Monday, November 29, 2010

“Ο Γερμανός μουτζαχεντίν ή Το ημερολόγιο των αδελφών Σίλλερ” του Boualem Sansal

Πώς μπορούν να συνδεθούν στο ίδιο βιβλίο οι μουσουλμάνοι του Παρισιού, ο γερμανικός ναζισμός και ο αλγερινός ισλαμισμός; Κι όμως ο αλγερινός συγγραφέας που γράφει στα γαλλικά τα συνδέει.


Αραβικός καφές με γάλα καμήλας:
Boualem Sansal
“Le village de l’ Allemand ou Le journal des frères Schiller”
Gallimard
2008

“Ο Γερμανός μουτζαχεντίν ή Το ημερολόγιο των αδελφών Σίλλερ”
μετ. Ε. Γραμματικοπούλου
εκδόσεις Πόλις
2010

        Η αλληλεξάρτηση των τριών μερών πατάει σε τεντωμένο σχοινί, αφού φαινομενικά είναι άσχετα, αλλά μέσα στο μυθιστόρημα το φασιστικό παρελθόν έρχεται σε ευθύ παραλληλισμό με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.
        Το βιβλίο γράφεται με τη μέθοδο των αντικατοπτρισμών, στηριγμένων σε συνεχείς εγκιβωτισμούς. Ο Μάλριχ Σίλλερ ζει στις εργατικές κατοικίες του Παρισιού, μεταξύ των περιθωριακών εμιγκρέδων και μεταναστών και της γαλλικής εξουσίας. Όταν ο αδελφός-του Ρασέλ αυτοκτονεί, αρχίζει να ψάχνει λίγο τη ζωή-του, αφού θεωρητικά ο Ρασέλ δεν είχε λόγους να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, μεγαλωμένος σαν Γάλλος και με καλή θέση, χρήμα και γκόμενα. Αρχίζει, λοιπόν, ο Μάλριχ να διαβάζει τα ημερολόγιά-του, απ’ όπου μαθαίνει πως ο μεγάλος-του αδελφός ανακάλυψε ότι, ενώ η μητέρα-τους ήταν αλγερινή, ο πατέρας-τους ήταν γερμανός ναζί που έκανε έκτροπα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εναντίον των Εβραίων κ.ο.κ. Έτσι, ο Μάλριχ προσπαθεί να ερμηνεύσει τον Ρασέλ κι εκείνος να καταλάβει τη δράση του πατέρας-τους σε μια σκυταλοδρομία ερμηνειών και αποφάσεων.

πίνακας του Delcroix

        Παράλληλα, ο Μάλριχ βιώνει την ισλαμιστική απειλή που καταφέρεται εναντίον όσων δεν τηρούν τον μουσουλμανικό νόμο, ειδικά μέσα στο γκέτο, όπου ο ιμάμης φανατίζει τα πλήθη και δρα παρακρατικά. Το ίδιο συνέβη και στο χωριό-τους στην Αλγερία, όπου ζούσαν οι γονείς-τους τα τελευταία 30 χρόνια, όταν ομάδα ισλαμιστών επιτέθηκαν και σκότωσαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, μέσα στον οποίο και οι δύο γονείς-τους.
        Ο Sansal θέτει τόσο μέσα από τη δράση όσο (περισσότερο) μέσα από τη στάση των χαρακτήρων-του κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν τη θέση του ατόμου σε έναν κόσμο συγκρητισμού και θρησκευτικής ή ιδεολογικής μισαλλοδοξίας:
- πόσο υπεύθυνες είναι οι επόμενες γενιές για τα λάθη των προηγούμενων; Ακόμη περισσότερο, πόσο ένοχοι πρέπει να νιώθουν λ.χ. οι απόγονοι των ναζιστών του Χίτλερ για τις θηριωδίες των προγόνων-τους;
- είναι ο ισλαμισμός ένα είδος ναζισμού και ο ιμάμης ένας άλλος Χίτλερ, όπως δηλώνει ο Μάλριχ θέλοντας να εξηγήσει πόσο οδυνηρές επιπτώσεις μπορεί να έχει ο φανατισμός εις βάρος των αλλόδοξων ή των μειονοτήτων;
- ποια η αξία της ιστορικής μνήμης σε μια εποχή α-ιστορική (οι φίλοι του Μάλριχ στο γκέτο δεν ξέρουν καν ποιος είναι ο Χίλτερ) στην πρόληψη ανάλογων με το παρελθόν φρικαλεοτήτων;
-από γονείς Γερμανό και Αλγερινή, ένας μεγαλωμένος στη Γαλλία τι νιώθει για πατρίδα; πόσο ο μετανάστης είναι παντού ξένος;
      Φυσικά, το σημαντικότερο μήνυμα του Sansal είναι η καταδίκη κάθε είδους ιδεολογικού φανατισμού, αφού όσα έκανε ο Χίτλερ και όλοι τα καταδικάζουν, επαναλαμβάνονται σε γενοκτονίες, απειλές, εξοντώσεις, ψυχολογικές επιθέσεις προς κάθε μερίδα ανθρώπων που θεωρείται στόχος. Ο φανατισμός δυστυχώς ζει ακόμα!
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, November 25, 2010

