμβάνει ένα καλογραμμένο κείμενο, με ισορροπία μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορίας (με κάποια ίσως υπερβολή στους στοχαστικούς διαλόγους), με ενδιαφέρον για το τέλος, αν και δεν είναι αυτός ο μέγιστος αναγνωστικός στόχος.

Πατριάρχης Φώτιος
21.4.2007

Wednesday, April 18, 2007

Καφές φίλτρου: Καπλάνι

Γκαζμέντ Καπλάνι,
“Μικρό ημερολόγιο συνόρων”

Το βιβλίο αυτό πρέπει να το διαβάσουν όλοι οι Αλβανοί που ζουν στη χώρα μας ως την προσωπική τους αυτοβιογραφία. Πρέπει να το διαβάσουν όλοι οι μετανάστες ως την πνευματική παρακαταθήκη της πρώτης γενιάς μεταναστών που πέρασαν τα σύνορα. Και φυσικά πρέπει να το διαβάσουν όλοι οι Έλληνες, για να θυμηθούν τις δικές τους ιστορίες στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Γερμανία κ.λπ. και να καταλάβουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος με δύο αλλά ταυτόχρονα με καμία πατρίδα.
Το “Μικρό ημερολόγιο συνόρων” δεν είναι μυθιστόρημα· είναι ωστόσο προϊόν λογοτεχνικότητας καθώς ο αφηγητής, που ταυτίζεται εξαιτίας της αυτοβιογραφικότητας του κειμένου με τον συγγραφέα, αναπλάθει τον ερχομό του στην Ελλάδα με καίρια, ευαίσθητα και ευαισθητοποιούντα, εύληπτα όσο και προβληματισμένα στιγμιότυπα. Κάθε μικρό κεφάλαιο αναφέρεται είτε σε κάποια φάση από τις πρώτες μέρες παραμονής στην Ελλάδα, είτε στη ζωή στην Αλβανία πριν από την έλευσή του εδώ, είτε στο τώρα που απολαμβάνει τη ζωή στη χώρα μας, αλλά και ταλαιπωρείται από τη “μεταναστευτική” του ταυτότητα.
Τέτοια βιβλία επαναπροσδιορίζουν την έννοια του ανθρώπου, του εθνικισμού και του ρατσισμού, της γραφειοκρατίας και της πατρίδας, της αλληλεγγύης και της ανθρώπινης μοίρας. Χωρίς να είναι σκληρό, προκαλεί προβληματισμούς, και, χωρίς να γίνεται μελοδραματικό, αγγίζει τις ευαισθησίες μας.
Επ' ευκαιρία, οι εκδόσεις Πατάκης στον ετήσιο διαγωνισμό διηγήματος για νέους συγγραφείς έδωσαν θέμα την μετανάστευση: Συμμετοχές μέχρι τις 30 Ιουνίου 2007 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Κείμενα στα όρια των 5.000-7.000 λέξεων και επισύναψη σύντομου βιογραφικού Αποστολή με ταχυδρομείο: Εκδόσεις Πατάκη, Βαλτετσίου 14, 10680 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη κ. Γιώργου Πάντσιου (τηλ. 210.36 50.051).

Πατριάρχης Φώτιος
18.4.2007

Sunday, April 15, 2007

Πέπερμιντ: αυτό-μπλογκοανάλυση

Τι περιμένουν από τα μπλογκς οι αναγνώστες μας;


Θα ήθελα πολύ να μάθω; Να δω πώς μας βλέπουν και τι απαιτούν από εμάς.
Φυσικά, επειδή οι αναγνώστες είναι σε κάποιο ποσοστό κι αυτοί μπλόγκερς, όπως κι εγώ, προσπαθώ να σταθμίσω τι μπορεί να δώσει ένα (βιβλιόφιλο) ιστολόγιο και με ποιες προϋποθέσεις. Αφορμή το σημερινό αυτοαναφορικό σχόλιο στην εφ. Καθημερινή του Ν. Ξυδάκη με τίτλο “Blog me tender”. Αντιγράφω ένα σημείο που με ενδιαφέρει:

