Sunday, February 12, 2017

“Μπέττυ” του Ζωρζ Σιμενόν

Ένα ψυχολογικό θρίλερ δεν μένει πολύ στην ιστορία αλλά διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, στο πώς αυτός εκλαμβάνει την ιστορία. Κι ο Σιμενόν σε όλα-του τα έργα, με τη σοβαρότητα και τη μουντή-του πέννα, σκιαγραφεί περιβάλλοντα, εσωτερικά και εξωτερικά, σκιαγραφεί πρόσωπα, ζωγραφίζει ψυχοσυνθέσεις.


Γαλλικός με άρωμα μήλο:

Georges Simenon
Betty
1961

 
Ζωρζ Σιμενόν
“Μπέττυ”
μετ. Α. Μακάρωφ
εκδόσεις Άγρα
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή είμαι φαν του Σιμενόν, δεδηλωμένος φαν, που βρήκα ότι η γραφή-του δεν περιορίζεται στο αστυνομικό πλαίσιο, για το οποίο είναι διάσημος, αλλά εκτείνεται και σε άλλα βασικά λογοτεχνικά προτερήματα. Επομένως, ό,τι και να πω, θα είναι υποκειμενικό…

Καθώς το διάβαζα:
          Τα έργα του Σιμενόν χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στα αστυνομικά, στα οποία αυτό που μετράει είναι πιο πολύ η περιρρέουσα ατμόσφαιρα παρά η αιτιώδης αλληλουχία των ενδείξεων, και στα “σκληρά μυθιστορήματα”. Τα τελευταία χωρίζονται, σύμφωνα με το χρήσιμο επίμετρο του Πετσόπουλου, στα μυστηρίου, όπου πάλι υπάρχει η βία και το αίνιγμα, και στα αμιγώς ψυχολογικά, όπου κυριαρχεί το βάθος στην προσωπικότητα ενός κυρίου ήρωα.
          Η “Μπέττυ” ανήκει στα τελευταία. Το κείμενο ξεκινά από την “Τρύπα”, όπου η πρωταγωνίστρια βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, έχει πιει τον άμπακο, καταλαβαίνει και δεν καταλαβαίνει, αλλά μπορεί να μας μεταφέρει την πραγματικότητα μέσα από τη ζάλη-της, ώσπου λιποθυμά. Αυτή η έναρξη του μυθιστορήματος προϊδεάζει για πολλά ή για τίποτα, αλλά αξίζει να εμπιστευθούμε το μαγικό χέρι του συγγραφέα.
          Όταν ξυπνά, η Μπέττυ βρίσκεται στο ξενοδοχείο “Κάρλτον”, όπου την έχει μαζέψει η Λωρ, πλούσια κατά βάση, που, αφού πέθανε ο άντρας-της, μετακόμισε εκεί και ζει μια άλλη ζωή. Τα πράγματα δεν εξιστορούνται όλα μαζί κι αυτό αφήνει στο ημίφως, αλλά χωρίς θολά περιγράμματα, το παρελθόν και των δύο γυναικών, αλλά και το παρόν-τους, όσο υπάρχει έξω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Αυτό κάνει την αφήγηση πιο ενδιαφέρουσα, καθώς μπορεί να μιλάει σταδιακά για τα άδεια κουτάκια-της, να συμπληρώνει τα χάσματα και να εμβαθύνει στην ψυχολογία της ηρωίδας. Τα ερωτήματα που πλανώνται παίρνουν απάντηση, όχι βέβαια ρητή και μονόδρομη, μέσα από το γέμισμα των κενών.    
          Η Μπέττυ, συμπαθής μέσα στην κατάστασή-της, αποδεικνύεται κακή μάνα, αφού δεν μεγάλωσε τα παιδιά-της αφήνοντάς-τα στις φροντίδες της νταντάς, κακή σύζυγος, αφού απάτησε πολλάκις σε βαθμό πορνείας τον άνδρα-της, μέθυση και φευγάτη. Η τωρινή-της κατάσταση μας κάνει να τη λυπόμαστε, άρρωστη, αδύναμη, καχύποπτη, ζηλιάρα ακόμα και προς τη Λωρ, με εξάρτηση από το αλκοόλ, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι-της και να υπογράψει ότι παραχωρεί το δικαίωμα της ανατροφής των παιδιών-της στον άνδρα-της, ένα κυνηγημένο αγρίμι. Η ψυχολογία της πρωταγωνίστριας απλώνεται μέσα στο μυθιστόρημα όπως το μελάνι στο στυπόχαρτο και γίνεται πλήρως κατανοητή από τον αναγνώστη. Το ζητούμενο είναι τι την οδήγησε σε μια τέτοια μοίρα, ειδικά αφού παντρεύτηκε τον Γκυ από αγάπη.

          Το αίτιο, που εξηγεί την αλλαγή στη στάση-της, ακούγεται μέσα στην αφήγηση, αλλά δεν προβάλλεται διδακτικά. Αφενός, η ίδια η Μπέττυ έχει αποκτήσει μια παιδεία που θεωρεί τη γυναίκα “βρόμικη”, φορέα του κακού μεταφράζω εγώ, κι έτσι η ίδια “όλη-της τη ζωή, αναζητούσε την πληγή-της” (σ. 106). Αυτή η αίσθηση αυτοενοχής, η ιδέα για την ηθική-της φαυλότητα, για τη ρυπαρή φύση-της την κάνει περισσότερο να υποκύπτει στο “κακό”. Αφετέρου, το περιβάλλον στο πλούσιο σπίτι του Γκυ, με την ηγεμονική πεθερά, με τον πετυχημένο αδελφό-του, με το κλίμα της οικογένειας που δέχτηκε την Μπέττυ ως παρακατιανή την σπρώχνει προς μια φυγή, που πραγματώνεται με εραστές και με απόσυρση από την ενεργό δράση.