Τσάι με μήλο και κανέλλα: ευχαριστίες για τις προσφορές

Μέχρι τώρα πολλοί φίλοι συγγραφείς του Βιβλιοκαφέ είχαν την καλοσύνη να μου αποστείλουν ένα αντίτυπο του έργου-τους, επειδή θα ήθελαν τη γνώμη-μου ή την προβολή του βιβλίου-τους μέσω μιας ανάρτησης. Η αμοιβαιότητα της προσφοράς έγκειται αφενός στην εξοικονόμηση εκ μέρους-μου χρημάτων από την αγορά του βιβλίου και αφετέρου την ευκαιρία σε μένα αλλά και στους θαμώνες να συζητήσουμε πάνω στο έργο κάθε λογοτέχνη.
        Πολλές φορές και οι ίδιοι καταθέτουν τη γνώμη-τους, τις περισσότερες φορές με τη ταπεινόφρονα αίσθηση ότι η άποψή-τους δεν είναι ένα εκ καθέδρας θέσφατο, αλλά μια ισότιμη προς τον υποψιασμένο αναγνώστη γνώμη. Πάει πια ο καιρός που ο συγγραφέας ήταν ο αρμοδιότερος εξηγητής του έργου-του, αφού πλέον το βάρος έχει μεταφερθεί στην πρόσληψη του λογοτεχνήματος και στην αποδοχή-του από ένα ετερόκλιτο ίσως κοινό, το οποίο όμως εκφράζει γνώμη, είτε πιο συστηματικά (κριτικοί και πανεπιστημιακοί) είτε μεμονωμένα (τα ιστολόγια αλλά και η ίδια η αγορά είναι δείκτες αποδοχής).
      Έχω κατά καιρούς ευχαριστήσει ονομαστικά όποιους ιδιώτες θέλησαν να μου προσφέρουν τον πνευματικό-τους κόπο. Προσθέτω σήμερα τη νεαρή συγγραφέα Μαρία Ξυλούρη, η οποία μου έστειλε το πρώτο-της τέκνο, το μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Καλέντη με τίτλο “Rewind” (2009). Ειδικά οι νέοι συγγραφείς, κι ακόμα περισσότερο όσοι προέρχονται από μικρούς εκδοτικούς οίκους, δεν έχουν εύκολα τη δυνατότητα να ακουστούν και να προβληθούν από τα έντυπα. [Το συγκεκριμένο βέβαια έργο είχε μπει στη μικρή λίστα των βραβείων του "διαβάζω" (για τους πρωτοεμφανιζόμενους)]. Η συζήτηση επομένως πάνω στο έργο-τους μπορεί να τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν ή να τους δείξει πού πατάνε και πού βρίσκονται. Πάντοτε μια έξωθεν μαρτυρία, όσο μονόπλευρη κι υποκειμενική κι αν είναι, αποτελεί τουλάχιστον μια ανόθευτη γνώμη.
     Ακόμη περισσότερο θέλω να ευχαριστήσω τις εκδόσεις   Π Ο Λ Ι Σ   και ειδικότερα την κα. Ευτυχία Παναγιώτου, την κα. Βασιλική Πέτσα και τον ιδιοκτήτη των εκδόσεων κο. Νίκο Γκιώνη. Η Πόλις είχε την καλή διάθεση να μου στείλει μερικά από τα έργα που εκδίδει, όχι μόνο τα ελληνικά όπως τα τελευταία κείμενα των Αχ. Κυριακίδη και Β. Νικολοπούλου, αλλά και μεταφρασμένα, όπως -ανάμεσα σε άλλα- τα έργα των B. Sansal και M. Attia. Η πράξη-τους δεν είναι απλώς μια ευγενική χειρονομία. Είναι ακόμη περισσότερο η αναγνώριση των βιβλιοφιλικών ιστολογίων ως συν-εκτιμητών της τρέχουσας παραγωγής και όχι μόνο ως στενά διαφημιστικών πεδίων, αλλά κυρίως χώρων συζητήσεων και ζυμώσεων γύρω από το βιβλίο.
       Ευχαριστώ για άλλη μια φορά και δημόσια όλους όσοι πιστεύουν στη δυναμική των ιστολογίων και της δράσης-τους, ειδικά σε ένα πνευματικό και πολιτισμικό προϊόν όπως η λογοτεχνία.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, November 22, 2010

“Πανωλεθρίαμβρος” του Κωνσταντίνου Τζούμα

Ένας καλλιτέχνης γράφει την αυτοβιογραφία-του σε τρεις πολυσέλιδους τόμους, της οποίας η αξία (στην προκειμένη περίπτωση) δεν είναι απόρροια του ονόματός-του, γιατί μεταξύ-μας ο Τζούμας δεν φιγουράρει στους σταρ του θεατρικού στερεώματος.

Freddo Shakerato:
Κωνσταντίνος Τζούμας
“Πανωλεθρίαμβρος”
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

       Επομένως, πώς προξένησε την προσοχή και κέρδισε σε αναγνωστικό κοινό;
      Από τη μία, είναι ο ρυθμός που διακρίνεται για την καταιγιστική-του ορμή (σε πολλά σημεία), χωρίς να λείπουν και οι αργές σελίδες (τηρουμένων των αναλογιών) οι οποίες εξισορροπούν την ταχύτητα. Σε μέσο όρο όμως ο ρυθμός είναι χειμαρρώδης, οι σκηνές εναλλάσσονται με γρήγορες τιμονιές, τα ονόματα και τα πρόσωπα παρελαύνουν ραγδαία.
      Συνοδός του ρυθμού είναι η γοργή, λαιλάπια γλώσσα, που φέρνει στο πέρασμά-της βότσαλα και κροκάλες, κατεβάζει το υψηλό επίπεδο στη διανοουμενίστικη μαγκιά και ανεβάζει τον προφορικό λόγο στην ελιτίστικη ιδιόλεκτο. Ένα παράδειγμα θα μας πείσει: “Φυσικά μέσα σ’ αυτή τη φλου αρτιστίκ φιέστα έχουν βολευτεί ατομιστές νάρκισσοι, ασύστολοι σπαστικοί εγωκεντρικοί, με μόττο «ο σώζων εαυτόν» και η κόλαση είναι οι «άλλοι», τσιγκούνηδες δήθεν αυστηρών αρχών, που τρέμουν να ξοδέψουν για το κέφι, τρακαδόροι που τους έμεινε και καλά απ’ τα φοιτητικά χρόνια, πλουσιόπαιδα που προτιμούν την παρεΐστικη στριμοκωλίαση από την άνετη πρώτη θέση, προδότες της τάξης-τους, λες και είναι υπέρτατο καθήκον να ταλαιπωρείσαι συντροφικώς. Πού είναι η γενναιοδωρία-σας, ρε παίδες;“
       Παράλληλα, ο Τζούμας γεμίζει τις σελίδες-του με κοσμοπολιτισμό και καλοπέραση, καλλιτεχνικές δοκιμές και επώνυμες δραστηριότητες, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, χορευτές, ζωγράφους και γενικά μια κίνηση που φαντάζει μαγική, κατεβασμένη από το γυαλί της οθόνης ή τη σκηνή του θεάτρου στο διπλανό καφενεδάκι ή στην απέναντι πολυκατοικία. Εκατοντάδες ονόματα και επίθετα διασήμων (πολλές φορές μόνο ονόματα) σε ένα πανηγύρι σχέσεων και κονέ, σε ένα γαϊτανάκι ερώτων, συνεργασιών, φιλιών και αδιαφοριών. Από το 1975 ως το 2005 η Ελλάδα βρίθει από καλλιτεχνικά δρώμενα, σε σημείο που να πιστέψει κανείς ότι είμαστε Νέα Υόρκη ή Παρίσι, πως είμαστε το κέντρο της πρωτοπορίας, με παραστάσεις και ραδιόφωνο, με εκδηλώσεις άλλοτε πειραματικές κι άλλοτε ποιοτικές, με μια συνεχή κίνηση…
        Ο ίδιος ο τίτλος, εμπνευσμένος και ευφυής, δείχνει πως ανάμεσα στο ατομικό ναυάγιο και το προσωπικό σουξέ, ανάμεσα στην εθνική τραγωδία και την κοινωνική πρόοδο, υπάρχει η ζωή του καθενός. Κι ο Τζούμας δεν αποφεύγει να μιλήσει για αφραγκίες και άστεγες εμπειρίες ή συνάμα για γκλαμουράτες διακοπές ή μεστές περιοδείες. Παρά τον ελιτισμό των συναναστροφών που αποπνέει το κείμενο, παρά το σταρ σύστεμ κατεβασμένο στα καθημερινά-του πασούμια, δεν παύει να υπάρχει μια άνεση που απορρέει από την πεποίθηση της αποδοχής κάθε κατάστασης και του κέρδους απ’ αυτήν. Μεταμοντέρνο anything goes!
        Χαζεύεις τις σελίδες, ψαρεύεις από εδώ κι από εκεί, δεν σου χρειάζεται να μάθεις για τη ζωή του Τζούμα, αν είναι ομοφυλόφιλος, ετεροφυλόφιλος ή αμφί-, αν έχει παιδιά ή αν πέτυχε επαγγελματικά. Πιο πολύ μυείσαι σε μια ατμόσφαιρα με τον Χατζιδάκη και τον Βούλγαρη αλλά και παραστάσεις ή ταινίες, που ορίζουν καλλιτεχνικά την τριακονταετία ως δείγματα μιας σφύζουσας ζωής, μιας κοινωνίας που βγαίνει από τη δικτατορία, κερδίζει υλικά και θέλει παράλληλα να καταξιώσει το πολιτιστικό παρελθόν και να πειραματιστεί με το νέο, το παραδοσιακό, το μοντέρνο, το προοδευτικό, το μεταμοντέρνο και το μποέμικο…
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, November 19, 2010

“Γυναικών” του Μιχάλη Γκανά

Δεκαέξι φωτογραφίες του σύμπαντος. Έτσι θα μπορούσε κανείς να διαβάσει τις μικρές ιστορίες του ποιητή, ο οποίος δοκιμάζει τον πεζό λόγο χωρίς να απαρνιέται την ποιητικότητα αλλά και χωρίς να αλλοιώνει την αφήγηση με θολές συνυποδηλώσεις.