“Οι αναγνώστες, συχνά, μπορεί να είναι πιο μορφωμένοι και πιο ενήμεροι από τους δημοσιογράφους – τουλάχιστον από τους αλαζόνες δημοσιογράφους που αναπαύονται αυτάρεσκα στις μαραμένες δάφνες του λάιφσταϊλ, του ναρκισισμού χωρίς αίμα, του φτενού power game. Από την άλλη πλευρά του εκράν τώρα. Πολλοί μπλόγκερ υποφέρουν από παιδικές ασθένειες της δημοσιογραφίας: εντυπωσιοθηρία, αδιασταύρωτη είδηση, αφρόντιστη γλώσσα. (Άλλοι επιμένουν στον ιμπρεσιονισμό του προσωπικού ημερολογίου – είναι άλλη συζήτηση) Δεν απαιτώ επαγγελματικές αρετές από τους ερασιτέχνες, ακριβώς διότι δεν πληρώνονται. Ωστόσο, εφόσον διεκδικούν τη μαζικότητα του μέσου, φέρουν παρόμοια την ηθική ευθύνη έναντι του δυνητικού κοινού. Και ακεραία την ευθύνη για το ψέμα ή την κακογουστιά. Κρίνεται και ο μπλόγκερ, όπως κρίνεται ο κάθε δημοσιολογών.”

Επομένως:
1. Ο μπλόγκερ οφείλει να είναι διαβασμένος για όσα γράφει. Και διαβασμένος δεν σημαίνει ότι, επειδή έχω διαβάσει πενήντα λογοτεχνήματα, μπορώ να εκφέρω γνώμη αυθεντίας. Ή διαβάζω περαιτέρω ή καταθέτω απλώς την αναγνωστική μου πρόσληψη, πράγμα που δεν είναι βέβαια καθόλου λίγο.
2. Κάθε ιστολόγιο οφείλει να είναι βήμα διαλόγου και όχι δογματισμού, τόσο από τον μπλόγκερ όσο και από τους αναγνώστες του.
3. Κάθε βιβλιόφιλο ιστολόγιο οφείλει να είναι τράπεζα συζήτησης γύρω από το βιβλίο, τον συγγραφέα ως συγγραφέα και όχι ως δρων υποκείμενο, τη λογοτεχνική και πνευματική κίνηση, τα βραβεία, τους αναγνωστικούς προβληματισμούς γύρω από την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή κ.ο.κ.
4. Ο ιστολόγος οφείλει να φροντίζει τα κείμενά του και γλωσσικά και να μην τα πετάει ατάκτως και πρόχειρα με χίλια δυο εκφραστικά λάθη, είτε γιατί δεν ξέρει ελληνικά (και απορώ πώς διαβάζει τη λογοτεχνία), είτε γιατί βιάζεται και δεν μεριμνά για όσα δημοσιεύει.
5. Η εντυπωσιοθηρία δείχνει άνθρωπο που επιδιώκει να προσελκύσει τα βλέμματα στο μπλογκ του, όχι με τη διατήρηση της ποιότητας και του προβληματισμού αλλά μέσω λαϊκισμού και διαφημιστικής προπαγάνδας.

Έχω την εντύπωση ότι τα ελληνικά βιβλιοφιλικά μπλογκς διατηρούν και συνεχώς ανυψώνουν το επίπεδο του λόγου τους. Μέσα από την αυτοσυνειδησία που αποκτούμε και την ειλικρινή μας διάθεση για βελτίωση, μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα δίκτυο ανταλλαγής ιδεών και διαμόρφωσης ενός απαιτητικού και υποψιασμένου αναγνωστικού κοινού.