Αφού το διάβασα:
          Το έργο κλείνει με μια παράξενη αντιστροφή ρόλων και τύχης μεταξύ της Λωρ και της Μπέττυ. Έτσι, με ένα τέλος που δεν επιδεικνύει τις προθέσεις-του, το μυθιστόρημα του Σιμενόν αφήνει πολλά άλυτα σημεία, οδηγεί σε μια ανασκόπηση της ιστορίας, αφήνει εκκρεμή την προσωπικότητα της Μπέττυ, που κανείς δεν ξέρει αν είναι τελικά συμπαθής ή αντιπαθής.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 27/12/2016]

Πατριάρχης Φώτιος 

5 comments:

Anonymous said...

Καλημέρα Πατριάρχη. Θα ήθελα αν μπορείς να πεις ποια από τα έργα του Σιμενόν κατατάσσεις στην κατηγορία αστυνομικά και ποια στα σκληρά μυθιστορήματα και στις υποκατηγορίες τους.
Ευχαριστώ.

Πέτρος

anagnostria said...

Σιμενόν! Σταθερή αξία.
Χαιρετώ.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Πέτρο,
απ’ όσα έχω διαβάσει, μπορώ να κάνω την εξής κατηγοριοποίηση

Αστυνομικά:
“Ο θάνατος της Μπέλλ”
“Ο Μαιγκρέ φοβάται”
“Ο ανθρωπάκος από το Αρχαγγέλσκ”

Σκληρά:
“Μπέττυ”
“Στριπτήζ”

Βέβαια στο επίμετρο του βιβλίου δίνονται και άλλα ανά κατηγορία.
Π.Φ.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Anagnostria,
έχεις απόλυτο δίκιο.
Σταθερή απόλαυση χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα.
Π.Φ.

Anonymous said...

Ελπίζω να μην καταχρώμαι το χώρο σας, ήθελα όμως να πω μερικά πράγματα που με προβληματίζουν τον τελευταίο καιρό. Παρακολουθώ από χρόνια συστηματικά την κίνηση του βιβλίου, και βλέπω δυστυχώς ότι, ιδίως τα δύο προηγούμενα χρόνια (χονδρικά από το καλοκαίρι του '15 και δώθε - χωρίς να θέλω να το πολιτικοποιήσω) υπάρχει μια συνεχιζόμενη καθίζηση, μια αίσθηση σταδιακού 'βουλιάγματος'. Ειδικά στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή, παρ' όλο που ίσως δεν έχει υπάρξει ποσοτική μείωση, είναι όλο και λιγότερα τα βιβλία που κάνουν θόρυβο, που συζητιούνται, λιγότερες οι κριτικές, λιγότερες οι ανταλλαγές απόψεων - είναι χαρακτηριστικό ότι, αν μπείτε στο αρχείο της βιβλιονέτ, εκεί που κάποτε υπήρχαν 'σεντόνια' διαφορετικών κριτικών για κάθε τίτλο, τώρα μετά βίας βλέπεις δέκα δημοσιεύματα, κι αυτό για τα δημοφιλέστερα βιβλία.

Σκέφτομαι πόσα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία έχουν κάπως συζητηθεί τη σεζόν που διανύουμε -από τον περασμένο Σεπτέμβριο δηλαδή- και το μόνο που ίσως μου έρχεται στο νου είναι το 'Ωστικό Κύμα' του Δαβέτα. Αλλά και γενικά διακρίνω μια κούραση, από τις καταχωρίσεις παραπλεύρως των βιβλιομπλόγκερ που είναι όλο και πιο αραιές και όλο και περισσότερο 'αυτοβιογραφικές', πέραν του βιβλιοσχολιασμού δηλαδή, μέχρι και εσάς, Πατριάρχη, που έχετε εμφανώς 'αραιώσει' τις δημοσιεύσεις σας. Για να μην πω για το απειλούμενο κλείσιμο του ΔΟΛ, που αν συμβεί τελικά, θα εξαφανίσει μερικές από τις τελευταίες σελίδες βιβλιοκριτικής του mainstream ελληνικού Τύπου (θα απομείνουν μόνο οι σελίδες της Καθημερινής και της Εφημερίδας των Συντακτών).

Τι να συμπεράνουμε απ' όλα αυτά; (Ίσως το μόνο παρήγορο είναι ότι οι μεταφρασμένοι τίτλοι δείχνουν ακόμα να ανθίστανται - και αριθμητικώς αλλά και από πλευράς σχολίων που προκαλούν). Είναι θέμα συγκυριακό-τυχαίο; Είναι κοινωνικοοικονομικό; Είναι θέμα δημιουργικής κάμψης των συγγραφέων ή της περιρρέουσας μελαγχολίας; Είναι όλα τα παραπάνω;

Συγγνώμη αν σας κούρασα.