Καπουτσίνο με σαντιγί:
Μιχάλης Γκανάς
“Γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες”
εκδόσεις Μελάνι
2010

     - ας υποθέσουμε ότι πρόκειται για πεζά, αν και η ποιητική γλώσσα εισχωρεί πίσω από τις φράσεις και, χωρίς να τις βουλιάζει μέσα σε μια νερόβραστη συναισθηματικότητα, τις αναβαπτίζει μέσα στην αφήγηση·  
     - ας δεχτούμε αξιωματικά ότι τα κείμενα του Γκανά είναι πεζά, αν και η λιτότητα της έκφρασης συμπυκνώνει τα στιγμιότυπα της καθημερινότητας σε λίγες λέξεις, ενώ επιπλέον τα παρουσιάζει με το ιδιαίτερο βλέμμα ενός ανθρώπου, ο οποίος μέσα από την παρατήρηση ξαναδιαβάζει τους γύρω-του και μεταφέρει τις κινήσεις-τους στον αναγνώστη βγάζοντάς-τις από το τέλμα της ρουτίνας·
     - ας θεωρήσουμε δεδομένο ότι είναι πεζά, αν και η συμπύκνωση που τα συνθέτει τα μετατρέπει σε πυρήνες υψηλά περιεκτικών συναισθηματικών φορτίων.
       Με όλες τις αυτές τις προδιαγραφές, καλό είναι να διαβάζουμε κάθε ιστορία με τη βραδύτητα ενός ποιήματος αλλά και με τη αδημονία στη νομοτέλεια ενός διηγήματος.
       Πρόκειται, όπως υπαινίχθηκα, για σύντομες ιστορίες που μέσω της παρατήρησης φωτογραφίζουν, ή καλύτερα κινηματογραφούν σε μια μικρή σεκάνς, στιγμές από τη ζωή γυναικών, όπως τις συνέλαβε η ματιά του συγγραφέα. Το βλέμμα-του, όπως κι ο ίδιος επιδιώκει να δηλώσει, είναι η ματιά του καθημερινού ανθρώπου που βγαίνει βόλτα στους δρόμους της πόλης ή κοιτάζει αμέριμνα από το παράθυρό-του. Έτσι, και οι γυναίκες που συλλαμβάνει ο φακός-του είναι οι ανώνυμες, καθημερινές, απλές οντότητες που περνούν δίπλα-μας, συχνά απαρατήρητες και γρήγορα ξεχασμένες. Η επεξεργασία αυτής της πρώτης σύλληψης από τον Γκανά μετατρέπει το απλό αντικείμενο της όρασης σε λογοτεχνική αποτύπωση μιας εντύπωσης που εξελίσσεται σε τυπολογία της γυναίκας, όχι φυσικά εργαστηριακή αλλά συναισθηματική και εν μέρει συμβολική.
        Η εναλλαγή των ιστοριών αντιπαραβάλλει σε εναλλάξ παρουσίαση νέες και ηλικιωμένες γυναίκες. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει περιπτώσεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο καλύπτονται με πλάγιο ερωτισμό, είτε μιλάμε για τη φαντασίωση που προκαλείται από μια γυμνή πλάτη, είτε για τη ναρκισσιστική στάση του θήλεος, είτε πρόκειται για άνθρωπο είτε για ζώο. Η νέα γυναίκα εκ φύσεως είναι φορέας θηλυκότητας, της φυσικής ιδιότητας που την κάνει αξιέραστη, είτε το επιδιώκει με τις κινήσεις-της είτε προκύπτει υποσυνείδητα από την ίδια-της την ύπαρξη. Η δεύτερη κατηγορία συνήθως επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην κούραση που βαραίνει τις πλάτες των γυναικών, οι οποίες στα εβδομήντα ή στα ενενήντα-τους πλέον κυρτώνουν από τα χρόνια και κάνουν βόλτα παρέα με τον υπέργηρο σκύλο τους στην προσπάθειά τους να βγουν από τη μοναξιά των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού-τους.

πίνακας του Magritte
        Είναι δυνατόν δεκαέξι ιστορίες να αποδώσουν το φαινόμενο γυναίκα; Φυσικά όχι, κι ούτε ο Γκανάς θα διανοούνταν κάτι τέτοιο. Η πολλαπλότητα των όψεων και η σμικρότητα των σκηνών δείχνει ακριβώς το αντίθετο• η γυναίκα είναι ένα απείρως πολύπλευρο ον, ένας ολόκληρος κόσμος, τον οποίο ένας ευαίσθητος –και περίεργος;- άνδρας προσπαθεί να τον φωτογραφίσει επιλέγοντας συγκεκριμένες πόζες, απλώς ενδεικτικές μιας ατελεύτητης πραγματικότητας που ποτέ δεν μπορεί να εξαντληθεί. Κάθε μικροϊστορία είναι μια ματιά από το τηλεσκόπιο του συγγραφέα που συλλαμβάνει ένα μικρό άστρο, ένα και μόνο φωτάκι στο ατέλειωτο σκοτάδι του σύμπαντος.
        Άλλοι αναγνώστες θέλγονται από τις “αφηγηματικές” ιστορίες κι άλλοι από τις “ποιητικές”. Οι μεν είναι σαν χαραμάδες μέσα από τις οποίες ο συγγραφέας παραμονεύει θέλοντας να δει τη ζωή των γυναικών, που εμφανίζονται τυχαία μπροστά-του. Το μικρό επεισόδιο που αποτυπώνεται σε ελάχιστες σελίδες είναι η κορυφή του παγόβουνου κάτω από την οποία όλοι-μας προσπαθούμε να μαντέψουμε όχι μόνο τις σκέψεις και τα συναισθήματα της ηρωίδας, όπως διαμορφώνονται στο παρόν-της, αλλά και τον πρότερο βίο της, το παρελθόν-της, του οποίου οι απόηχοι έρχονται ως εμάς και αχνοφαίνονται σ’ αυτή τη μικρή εικόνα που μας αποκαλύπτεται. Από την άλλη, οι ποιητικές ιστορίες είναι λίγες, στηριγμένες σε μια τεθλασμένη οπτική γωνία ή στα παιχνίδια με τις λέξεις, όχι πάντα επιτυχημένα.
*Ο πίνακας στην κορυφή είναι του Tintoretto.
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, November 16, 2010