Πατριάρχης Φώτιος
15.4.2007

Saturday, April 14, 2007

Πολλά βαρύς και όχι. M.Collins


Michael Collins: Χαμένες ψυχές

Το μυθιστόρημα συνδυάζει σε εξαιρετική ισορροπία το αστυνομικό και το κοινωνικό είδος. Αυτό βέβαια πλέον είναι ο κανόνας, αλλά ο Collins το καταφέρνει με ένα διακριτικό όσο και πετυχημένο τέχνασμα:
Ξεκινά με την ανεύρεση του πτώματος ενός μικρού κοριτσιού, αλλά γρήγορα ο ερευνητής-αστυνομικός ανακαλύπτει ότι τη χτύπησε ο σταρ της τοπικής ομάδας, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται η εστίαση στις τύψεις του ενόχου και στην προσπάθεια της κοινωνίας να τον απαλλάξουν από τις ενοχές για να προσφέρει στην πόλη την πολυπόθητη δόξα. Στη συνέχεια αποκαλύπτεται ότι κάποιο άλλο αυτοκίνητο είχε χτυπήσει πρώτα το κοριτσάκι, οπότε πάλι η αστυνομική δράση επανέρχεται δριμύτερη. Οι εναλλαγές συνεχίζονται με την ενοχοποίηση του ερευνητή-αφηγητή, ο οποίος είναι αντιηρωική φυσιογνωμία, μέχρι το τέλος.
Ο αναγνώστης κερδίζει μια υπόθεση με σασπένς• κερδίζει μια καθαρή ματιά πάνω στην αμερικάνικη κοινωνία που κινείται ανάμεσα στη θρησκοληψία και την ανάγκη για καταξίωση, ανάμεσα στην τελμάτωση και την αναζήτηση μιας διεξόδου• κερδίζει τέλος και την ανατομία της ανθρώπινης υπόστασης στις διάφορες διαβαθμίσεις της ψυχολογίας της.
Δες το χθεσινό κείμενο (13.4.2007) της Αργ. Μαντόγλου στην Ελευθεροτυπία (Βιβλιοθήκη) και τη βιβλιοπαρουσίαση του Φ. Φιλίππου στο Βήμα της 25.3.2007.

Πατριάρχης Φώτιος
14.4.2007

Wednesday, April 11, 2007

Λικέρ κανέλλα: Αυτοπαρουσίαση στο “Έθνος”

Αυτοπαρουσίαση στο Έθνος


Το «Έθνος» προχθές, την Κυριακή του Πάσχα, κάλεσε για την Ανάσταση τον Πατριάρχη αυτοπροσώπως! Με άλλα λόγια η Ελένη Γκίκα, την οποία ευχαριστώ για την τιμή, περιέλαβε στη μόνιμη πλέον στήλη για τα μπλογκς και το Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Α Φ Ε.

Τα λόγια της: Κερνάει… καφέδες και χυμούς υπό μορφή βιβλιοφιλικών ποστ στη διαδικτυακή διεύθυνση http:vivliocafe.blogspot.com. Πατριάρχης Φώτιος υπογράφει και συστεγάζεται με την Κάτια. Ειδικότης τους η ελληνική εκδοτική παραγωγή με έμφαση στη λογοτεχνία. Ενδεικτικοί τίτλοι που χαρακτηρίζουν το μπλογκ: «Χυμός αχλάδι: αυτοβελτίωση», «Coca Cola light: γνωρίζω τον συγγραφέα», «Σαγκρία: Αχιλλέας Κυριακίδης», «Bloody Mary: Παύλος Μάτεσις», «Βυσσινάδα: Το χαμένο κοινό της λογοτεχνίας». Όλα ξεκίνησαν βέβαια τον Ιούνιο του 2006 στην αρχή με… σκέτους χυμούς: «Βυσσινάδα», «Χυμός ροδάκινο» και «Χυμός πορτοκάλι».