Φρεσκοστυμμένος χυμός πορτοκάλι: Σπιναλογκολογία και …προσωπο-εστίαση

Αν δει κανείς τον τύπο (λ.χ. της Κυριακής), αλλά και τα ιστολόγια μερικές φορές, ίσως αντιληφθεί ότι η μόδα και η προσωπολατρία κυριαρχούν συχνά εις βάρος των ίδιων των βιβλίων. Τι εννοώ;
i. Μιλάνε όλοι με κέντρο ένα image making που δεν αφορά στο ίδιο το έργο και στα χαρακτηριστικά-του, αλλά προσωποπαγές και προσωπολάγνο εστιάζει στο πρόσωπο του συγγραφέα σαν είδωλο ενός πνευματικού πολιτισμού. Αυτό κατά βάση γίνεται με τα κλασικά ονόματα της λογοτεχνίας, για τα οποία γράφονται άρθρα και μελέτες για τα σπίτια που έζησαν!, τις συνήθειές-τους!, τα μέρη όπου παραθέριζαν!, τα χαρτομάντιλα όπου φταρνίστηκαν!... κ.ο.κ., ακούγονται μαρτυρίες συγγενών, δημοσιεύονται φωτογραφίες και αναζητούνται λεπτομέρειες για τη ζωή-τους, που δεν συναρτώνται με το λογοτεχνικό-τους έργο. Η αγιοποίηση χτίζεται σιγά σιγά και κυρίως περιμετρικά.
ii. Ανάλογη τάση εμφανίζεται και με ζώντες ανερχόμενους αστέρες. Έχω εκφραστεί κατ’ επανάληψη με τα καλύτερα λόγια για τα τρία λογοτεχνικά έργα του Γιάννη Μακριδάκη. Και θα μου άρεσε να ξαναδιαβάσω τις νουβέλες και τα μυθιστορήματά-του (περιμένω να διαβάσω το «Λαγού μαλλί»), να συζητήσω για την τεχνική-του και το ιδιαίτερα ζεστό ύφος-του, αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου ως αναγνώστη η δράση-του και ούτε, για να προσεγγίσουμε τη λογοτεχνική-του αξία, βλέπω σκόπιμο να μιλάμε για το «Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Αφηγήσεις 1941-1946», μια συλλογή μαρτυριών, όχι λογοτεχνικού λόγου, που αφορά ένα συγκεκριμένο κοινό. Ας με συγχωρέσει ο μακρινός φίλος εν βιβλίω συγγραφέας, αλλά δεν μειώνω τον ίδιο μ’ αυτό που γράφω. Μειώνω όσους ανακαλύπτουν όψιμα ό,τι έχει γράψει (ενώ το 2006 που εκδόθηκε το προκείμενο έργο δεν έδωσε κανείς σημασία), όχι γιατί θέλουν να μιλήσουν για αυτό καθεαυτό το βιβλίο, αλλά γιατί είναι της μόδας το όνομα «Μακριδάκης» και αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε ό,τι κάνει και ό,τι γράφει.
iii. Την ίδια μοδολατρία βλέπω και με τη Σπιναλόγκα. Η τηλεόραση έφερε ξανά στο προσκήνιο άπειρα βιβλία, σημαντικά ή ασήμαντα, ξεχωριστά ή αδιάφορα, πιθανά και απίθανα. Αυτή η Σπιναλογκολογία ξεκινά από τη Χίσλοπ, συνεχίζεται στην Καζαντζάκη και τον Κορνάρο και καταλήγει στη μελέτη του Σαββάκη για τους χανσενικούς, στη μαρτυρία του Πρατσίνη, στο φωτογραφικό λεύκωμα (;) του Αλιμπέρτη κ.ο.κ. Αφήνω στην άκρη τα εξωλογοτεχνικά βιβλία, και ρωτώ για τα λογοτεχνικά:
Ποια από αυτά έχουν σημαντική αξία για να ακούγονται και να ξανακούγονται; Ποια από αυτά (η Χίσλοπ, η Καζαντζάκη ή ο Κορνάρος) τόσα χρόνια μετά την έκδοσή-τους θα έπρεπε να απασχολούν το αναγνωστικό κοινό μπαίνοντας στις λίστες των ευπωλήτων και καταλαμβάνοντας τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών; Απ’ όσο καταλαβαίνω, η Χίσλοπ είναι ένα μπεστ-σέλερ που εκτινάχθηκε και με το σήριαλ, ενώ τα άλλα δύο μπήκαν στο τρένο από lead in. Δεν παραγνωρίζω φυσικά ότι η τηλεόραση έστρεψε το τηλεοπτικό κοινό στο διάβασμα των συγκεκριμένων βιβλίων (δεν ελπίζω σε κάτι παραπάνω), όπως κάνει συχνά και με πλείστα χαμηλού επιπέδου ευπώλητα.
       Συμπέρασμα: ο προβληματισμός που θέτει κάθε έργο και η αισθητική αξία κάθε βιβλίου δεν πρέπει παραγκωνίζονται και να γίνεται μόδα η τηλεοπτικοποίησή-τους, η βιογραφία του δημιουργού-τους και η παρακολούθηση ενός συρμού που δεν έχει μηχανοδηγό του την αξία-τους. Κυκλοφορούν πολύ καλά βιβλία τα οποία παραγκωνίζονται όχι μόνο από τα σεσημασμένα best sellers αλλά και από την τηλεοπτική μόδα.
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, November 13, 2010

“Τελευταίο έρχεται το κοράκι” του Ίταλο Καλβίνο

Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο Ιταλός συγγραφέας; Ο μεταμοντέρνος παιγνιώδης πεζογράφος της OuLiPo που αρέσκεται να μπαινοβγαίνει στην αφήγηση σαν παραμυθάς που παίζει με τις ιστορίες του ή ο ρεαλιστής (;) διηγηματογράφος των αρχών της σταδιοδρομίας του;
Frio:
Italo Calvino
“Ultimo viene il corvo”
1949
Ίταλο Καλβίνο
“Τελευταίο έρχεται το κοράκι”
μετ. Α. Χρυσοστομίδης
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

       Η αλήθεια είναι ότι σε συλλογές, όπως αυτή, γραμμένη το 1949 ή όπως “Οι δύσκολοι έρωτες”, που κυκλοφόρησαν το 1958 (δείτε την ανάρτηση 30.12.2008), δεν βλέπει εύκολα κανείς το παιχνίδισμα με την ίδια τη γραφή και τον αναγνώστη. Στην ουσία πρέπει κανείς να ξεχάσει το γνωστό αφηγηματικό στυλ του Καλβίνο και να αποφασίσει ότι θα διαβάσει πιο συμβατικές ιστορίες.
       Τότε, και μόνο τότε, θα απολαύσουμε όχι μόνο ένα ύφος που δείχνει αριστοτεχνική αντίληψη του χώρου αλλά και των κινήσεων των προσώπων, πινελιές που μαρτυρούν ματιές αλλά και περιγραφές που αναδεικνύουν τραγικές γωνιές και επικίνδυνες καμπές. Ακόμη περισσότερο θα μαγευτούμε από τις ώριμες ιστορίες, που δεν εξελίσσονται κινηματογραφικά αλλά δεν τους λείπει και η δράση, που δεν καλπάζουν με ελιγμούς και αιφνιδιασμούς, αλλά δεν στερούν από τον αναγνώστη την περιέργεια και το ενδιαφέρον.
       Η συλλογή θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί «Το παιχνίδι με τον θάνατο», αφού τα διηγήματα είναι βγαλμένα από τον πόλεμο και ως εκ τούτου αποτυπώνουν, σαν φωτογραφίες της στιγμής, στιγμιότυπα από έναν πόλεμο που άφησε έντονα τα ίχνη-του στις φτωχές κοινωνίες της Ιταλίας αλλά και στη συνείδηση όσων τον βίωσαν. Ο Καλβίνο δεν επιλέγει ιστορίες ορατής τραγικότητας, που να γέμουν θρήνου και οδυρμού, ούτε ηρωισμού που να κάνουν τον άνθρωπο να επαίρεται ή να συγκινείται ανάλογα, με βάση τις πολεμικές κορώνες ή τις εθνικές κορωνίδες.
       Η μεστή ουσία των διηγημάτων είναι αυτό το παιχνίδι με τον θάνατο που τελικά αποδεικνύεται πιο ισχυρός, όσο κι αν ο ανυποψίαστος χαρακτήρας –και μαζί κι ο ανίδεος αναγνώστης- θα πιστέψει στο happy end ή στη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού. Στο ομώνυμο διήγημα ο στρατιώτης θα απειληθεί από έναν μικρό μπόμπιρα, ο οποίος όμως σκοτώνει με ακρίβεια έμπειρου σκοπευτή ό,τι πετάει στον ουρανό και στο τέλος αντί για το κοράκι θα σκοτώσει τον στρατιώτη που θέλησε να δει γιατί δεν σημάδεψε το προκλητικά μαύρο πουλί στον αέρα. Ο θάνατος παραφυλάει είτε μέσα στη νύχτα είτε στο ναρκοπέδιο που δεν μπορεί κανείς να το αψηφήσει πιστεύοντας στις δυνάμεις του.
        Άλλοτε πάλι ο θάνατος είναι μια ψευδαίσθηση του νου, μια εσωτερική απειλή, που κάνει τον άνθρωπο να φοβάται παρά να κινδυνεύει, να τρώγεται παρά πραγματικά να απειλείται, όπως στο “Φόβος στο μονοπάτι”. Γενικά ο θάνατος εμφανίζεται σε ένα συνεχές κρυφτό από το οποίο, ενώ φαίνεται πως εύκολα θα γλιτώσει κανείς, στο τέλος συναντά το μοιραίο σε ένα ψυχολογικό παιχνίδι, όπως στο “Δρόμο για το αρχηγείο” όπου ο πρωταγωνιστής οδηγείται μέσα από το δάσος στο αρχηγείο για μια τυπική ανάκριση αλλά στην πορεία εκτελείται από τον φρουρό του που ως τότε τον καθησύχαζε φιλικά.
         Θα μπορούσα να συνεχίσω να καταγράφω μεμονωμένα διηγήματα που ξεχωρίζουν αλλά αυτό που πρέπει να μοιραστώ μαζί-σας είναι πιο πολύ η δύναμη του Καλβίνο να στήνει στους ήρωές-του ψυχολογικές παγίδες και σταδιακά να δείχνει πόσο μάταιος είναι ο καθησυχασμός, όταν ο πόλεμος μαίνεται, όταν ο άνθρωπος είναι ο στόχος όχι τόσο των αντιπάλων όσο της μοιραίας υποταγής στο ανέφικτο.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, November 11, 2010

“Η μέρα της Μελάνης” της Νιόβης Λύρη

Το μέλλον του βιβλίου είδαμε πώς αποτέλεσε αντικείμενο πραγμάτευσης από τον Μπράντμπερι. Πώς τώρα το ίδιο το διαδίκτυο που φαντάζει απειλή δίνει ταυτόχρονα και το βήμα σε αν-έκδοτα λογοτεχνήματα να δημοσιοποιηθούν; Μήπως το διαδίκτυο πλέον ανοίγει τις πόρτες-του και μερικοί συγγραφείς, όπως πολλοί τραγουδιστές, αναρτούν τα έργα-τους στον κυβερνοχώρο, με την ελπίδα να βρουν πρόθυμους αποδέκτες που να χαίρονται με το νέο, το εκτός εκδοτικού-δισκογραφικού κατεστημένου, και να πιστεύουν πως το κόσκινο των «ειδικών» έχει πετάξει μαζί με την ήρα και πολύ στάρι;

Μακιάτο:
Νιόβη Λύρη
“Η μέρα της Μελάνης”
διαδικτυακή έκδοση:



Η υπόθεση (όπως τη δίνει η ίδια η συγγραφέας):
Το 2060 η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πια ενιαίο πολυεθνικό κράτος, η Ευροβαλκανική Συνομοσπονδία. Έχει ήδη συμβεί ο παγκόσμιος πόλεμος που έμεινε στην Ιστορία ως Πόλεμος του Νερού και η μετεξέλιξη του διαδικτύου, το λεγόμενο απλώς δίκτυο, έχει επικρατήσει πλήρως στη ζωή των ανθρώπων. Μια ακόμη εξέλιξη, για μεγάλο μέρος του κόσμου, είναι ότι για περιβαλλοντικούς λόγους η παραγωγή χάρτινων βιβλίων έχει καταργηθεί, ενώ τα ήδη υπάρχοντα έχουν σχεδόν περιέλθει σε αχρηστία.
Αλλά μερικοί βιβλιόφιλοι διατηρούν βιβλιοθήκες, ανάμεσά τους ο καθηγητής και κριτικός λογοτεχνίας Νικόλας Κουτρουμάνος με το πλούσιο παρελθόν. Ταυτόχρονα γύρω από το θέμα βιβλία παίζεται ένα πολύπλοκο παιχνίδι εξουσίας, οικονομικής πολιτικής και ιδεολογίας…

       Διαβάζοντας κανείς το έργο μπαίνει στο ψαχνό της διαδικτυακής ανάγνωσης, αρχίζει να καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στο να διαβάζει έντυπα και ηλεκτρονικά κι ακόμα περισσότερο πόσο διαφορετικό είναι να διαβάζει στην οθόνη άρθρα, σχόλια, ιστολόγια, ποιήματα ή μικρά διηγήματα και να γυρνά τις σελίδες σε ένα πολυσέλιδο έργο, όπως είναι το μυθιστόρημα. Η απόπειρα της Λύρη έδωσε ευκαιρίες να ξανασκεφτούμε το μέλλον της ανάγνωσης, τόσο στην πράξη όσο και στη θεωρία. Καταγράφω λοιπόν τα θετικά και τα αρνητικά της συγκεκριμένης λογοτεχνικής πραγμάτωσης:
Από τη μία:
- Μελλοντολογικό με προσγειωμένες καινοτομίες: αναφέρεται σε μια εποχή όπου το βιβλίο θεωρείται μόνο μνημείο, αφού όλοι διαβάζουν ηλεκτρονικά.
- Στη γραμμή του “Φαρενάιτ 451” του Μπράντμπερι, αλλά και του Μπόρχες ο οποίος έγραφε για βιβλία και παρέθετε περιλήψεις έργων που δεν έχουν υπάρξει.
- Διακειμενικότητα. Τα μυθιστορήματα της κλασικής βιβλιαναγνωστικής εποχής διασώζονται μέσα από τις προφορικές διασκευές-τους. Ποια βιβλία διάλεξε η Λύρη και γιατί; Τυχαία; Πάντως, πολύ δυνατή η συγγραφέας, όταν μιλάει για βιβλία. Νιώθεις έναν παλμό να τη συνεπαίρνει.
- Πέρα από τα βιβλία προσπάθεια της Λύρη είναι να δώσει τη μελλοντολογική πλευρά της γης, τόσο στις αρνητικές όσο και στις θετικές αλλαγές που θα σημαδέψουν τον πλανήτη-μας. Η κοινωνική (πολιτική)-της ματιά είναι έντονη.