Και τα δικά μου:
Το ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ κερνάει ροφήματα και χυμούς για την ελληνική (και ξένη) βιβλιοπαραγωγή, ειδικά στον χώρο της πεζογραφίας· δίνει δηλαδή τροφή σε παρέες για γόνιμες συζητήσεις με τους επισκέπτες του μπλογκ.
Ξεκίνησα τον 9ο μ.Χ. αιώνα, όταν αποφάσισα να κρατήσω σημειώσεις για βιβλία που διάβαζα, με αποτέλεσμα να βγει η “Μυριόβιβλος” με καταγραφές μου για 280 συγγραφείς. Συνέχισα, όταν τελείωσα το λύκειο, με καρτέλες, όπου καταγράφω συστηματικά τα σχόλιά μου για βιβλία που διαβάζω από τότε, με αποτέλεσμα να διαθέτω πλέον έναν αρκετά μεγάλο αριθμό.
Τώρα πια, από τον Ιούνιο του 2006, (μαζί με την “Κάτια”, που λείπει τώρα στο εξωτερικό) κοινοποιώ στο ιστολόγιό μας τις παρατηρήσεις μου για βιβλία κυρίως της τρέχουσας ελληνικής πεζογραφίας, ενώ σκοπεύω να οργανώσω και αναδρομές σε κλασικά ελληνικά έργα, τα οποία δεν προβάλλονται στις εφημερίδες. Παράλληλα, δημοσιεύω τις σκέψεις μου για όσα απασχολούν τους Έλληνες αναγνώστες, από τα διαβάσματά τους ως την κριτική και από τη συγγραφική πράξη ως τη δημιουργική γραφή. Πετάω δηλαδή μποτίλιες στο πέλαγος…
Στόχος μου είναι το ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ να αποτελέσει στέκι βιβλιόφιλων, οι οποίοι δεν έρχονται για να πιάσουν κουβεντούλα κομμωτηρίου, αλλά να συνομιλήσουν για το βιβλίο με όρους γόνιμου διαλόγου, με επιχειρήματα και απόψεις και όχι με ατάκες ή πυροτεχνήματα. Προσπαθώ να είμαι νηφάλιος στις εκτιμήσεις μου, να στηρίζω όσα λέω και περιμένω ανάλογη διάθεση. Στο ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ δεν διασταυρώνονται πρόσωπα αλλά επιχειρήματα, και γι’ αυτό ο Πατριάρχης Φώτιος είναι οι απόψεις του και όχι αυτός που κρύβεται πίσω του, είτε είναι μοναχός στο Άγιο Όρος ή βιβλιόφιλος αναρχικός στα Εξάρχεια, καθηγητής Πανεπιστημίου ή μπογιατζής, δημοσιογράφος της κακιάς ώρας ή φιλήσυχος συνταξιούχος. Ως εκ τούτου, δεν πιστεύω στα βιβλιοφιλικά μπλογκς όπου συζητάνε προσωπικά θέματα σαν πρωινάδικα της ιστο-τηλεόρασης.
Τι κέρδισα από όλο αυτό το εγχείρημα; Μα φυσικά να συζητάω με ανθρώπους άλλης κουλτούρας και νοοτροπίας, ώστε να ξεφύγω από τον δικό μου αναγνωστικό μικρόκοσμο. Κέρδισα τη δυνατότητα να εκθέτω τη γνώμη μου και επομένως να τη σκέφτομαι διπλά, αλλά και να ακούω την απάντηση, την οποία πάντοτε προσπαθώ να κατανοήσω, συχνά συμφωνώντας και συχνά διαφωνώντας. Απεχθάνομαι τον δογματισμό, γιατί δείχνει μονομέρεια, απεχθάνομαι τις εμπειρικές κρίσεις, γιατί ενθρονίζουν την προσωπική γνώμη σε γενικευμένη αλήθεια. Γι’ αυτό, παράλληλα με τη πεζογραφία, προχωρώ σε αφανές διάβασμα, όπως θεωρία λογοτεχνίας, φιλοσοφία, ποίηση, ιστορία, κοινωνιολογία κ.τ.λ., ώστε να ενισχύσω τον αναγνωστικό μου εξοπλισμό και να είμαι πιο υποψιασμένος αναγνώστης.
Γενικά τα μπλογκς δίνουν φωνή στον αναγνώστη και μορφοποιούν τον ορίζοντα πρόσληψης της εποχής, πέρα από τις επώνυμες βιβλιοκριτικές. Γι’ αυτό τέτοιες συστηματικές προσπάθειες είναι ψηφίδες στην ιστορία της λογοτεχνίας και των ιδεών.