Από την άλλη:
- Μικρά κεφάλαια, γρήγορα περάσματα, κινηματογραφικές σεκάνς χωρίς το απαραίτητο σταμάτημα για να προλάβει ο αναγνώστης να συντονιστεί και να μη διαβάζει πεταχτά. Μήπως αυτό είναι ένα αναγκαίο κακό της διαδικτυακής γραφής και ανάγνωσης;
- Αποσπασματική γραφή που χάνει σε ομαλότητα, καθώς από το ένα εκφώνημα στο άλλο παρατηρούνται συχνά χάσματα και αμήχανες μεταβάσεις.
- Ανεπαρκείς ως προς την πειθώ λεπτομέρειες που κάνουν το όλο σκηνικό λιγότερο αληθοφανές απ’ όσο θα έπρεπε για να μπορέσει ο αναγνώστης να νιώσει οικειότητα μέσα στο έργο. Πολλή αφήγηση, αλλά μικρή η εσωτερικότητα που θα οδηγούσε σε προσωπικούς προβληματισμούς, αφού παρελαύνουν πολλές «γνώσεις» για τον νέο κόσμο αλλά όχι εστιασμένες, ώστε να μείνει η σκέψη στο στενό περιβάλλον της βιβλιοφιλίας. Και κυρίως το κλίμα απαγόρευσης των βιβλίων δεν δίνεται πειστικά, ούτε από την άλλη φαίνεται όντως ακραίο το να τα διατηρεί κανείς στο σπίτι-του.
- Ρητές δηλώσεις -τόσο στην έναρξη όσο και στη συνέχεια- δεδομένων που καλό θα ήταν να δίνονταν σταδιακά
- Διάλογοι ασθενείς ή πλάγια δοσμένοι που δεν αποτυπώνουν τον λόγο των προσώπων, ή ακόμα περισσότερο τη στιγμή και τη σκέψη-τους, ειδικά στις πρώτες εκατό σελίδες. Αυτό κάνει το μυθιστόρημα ψυχρό και άκαμπτο, μονοεπίπεδο χωρίς το βάθος που προσφέρουν τα λόγια των χαρακτήρων. Κατόπιν, οι διάλογοι πληθαίνουν, γεγονός που κάνει το κείμενο πιο πολυφωνικό.
- Πολλά πρόσωπα τα οποία δεν προλαβαίνουν να αναδυθούν και χάνονται, ενώ όταν ξανάρχονται είναι σαν καινούργια. Η Ανδριάνα και ο Κουτρουμάνος από την άλλη, ενώ θα έπρεπε να σκιαγραφηθούν πιο έντονα, μένουν σε μια μονοδιάστατη περιγραφή.
- Ο λόγος της Λύρη, ενώ στη διαδικτυακή-της διαδρομή είναι πιο χειμαρρώδης και ορμητικός, στο βιβλίο είναι πεζός και διεκπεραιωτικός. Κι αυτό δείχνει μια ατολμία, έναν συντηρητισμό που εκφράζεται και σε άλλες επιλογές, όπως το επώνυμο παντρεμένης εν έτει 2060 είναι αυτό του συζύγου-της και όχι το δικό-της.
- Γύρω στη σελίδα 185 επέρχεται η λύση του έργου και επομένως το υπόλοιπο κομμάτι μοιάζει περιττή επιμήκυνση ή αναδίπλωση.
- Μερικά λάθη: τη Μετανάστι (αντί του σωστού Μετανάστιδα), Η γυναίκα της Ζάκυνθος (αντί του σωστού σολωμικού της Ζάκυθος), νομιμοποιείστε (αντί του σωστού νομιμοποιήστε) κ.λπ.
[Το έπαιξα δοκιμαστικός αναγνώστης. Κάθισα το καλοκαίρι με την ησυχία-μου να δω το νέο είδος και κατέγραψα βήμα-βήμα τα όσα παρατήρησα. Έχω κοιτάξει ως εκ τούτου την προηγούμενη εκδοχή του μυθιστορήματος και τώρα, στη νέα του μορφή, ίσως τα μικρά λάθη να έχουν διορθωθεί]

         Εν γένει, η Λύρη επιχειρεί ένα φιλόδοξο σχέδιο καταστρώνοντας ένα πλαίσιο κοινωνικής μελλοντολογίας και ανθρωπιστικής βιβλιοφιλίας. Η απαγόρευση των βιβλίων, η προσπάθεια να νομιμοποιηθούν ξανά, η φαντασίωση ενός μέλλοντος που είναι πιο απλό, πιο ουσιαστικό αλλά και πιο συγκεντρωτικό. Το άνοιγμα όμως που έκανε στην πράξη αποδείχθηκε πολύ ευρύ, μέσα στο οποίο η πλοκή δεν είναι τόσο σφιχτή (πολλά ερωτηματικά και οι απαντήσεις που δίνονται κατά τόπους δεν είναι πάντα πειστικές, ενώ σε πολλά σημεία ο (δοκιμιακός-ιστορικός) λόγος του αρχιαφηγητή υπερκαλύπτει τη δράση) και ο λόγος φαίνεται ρηχός και ανεπαρκής.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, November 08, 2010

“Φαρενάιτ 451” του Ρέι Μπράντμπερι

Μια μορφή πολιτικού λόγου είναι αυτή που εστιάζει στην εξουσία και στις ολοκληρωτικές-της πρακτικές. Αυτό έκανε και ο Μπράντμπερι πολλά χρόνια πριν με το “Φαρενάιτ 451”, το οποίο τώρα επανέρχεται σε συσκευασία γραφιστικού μυθιστορήματος. Το γραφιστικό μυθιστόρημα είναι ένα υβρίδιο μεταξύ μυθιστορήματος και κόμικς. Η διασκευή μάλιστα λογοτεχνικών έργων σε αυτή τη μορφή τα κάνει πιο προσιτά στα παιδιά και στους εφήβους, οι οποίοι έχουν συνηθίσει την κομικίστικη αισθητική.