Χριστός Ανέστη!
Πατριάρχης Φώτιος
11.4.2007

Monday, April 02, 2007

Coca Cola: Παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου

2 Απριλίου: Παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου

Διαβάζουν οι μεγάλοι παιδικά βιβλία (Δεν αναφέρομαι φυσικά στους γονείς); Κι όμως έχει αρχίσει γοργά να ξεπερνιέται η απαξίωση που τα συνόδευε παλαιότερα, γιατί η ίδια η βιβλιοπαραγωγή τους έχει καταδείξει πόσο φρέσκα, δημιουργικά και εμπνευσμένα είναι.
Η παιδική λογοτεχνία έρχεται με τον ανθρωπιστικό της χαρακτήρα να ξανασυνδέσει την ανάγκη του κοινού να ακούει ιστορίες με την υψηλή τέχνη. Ο κάτοχος Νόμπελ Isaac Bashevis Singer είπε: «Άρχισα να γράφω για παιδιά σαν ύστατη καταφυγή, για να γλιτώσω από μια λογοτεχνία έξαλλη, έτοιμη ν’ αυτοκτονήσει».
Πέρα απ’ αυτό πολλά βιβλία για παιδιά και εφήβους της τελευταίας 30ετίας έχουν να επιδείξει αξιόλογες αισθητικές καινοτομίες πέρα από το όποιο θέμα πραγματεύονται. Μια ενδεικτική, μικρή ανθολόγηση τέτοιων βιβλίων Ελλήνων συγγραφέων ίσως μάς πείσει (εκτός από τις αγαπημένες παιδιών και γονέων Άλκη Ζέη και Ζωρζ Σαρρή):
- Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, “Σπίτι για πέντε”: πολυφωνικό κείμενο με εναλλαγή επιστολών, μαγνητοφωνημένων ημερολογίων και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων γύρω από μια οικογένεια που προέκυψε από το γάμο δύο γονέων με παιδί.
- Μάνος Κοντολέων, “Το 33”: μεταμοντέρνα αλλά και παιγνιώδης νουβέλα με εμπλοκή του συγγραφέα και συζήτηση με τους ήρωες, με εναλλακτική εξέλιξη, με αυτοαναφορικότητα κ.τ.λ. γύρω από το διαζύγιο.
- Παντελής Καλιότσος, “Τα ξύλινα σπαθιά”: συνδυασμός παιδικής αφέλειας και ενήλικης βλακείας γύρω από τον πόλεμο.
- Βαγγέλης Ηλιόπουλος – Λουτσάνο Κόμιντα, “Από: Μικέλε Προς: Φώτη”: πείραμα συν-συγγραφής βιβλίου από δύο αλλόγλωσσους πεζογράφους το βιβλίο, το οποίο απαρτίζεται από τον επιστολικό λόγο των δύο φίλων.
- Ευγένιος Τριβιζάς, “Τα 33 ροζ ρουμπίνια” και “Τα 88 ντολμαδάκια”: υπερ-κείμενο (hypertext) όπου ο νεαρός αναγνώστης επιλέγει την εξέλιξη της ιστορίας μέσα από κόμβους.

Κάντε δώρο στον εαυτό σας την ανάγνωση ενός καλού βιβλίου για παιδιά ή εφήβους, έστω κι αν το Πάσχα δεν είναι συνυφασμένο με το παιδί.

Καλή Ανάσταση!
Πατριάρχης Φώτιος
2.4.2006