Espresso Estrella del Caribe:
Ray Bradbury
“Fahrenheit 451”
2009

Ρέι Μπράντμπερι
“Φαρενάιτ 451”
διασκευή σε κόμικς: Τιμ Χάμιλτον
μετφ. Αλ. Καλοφωλιάς
εκδόσεις Μεταίχμιο
2010

       Το πρωτότυπο έργο του Μπράντμπερι γράφτηκε τη δεκαετία του ’50 και αποτέλεσε και αποτελεί βιβλίο-σταθμό στη βιβλιοφιλία [θα μπορούσε κάλλιστα ένα βιβλιοφιλικό μπλογκ να ονομαστεί Fahrenheit_451.blogspot.com]. Πρόκειται για ένα ουτοπικό έργο, προφητικό στο σύνολό-του, αλλά κυρίως αλληγορικό, που φανερώνει τη δύναμη των βιβλίων και την απειλή που μπορεί να αποτελέσουν για μια κοινωνία, ώστε να αυτή να τα απαγορεύσει.
        Ακριβώς σε μια τέτοια κοινωνία ζει ο Γκέι Μόνταγκ, “πυροθέτης”, που αναλαμβάνει να καίει σωρούς βιβλίων και τα σπίτια στα οποία βρέθηκαν αυτά τα απαγορευμένα για την Αμερική προϊόντα του πολιτισμού. Οι κάτοικοι της χώρας προτιμούν να βλέπουν τηλεόραση (μια μορφή εικόνων που μοιάζει με το διαδίκτυο), να βαυκαλίζονται με τη θετική ενέργεια που εκπέμπουν τα προβαλλόμενα προγράμματα και να μην ανησυχούν για οτιδήποτε άλλο. Ο Μόνταγκ αφυπνίζεται ύστερα από τη συνάντηση με μια γειτόνισσά-του, αρχίζει να συνειδητοποιεί την αξία του βιβλίου και στο τέλος φεύγει δραπέτης σε έναν καταυλισμό διανοούμενων. Το πιο πρωτότυπο είναι ότι ο καθένας από αυτούς θυμάται απέξω ένα βιβλίο, ένα από τα βιβλία που έχουν καεί, κι έτσι ο καθένας γίνεται μια ζωντανή βιβλιοθήκη.
         Ο καθένας μπορεί να δει μέσα στο έργο συμβολισμούς και προεκτάσεις, από τη λογοκριτική διάθεση του κράτους, την αξία της αφύπνισης μέσω των βιβλίων, τη δύναμη του σκεπτόμενου ανθρώπου, αλλά και την παντοκρατορία των ΜΜΕ που αποβλακώνουν το κοινό. Ο τρόπος μάλιστα της γραφής-του, διάστικτος από αποσπάσματα βιβλίων, αλλά και βασισμένος σε αδρομερώς σκιαγραφημένους χαρακτήρες-τύπους (η γυναίκα του Μόνταγκ: θύμα της τηλεόρασης, ο προϊστάμενός-του: θεματοφύλακας του καθήκοντος, ο καθηγητής που τον βοηθά να δραπετεύσει: πρότυπο πνευματικού ανθρώπου κ.ο.κ.) κάνει το έργο πολυεπίπεδο και πολυπρισματικό.
        Μια επιφύλαξη που έχει κανείς όταν διαβάζει τη διασκευή-του σε κόμικς είναι ότι αυτός ο τρόπος γραφής προκαλεί μια αποσπασματικότητα, έναν χασματικό χαρακτήρα από επεισόδιο σε επεισόδιο που κάνει το μυθιστόρημα να χάνει τη συνεκτικότητά-του.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, November 05, 2010

“Ο αγαπημένος των μελισσών” του Ανδρέα Μήτσου

Ο σωσίας στη λογοτεχνία είναι ένα τέχνασμα που έχει χρησιμοποιηθεί ήδη από την αρχαιότητα και έχει αποδώσει ζουμερούς καρπούς. Οι μοντέρνες και οι μεταμοντέρνες απόπειρες, ειδικά με την αναζήτηση ταυτότητας, έχουν αξιοποιήσει τον σωσία και έχουν διερευνήσει μέσω αυτού το άτομο, την ατομικότητα αλλά και την ομοιότητα/ετερότητα με τους άλλους.

Ελληνικός γλυκός:
Ανδρέας Μήτσου
“Ο αγαπημένος των μελισσών”
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

      Το βιβλίο του Μήτσου δεν θα το διάβαζα, γιατί είχα κουραστεί από τα άλλα-του έργα, τα οποία έβριθαν αυτοβιογραφικών στοιχείων που περιόριζαν την εμβέλεια της γραφής-του. Διάβασα όμως προ καιρού την κριτική του Κούρτοβικ στα «Νέα», η οποία με έστειλε στο βιβλίο λόγω της χρήσης του σωσία με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
      Η υπόθεση έχει ως εξής, αν και η πολυπλοκότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη με τις 168 σελίδες μόνο:
     Ο Μπρούνο Γκούσταφσον σε διακοπές-του στην Ελλάδα βλέπει τον Αριστείδη, ο οποίος ήταν όμοιος μ’ αυτόν, 20 βέβαια χρόνια μικρότερος. Αυτή η διαπίστωση τον συντάραξε και αποφάσισε να τον σκοτώσει, πεπεισμένος από βόρειους μύθους ότι έτσι θα κερδίσει τη νιότη-του. Το πραγματοποιεί και μ' αυτό τον τρόπο, όταν τον ξαναβλέπουμε στα 79-του, μοιάζει με 59άρη που ζει με άκρα υγεία και σφρίγος. Το μπέρδεμα ξεκινά από τη στιγμή που ποικίλες συγγενικές σχέσεις δένουν όλα τα πρόσωπα σε μια «αιμομικτική» διαπλοκή: ο Γκούσταφσον παντρεύτηκε εκ των υστέρων τη γυναίκα του Αριστείδη, Ευτέρπη, ενώ, πριν πεθάνει ο ίδιος ο Αριστείδης είχε προλάβει να γονιμοποιήσει την κόρη του Γκούσταφσον, Λιβ, η οποία γέννησε ένα παιδί, την Μπριγκίτα.

Μπρούνο   Θέκλα         Αριστείδης  Ευτέρπη

            Λιβ                               Αντρέας
               Μπριγκίτα

        Το τέχνασμα του σωσία κερδίζει σε βάθος με την οιδιπόδεια περίπτωση, καθώς τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αποκτούν διπλούς ρόλους, σχετίζονται με ποικίλες σχέσεις με τα άλλα μέλη και έτσι η ταυτότητα διερευνάται όχι μόνο στη βάση της ομοιότητας με τον άλλο αλλά και στο πλαίσιο της συγγενικής αλληλεπίδρασης. Αφενός, λοιπόν, η ομοιότητα εκλαμβάνεται ως λάθος της φύσης, καθώς δεν είναι δυνατόν (μέσα στην ποικιλία και την πολυμέρεια) να παρουσιάζονται δύο ίδιοι άνθρωποι, δύο κοινοί βίοι, δύο όψεις που διασαλεύουν την ετερότητα και την πολυποικιλότητα, όπως λέμε στη βιολογία...
       Ο Μπρούνο σαν άλλος Οιδίποδας σκοτώνει τον Αριστείδη και παντρεύεται τη γυναίκα-του (Ιοκάστη), αλλά εδώ ο μεγαλύτερος σκοτώνει τον μικρότερο, χωρίς να έχουν συγγένεια αίματος αλλά ομοιότητα όψης. Η Λιβ από την άλλη ζευγαρώνει με τον Αριστείδη, που είναι σωσίας του πατέρα-της, όχι σε ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα αλλά πιο πολύ σε ένα υποσυνείδητο σύμπλεγμα της Ηλέκτρας (κόρη-πατέρας).
        Το τελικό συμπέρασμα της ώσμωσης σωσία και Οιδίποδα είναι η απόπειρα του Μήτσου να δείξει ότι οι σχέσεις ομοιότητας και ετερότητας λύνονται (;) με μια αποφασιστική δράση, έναν φόνο, ένα κόψιμο του γόρδιου δεσμού που θα απεμπλέξει τη σχέση θύτη και θύματος. Φυσικά, όμως, ο ομφάλιος λώρος που τους συνδέει είναι πολύ ισχυρός και γι’ αυτό οι επιπτώσεις δεν απαλείφονται άμεσα, μπορεί και ποτέ. Το θύμα (Αριστείδης) πρόλαβε και άφησε το σπέρμα-του στην κόρη του θύτη και όλα τα μέλη της οικογένειας μπλέκονται μεταξύ-τους σε σχέσεις που δεν τις είχαν φανταστεί.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, November 01, 2010

ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ του Σπύρου Πλασκοβίτη

Κλασικό έργο είναι αυτό που διαβάζεται από τις μετέπειτα γενιές και λειτουργεί διαχρονικά ως προβληματισμός στις αλλαγές που συμβαίνουν στον κόσμο. Στην ουσία δηλαδή “προβλέπει” τις αλλαγές στην κοινωνία και δρα ως απάντηση στα συνεχώς επανερχόμενα προβλήματα του ανθρώπου.
Την 1η κάθε μηνός πλέον, εκτός από αφιερώματα σε ζώντες έλληνες συγγραφείς, θα βρίσκετε εναλλακτικά ένα κλασικό έργο, το οποίο κάτι έχει να πει και στις μέρες-μας.

Μιλφέιγ:
Σπύρος Πλασκοβίτης
«Το φράγμα»
εκδόσεις Εστία
1960
(από εκεί και πέρα στις εκδόσεις Γαλαξίας και τώρα στις εκδόσεις Κέδρος)

            Ξεκινώ αυτή τη σειρά παρουσίασης κλασικών ελληνικών κειμένων με ένα έργο που δεν ακούγεται τόσο πολύ πλέον και ίσως αυτό είναι μια αφορμή για να το ξαναπιάσω στα χέρια-μου και να το παρουσιάσω, ώστε να διαβαστεί σαν μια αλληγορία του σήμερα.
            Στην κομβική δεκαετία του ’60, όπου στην Ελλάδα εγκαθιδρύεται με ορμή ο μοντερνισμός, στην πεζογραφία πλείστοι συγγραφείς αναδεικνύονται και ανανεώνουν το μυθιστόρημα ανάγοντάς το σε ναυαρχίδα της λογοτεχνίας-μας, αφού αυτό ανοίγεται στο ευρύ κοινό. Ο Πλασκοβίτης (1917- 2000), ενώ ξεκίνησε τη συγγραφική και εκδοτική-του δράση πριν από τον πόλεμο, εκδίδει το πρώτο αυτοτελές βιβλίο-του το 1952 με συλλογές διηγημάτων και νουβέλες, ενώ σε όλη-του τη ζωή κυκλοφόρησε μόλις δύο μυθιστορήματα, «Το φράγμα» και την «Πόλη» (1979).
          Το μυθιστόρημα αποτέλεσε για μένα, όταν το πρωτοδιάβασα, ένα ανεπανάληπτα συμβολικό βιβλίο, με το φράγμα να συμβολίζει όλο το σαθρό σύστημα μιας παρηκμασμένης κοινωνίας, και γι’ αυτό γίνεται ίσως και πάλι επίκαιρο. Η υπόθεση αφορά την πόλη Γκρίζα, η οποία έχει φτιαχτεί στον χώρο όπου παλαιότερα έρρεε ο ποταμός της περιοχής, ενώ τώρα ένα τεράστιο φράγμα συγκρατεί τα νερά-του, καθιστώντας την κοιλάδα που ήταν πίσω-του ένα μεγάλο πεδίο με γόνιμα χωράφια. Μερικές υποψίες για ρήγμα στο κάτω μέρος του φράγματος ωθεί την κυβέρνηση να στείλει έναν μηχανικό (τον οποίο στην ομώνυμη ταινία -1982- έπαιζε ο Νίκος Κούρκουλος) για να ελέγξει τη σταθερότητα της κατασκευής Αυτός έρχεται αντιμέτωπος με τη βολεμένη ζωή των κατοίκων, που έχουν φτιάξει τη ζωούλα-τους στηριγμένοι στο φράγμα και στην προστασία-του. Η αμφιβολία που βασανίζει και τον ίδιο τον μηχανικό τον οδηγεί εντέλει σε μια απρόσμενη πρόταση: ανάμεσα στο να παραμείνει το φράγμα ως έχει και στο να γκρεμιστεί, επειδή είναι σαθρό, ο μηχανικός προτείνει να το καταστρέψουν οι ίδιοι οι υπεύθυνοι!
         Μέσα στο έργο κάθε λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής προεκτείνεται και προβάλλεται στο δίλημμα “είναι ή δεν είναι το φράγμα φθαρμένο;”, αλλά ταυτόχρονα και στη σαθρότητα της ίδιας της κοινωνίας που έχει επαναπαυτεί στη βολεμένη-της συνείδηση, ενώ στην ουσία η φθορά έχει διαβρώσει από μέσα την ίδια την πόλη και τους κατοίκους-της. Το τέλος, δυναμικό και ριζοσπαστικό, δεν μένει στον έναν ή στον άλλο πόλο του διλήμματος, αλλά προτείνει μια ριζική αλλαγή ζωής, όσο ακόμα η κατάσταση ελέγχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο.
         Το ύφος είναι λιτό και απέριττο, όπως η εποχή όριζε, ενώ θα μπορούσε να είναι πιο τραγικό και δραματικό. Η υπόθεση δεν τρέχει αλλά στατική εμμένει στις μικροϊστορίες των κατοίκων και μαζί δυναμική φέρνει τον αναγνώστη στο αναπάντεχο τέλος. Η περιέργεια βάζει το χέρι-της, αλλά η έκπληξη κάνει όλο το κείμενο να ανατιναχθεί μαζί με τις βεβαιότητές-μας.
          Διαβάζουμε το «Φράγμα» και με τη σημερινή ματιά: όλη αυτή η άνετη ζωή, όλη αυτή η πλούσια διαβίωση που ζούσαν οι Νεοέλληνες από την πλουτοθηρική δεκαετία του ’80 και μετά, όλη αυτή η καλοπέραση και ο ευδαιμονισμός ήταν στηριγμένα σε σαθρά θεμέλια. Το φράγμα της δήθεν οικονομικής ανόδου, του άφθονου χρήματος της αγοράς μαζί με τις δαψιλές παλαιότερα επιδοτήσεις της ΕΕ, της έξυπνης λογιστικής και της εισόδου στο ευρώ δεν μπορούν να ανακόψουν την οικονομική ύφεση που μας βρήκε. Κι επειδή η κρίση δεν είναι πρώτιστα δημοσιονομική, αλλά ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ και βαθύτατα η θ ι κ ή και κοινωνική, βασισμένη στον ατομικισμό-μας, στην ευνοιοκρατία που διόριζε πλουσιοπάροχα τους νυν ημετέρους και έπειτα τους ημέτερους των άλλων, στην ελληνική προχειρότητα, στην προσωπική ευθύνη για τις συναλλαγές με το δημόσιο και την κουτοπόνηρη απατεωνιά, τη φούσκα των πιστωτικών καρτών και της ευτυχίας με καταναλωτικά δάνεια, το Φράγμα πρέπει να το ρίξουμε μόνοι-μας…
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος